Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017

Δεν χρειάζομαι ταφόπλακα


Δε χρειάζομαι ταφόπετρα, εγώ.
Αλλ’άν εσείς χρειάζεστε μια για μένα,
θα ήθελα κει πάνω να γραφτεί:
¨Έκανε προτάσεις. Εμείς
τις πράξη τις κάναμε¨.
Με μια τέτοια επιγραφή
θα΄ταν τιμή για όλους μας.

Bertolt Brecht (Δεν χρειάζομαι ταφόπλακα)

Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Λήθη


Κλειστά εντός ανθοκομείου
υπό τα υελώματα τ' άνθη ξεχνούν
       πώς είν' η λάμψις του ηλίου
και πώς φυσούν αι αύρ' αι δροσεραί όταν περνούν.

Κωνσταντίνος Καβάφης (Λήθη)

Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Ο Απόγονος


Το ομολογώ: Ελπίδα εγώ
καμία δεν έχω.
Οι τυφλοί μιλάνε για διέξοδο. Εγώ
βλέπω.

Όταν τις πλάνες όλες ξοδέψουμε,
τελευταίο στην παρέα μας μέλος
μένει απέναντί μας το Τίποτα.

Bertolt Brecht (Ο απόγονος)

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

Το ύφος μιας ημέρας



We plainly saw that not a soul lived in that fated vessel!
EDGAR ALLAN POE

Το ύφος μιας μέρας που ζήσαμε πριν δέκα χρόνια σε ξένο 
τόπο
ο αιθέρας μιας παμπάλαιης στιγμής που φτερούγισε κι 
εχάθη σαν άγγελος Κυρίου
η φωνή μιας γυναίκας λησμονημένης με τόση φρόνηση 
και με τόσο κόπο·
ένα τέλος απαρηγόρητο, μαρμαρωμένο βασίλεμα κάποιου
 Σεπτεμβρίου.

Καινούρια σπίτια σκονισμένες κλινικές εξανθηματικά 
παράθυρα φερετροποιεία…
Συλλογίστηκε κανένας τί υποφέρει ένας ευαίσθητος 
φαρμακοποιός που διανυκτερεύει;
Ακαταστασία στην κάμαρα: συρτάρια παράθυρα πόρτες
 ανοίγουν το στόμα τους σαν άγρια θηρία·
ένας απαυδισμένος άνθρωπος ρίχνει τα χαρτιά ψάχνει
 αστρονομίζεται γυρεύει.

Στενοχωριέται: ά χτυπήσουν την πόρτα ποιός θ’ ανοίξει;
 Αν ανοίξει βιβλίο ποιόν θα κοιτάξει; Αν ανοίξει την 
ψυχή του ποιός θα κοιτάξει; Αλυσίδα.
Πού ’ναι η αγάπη που κόβει τον καιρό μονοκόμματα
 στα δυο και τον αποσβολώνει;
Λόγια μονάχα και χειρονομίες. Μονότροπος μονόλογος
 μπροστά σ’ έναν καθρέφτη κάτω από μια ρυτίδα.
Σα μια στάλα μελάνι σε μαντίλι η πλήξη απλώνει.

Πέθαναν όλοι μέσα στο καράβι, μα το καράβι ακολουθάει
 το στοχασμό του που άρχισε σαν άνοιξε από το 
λιμάνι.
Πώς μεγαλώσαν τα νύχια του καπετάνιου… κι ο 
ναύκληρος αξούριστος που ’χε τρεις ερωμένες σε
 κάθε σκάλα…
Η θάλασσα φουσκώνει αργά, τ’ άρμενα καμαρώνουν κι 
η μέρα πάει να γλυκάνει.
Τρία δελφίνια μαυρολογούν γυαλίζοντας, χαμογελά η 
γοργόνα, κι ένας ναύτης γνέφει ξεχασμένος στη 
γάμπια καβάλα.

Γιώργος Σεφέρης (Το ύφος μιας ημέρας)

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Τ'άγαλμα της Θεάς


Ι
Κορίτσι τρυφερό και ζηλεμένο,
οπόχεις τόσον κόσμο τρελαμένο,
μοιάζει με θαλερό κυπαρισσάκι
το λυγερό σου το κορμάκι.
Για τούτο στ'ονειρό μου, ο πικραμένος,
βλέπω συχνά πως είμαι...πεθαμένος
και σε, κυπαρισσάκι μου, κοντά μου
στο μνήμα μου πως σ'έχω συντροφιά μου
και τόσο τερπνό βρίσκω τ'ονειρό μου,
τις ρίζες σου ν'ακούω στο πλευρό μου,
όπου και με το χώμα σκεπσμένος
αισθάνομαι πως είμαι ευτυχισμένος
και λέω με το νού μου: τί ευσπλαχνικός
ο θάνατος οπούναι και γλυκός

ΙΙ
Όλο μεμιάς, απο το κυπαρίσσι,
ωσάν ξεφτέρι, τ'όνειρο πετάει
και μια-να δώσει ο Θεός!-και στο Παρίσι,
το ποθητό κι ασύγκριτο, με πάει.
Κι όσο βιβλίου να γυρίσεις φύλλο,
βρίσκομαι μπρός είς την θεά απ'τή Μήλο,
όπου στου Λούβρου μέσα στο Μουσείο,
βασίλισσα σε τόσο μεγαλείο,
σε σάλα χωριστή, μονάχη μένει,
μέσα στη μοναξιά της δοξασμένη.
Κι ο κόσμος απο τα πέρατα της γής
έρχετ'εδώ για να την προσκυνήσει.
Μα εγώ θωρώ με πόνο της ψυχής
τη θελκτική θεά, που στο Παρίσι
την έφερεν η Μοίρα τσακισμένη,
και μου θυμίζει δόξα περασμένη.

ΙΙΙ
Έξαφνα, εδώ, με μάτια δακρυσμένα
(επάνω στον ιερό τον στυλοβάτη)
βλέπω στη θέση της θεάς εσένα,
πόχεις το γέλιο το κρυφό στο μάτι,
εσέμ κυπαρισσάκι λυγερό...
Μα πρίν προφθάσω λίγο να χαρώ
τη δόξα σου σ'αυτή την οπτασία,
βρίσκομαι πάλι αλλού..-στη Φλωρεντία.
Όμως και πάλι στη θεά εμπρός,
που των Μεδίκων λέγεται Αφροδίτη
(που τέχνης θαύμα ο κόσμος την κηρύττει),
ειδωλολάτρης πάντοτε θερμός
στέκεται ο ραψωδός λησμονημένος..,
και μαγεμένος απ'τον ερωτά της,
στον Όλυμπο πως είναι ανεβασμένος,
στοχάζεται, και βρίσκεται σιμά της.

ΙV
Εδώ μεμιάς νομίζω πως ξυπνάω,
μ'απο τα μάτια δέ μου φεύγει ακόμα
τ'άγαλμα της θεάς - και το κοιτάω
της χλόης να παίρνει το δροσάτο χρώμα.
Κ'ενώ λογιάζω τη γλυκιά μου πλάνη,
κλαδάκια βλέπω γύρω του να βγάνει,
και, πρίν προφθάσω να σκεφτώ λιγάκι,
το βλέπω θαλερό κυπαρισσάκι,
που μοιάζει εσέ, κορίτσι ζηλεμένο,
οπόχεις τόσον κόσμο τρελαμένο.
Άβλιχος Μικέλης (Το κυπαρισσάκι)

Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

Πεταλούδα του Αιγαίου


Μια πεταλούδα περνά από μπροστά μου
Και για πρώτη φορά παρατηρώ στη Δημιουργία
Ότι δεν έχουν χρώμα ή κίνηση οι πεταλούδες,
Κανονικά, όπως χρώμα ή άρωμα δεν έχουν τα λουλούδια.
Χρώμα είναι αυτό που χρωματίζει της πεταλούδας τα φτερά
Κίνηση είναι αυτό που υπεισέρχεται στην κίνηση της πεταλούδας
Άρωμα είναι αυτό που αρωματίζει του λουλουδιού τη μυρωδιά.
Η πεταλούδα είναι μονάχα πεταλούδα
Και το λουλούδι, απλά ένα λουλούδι.

XL (Fernando Pessoa)

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Ποιητής


Υπάρχουν ποιητές που είναι τεχνίτες
Και δουλεύουν τους στίχους
Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!

Τι λυπηρό να μην ξέρεις ν’ ανθίζεις!
Να’ χεις να βάζεις στίχο σε στίχο, όπως αυτός
Που χτίζει έναν τοίχο
Και βλέπει αν στέκει καλά
Και τον γκρεμίζει αν δεν είναι έτσι!

Αλλά το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
Που αλλάζει, και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία…

Το  σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
Κοιτάζω τα λουλούδια και γελάω…
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνουν ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω…
Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου είναι
Στην κοινή μας θεότητα
Που μας αφήνει να φύγουμε, να ζήσουμε για τη Γη,
Ευτυχισμένοι στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε
Ν’ αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει
Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.


Όποιος  έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει.
XXXVI (Fernando Pessoa)

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Ο Γλάρος

 Στο κύμα πάει να κοιμηθεί
    δεν έχει τι να φοβηθεί
Μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει
    γλάρος είναι και πηγαίνει

Από πόλεμο δεν ξέρει
    ούτε τι θα πει μαχαίρι
Ο Θεός του 'δωκε φύκια
    και χρωματιστά χαλίκια

Αχ αλί κι αλίμονο μας
    μες στον κόσμο το δικό μας
Δε μυρίζουνε τα φύκια
    δε γυαλίζουν τα χαλίκια

Χίλιοι δυο παραφυλάνε
    σε κοιτάν και δε μιλάνε
Είσαι σήμερα μονάρχης
    κι ώσαμ' αύριο δεν υπάρχεις.
Οδυσσέας Ελύτης (Ο Γλάρος)

Δρόμοι Παλιοί



Δρόμοι παλιο πο γάπησα κα μίσησα τέλειωτα
κάτω π᾿ τος σκιους τν σπιτιν ν περπατ
νύχτες τν γυρισμν ναπότρεπτες κι πόλη νεκρ
Τν σήμαντη παρουσία μου βρίσκω σ κάθε γωνι
κμε ν σ᾿ νταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο το τόπου μου κι γ
Ξεχασμένος κι τίθασος ν περπατ
κρατώντας μία σπίθα τρεμόσβηστη στς γρές μου παλάμες
Κα προχωροσα μέσα στ νύχτα χωρς ν γνωρίζω κανένα
κι οτε κανένας κι οτε κανένας μ γνώριζε μ γνώριζε
Μανόλης Αναγνωστάκης (Δρόμοι Παλιοί)


Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Νωρίς στη φυλακή πέφτει το βράδυ


Νωρίς στη φυλακή πέφτει το βράδυ

Δεν πα’ να ΄σαι θεριό, δε σε φελά
Ούτε η μαστοριά σου στους καβγάδες
Ούτε που σαι λεβέντης με αντρίκεια καρδιά
Δε φελά τον καημό που σιγανά σε πλημμυρίζει
Σε παίρνει και σε πάει μακριά.


Νωρίς στη φυλακή πέφτει το βράδυ

Εφτά πέφτουν αμπάρες
Σ’ εφτά πόρτες
Βουρκώνει ο κήπος μονομιάς
Σύρριζα στον τοίχο απέναντι
Τρεις κλώνοι νυχτολούλουδα
Τρεις ρίζες άγριου πανσέ…


Στην ίδια μέθη έρωτα

Το σύννεφο στον ουρανό, το καισί στον κλώνο
Όλο και πιο βαριά η φυλακή
Η πλήξη, το σκοτάδι…
Του «Κούρδου τη Νύφη» τραγουδάνε στην αυλή
Και εγώ στο ράντσο βουλιαγμένος βγαίνω βόλτα
Και στο μυαλό μου όλο πράγματα απίθανα
Γελία πράγματα, παιδιάστικα, αφελή…


Να σκοτωνόμουν λέει, να χανόμουν

Σ’ ένα καβγά ολόγυμνος.
Τις θέλω αντρίκειες,
Κι έχθρα και φιλία δεν είναι όμως καμιά τους,
Οι ξιφολόγχες μπαίνουνε στις κάνες
Νυχτερινή αρχίζει των φρουρώ περιπολία…


Ανάβω ένα σπίρτο όλο λύσσα…

Μισό στην πρώτη ρουφηξιά το τσιγάρο,
Ρουφάω μέσα μου ολόκληρο ντουμάνι
Ντουμάνι, ικανό να με σκοτώσει.
Το ξέρω, θα μου πεις « Κι εσύ;»
Όμως στη φυλακή πέφτει νωρίς το βράδυ
Κι έξω παλικαρίσια άνοιξη
Και σ’ αγαπώ
Τρελά…

Ahmed Arif (Νωρίς στη φυλακή πέφτει το βράδυ)


Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Τέλος διαδρομής


Η αργή πορεία ενός νυχτερινού τρένου

σαν πιθανή απεικόνιση της ζωής μου.
Μακριά έσβηναν οι σταθμοί
όπου δεν σταμάτησα:
φοβόμουν το σκοτάδι
ή την ιδέα ότι δεν θα με περίμενε κανείς.


Και παρ’ όλα αυτά βρισκόμουν εκεί,

στο τέρμα της διαδρομής,
ανυπόμονη ομορφιά,
στα μελαγχολικά της μάτια
γραμμένη η απόφαση:
δεν θ’ αντέξω τη λησμονιά
και η επιστροφή μού απαγορεύεται.

José Gutiérrez (Τέλος Διαδρομής)

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Μαραμπού


    Στ Γιργο Παπ

Ν ζες στν δια πολιτεία παντοτιν
κα νά χεις τν ναχωρήσεων τ μανία,
μ φεύγοντας π᾿ τ γραφεο τ βραδιν
ν κάνεις φθαλμοπορνεα στ καφενεα.

λλοτες εχαμε τ πλοα κρυφ σκοπό,
μ κόσμος γινε σν δειαν φυλλάδα,
εναι τί διο πι ν μένεις στν λλάδα
μ τ ν ταξιδεύεις στ Fernando Po.

Τ φορτηγ εναι κακοτάξιδα κι ργον,
μς στ ποστάλια πλήττεις βλέποντας τουρίστες,
τ ν φορτώνεις μνες ρύζια στ Ραγκον
εν᾿ να πράγμα πο σκοτώνει τος ρτίστες.
Ο πόλοι γίνανε σ μς πολ γνωστοί,
θαυμάσαμε πολλς φορς τ Βόρειο Σέλας
κι χουν ο πάγοι χρόνια τώρα σκεπαστε
π δειαν κουτι σπανιόλικης σαρδέλλας.

Στν Ταϊτ ζησε μνες κι Λοτί,
ν πς λιγάκι παρακάτου, στς Μαρκίζες,
πο λλοτες τρώγανε μπανάνες κι γριες ρίζες,
καλλυντικ τώρα πουλνε το Coty.

Ο Γιαπωνέζες, τ κορίτσια στ Χιλή,
κι ο μαρες του Μαρόκου πο πουλνε μέλι,
χουν σν λες τς γυνακες τ δια σκέλη
κα δίνουν μ τν διο τρόπο τ φιλί.

ατοκτονία, προνόμιο πι στ θηλυκά-
κάποτε κάναμε κι μες ατ τ σκέψη.
Πεθαίνεις πι σιγ μ τ ναρκωτικά,
μ τελευταία κι ατ τχουν νοθέψει.

Νίκος Καββαδίας (Μαραμπού)

Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Για τη ζωή



ζω δν εναι παξε-γέλασε 
Πρέπει ν τήνε πάρεις σοβαρά, 
πως, ν πομε, κάνει σκίουρος, 
Δίχως π᾿ ξω π πέρα ν προσμένεις τίποτα. 
Δ θά χεις λλο πάρεξ μονάχα ν ζες.
ζω δν εναι παξε-γέλασε 
Πρέπει ν τήνε πάρεις σοβαρ 
Τόσο μ τόσο σοβαρ 
Πο τσι, ν πομε, κουμπισμένος σ᾿ ναν τοχο 
μ τ χέρια σου δεμένα 
μέσα στ᾿ ργαστήρι 
Μ λευκ μπλούζα κα μεγάλα ματογυάλια 
Θ ν πεθάνεις, γι ν ζήσουνε ο νθρωποι, 
Ο νθρωποι πο ποτ δ θά χεις δε τ πρόσωπό τους 
κα θ πεθάνεις ξέροντας καλ 
Πς τίποτα πι ραο, πς τίποτα πι ληθιν 
π᾿ τ ζω δν εναι.
Πρέπει ν τηνε πάρεις σοβαρ 
Τόσο μ τόσο σοβαρ 
Πο θ φυτεύεις, σ ν πομε, 
λις κόμα στ βδομντα σου 
χι καθόλου γι ν μείνουν στ παιδιά σου 
Μ τσι γιατ τ θάνατο δ θ τόνε πιστεύεις 
σο κι ν τν φοβσαι 
Μ τσι γιατί ζω θ ν βαραίνει 
                           πιότερο στ ζυγαριά.
Nazim Hikmet (Για τη ζωή)



Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

Adagio


 Έλα μαζί να διαφιλονικήσουμε απ' τον ύπνο το νωχελικό προσκέφαλο που πλέει στο διπλανό φεγγάρι.
 Ατρικύμιστα κεφάλια και τα δυο
μαζί λικνιστικά γλιστρώντας να γεμίσουμε την αμμουδιά με φύκια ή
άστρα.
 Γιατί πολύ θα 'χουμε ζήσει από τα δάκρυα τη μαρμαρυγή και
θ' αγαπούμε τη σωστή γαλήνη.

Άγγελοι αν δεν είναι οι άγγελοι μ' άσωτα βιολιά ν' αναρριπίζουν τις
νυχτιές μ' αίολα φώτα και ψυχές καμπάνες!
 Φλάουτα ν' αγεροδρομούν πόθους ανάλαφρους, ανάγερτους. 
Φιλιά τυραννισμένα ή φιλιά
μαργαριτάρια σε κουπιά νερόβια. 
Και πιο βαθιά μες στ' αναμμένα
φραγκοστάφυλα, σιγά σιγά τα πιάνα της ξανθής φωνής, οι μέδουσες
που θα μας κρατήσουν το ταξίδι αργόπρεπο. 
Στεριές με λίγα, με συλλογισμένα δέντρα.

Ω έλα μαζί να ιδρύσουμε τα όνειρα, έλα μαζί να δούμε τη γαλήνη.
 Δε θα 'ναι πια στον έρημο ουρανό παρά η καρδιά 
που βρέχεται απ' την πίκρα 
παρά η καρδιά που βρέχεται απ' τη γοητεία, δε θα 'ναι παρά η
καρδιά που ανήκει στον δικό μας έρημο ουρανό.

Έλα στον ώμο μου να ονειρευτείς γιατί είσαι μια γυναίκα ωραία. Ω
είσαι μια γυναίκα ωραία. Ω είσαι ωραία. Ωραία.
Οδυσσέας Ελύτης (Adagio)

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Δώδεκα τα Μεσάνυχτα

Δώδεκα τα μεσάνυχτα ακριβώς
δύο συντροφιασμένα χέρια

ακριβώς
όπως οι Κούρδοι κι όπως η θλίψη

Δώδεκα τα μεσάνυχτα
όπως η φαντασία μου

ένα φωτεινό τραπέζι για το δείπνο
είκοσι τσιγάρα
και μια μονάχα λέξη-κλειδί

μετά τη μία η ώρα
δυο δάχτυλα στο ρολόι χωρισμένα

όπως εγώ απ’ την πατρίδα μου
Μετά τις δύο η ώρα
σαν τους εξόριστους και τους πρόσφυγες που γυρεύουν άσυλο

η πένα, το χαρτί μου και τ’ άλλα σκόρπια στο τραπέζι
όλα αλλιώτικα και μπερδεμένα

Μετά τις τρεις η ώρα
τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα

και στάχτη από τσιγάρα
το δωμάτιο γεμάτο καπνό

Στο πλάι ένας ποιητής που αποκοιμήθηκε
κι ένα ποίημα που αγρυπνά.

Şêrko Bêkes (ΧΙΙ)