Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2018

Ο Μάθιος Πασκάλης ανάμεσα στα τριαντάφυλλα

Καπνίζω χωρς ν σταματήσω π᾿τ πρω
ν σταματήσω τ τριαντάφυλλα θ μ᾿γκαλιάσουν
μ᾿γκάθια κα μ ξεφυλλισμένα πέταλα θ μ πνίξουν
φυτρώνουν στραβ λα μ τ διο τριανταφυλλ
κοιτάζουν` περιμένουν ν δον κάποιον` δν περν κανες`
πίσω π᾿τν καπν τς πίπας μου τ παρακολουθ
πάνω σ᾿να κοτσάνι βαριεστισμένο χωρς εωδιά,
στν λλη ζω μία γυναίκα μο λεγε μπορες νἀ γγίξεις
ατ τ χέρι
κι εναι δικό σου ατ τ τριαντάφυλλο εναι δικό σου
μπορες ν τ πάρεις
τώρα ργότερα, ταν θελήσεις.

Κατεβαίνω καπνίζοντας λοένα, τ σκαλοπάτια
τ τριαντάφυλλα κατεβαίνουν μαζί μου ρεθισμένα
κι χουνε κάτι στ φέρσιμό τους π᾿τ φων
στ ρίζα τς κραυγς κε πο ρχίζει
ν φωνάζει νθρωπος: «μάννα» «βοήθεια»
τς μικρς σπρες φωνς το ρωτα.

Εναι νας μικρς κπος λο τριανταφυλλις
λίγα τεραγωνικ μέτρα πο χαμηλώνουν μαζί μου
καθς κατεβαίνω τ σκαλοπάτια, χωρς ορανὸ`
κι θεία της λεγε: «ντιγόνη ξέχασες σήμερα τ γυμναστική σου
στν λικία σου δ φοροσα κορσ στν ποχή μου».
θεία της ταν να θλιβερ κορμ μ᾿νάγλυφες φλέβες
εχε πολλς ρυτίδες γύρω στ᾿ατι μία τοιμοθάνατη μύτη
λλ τ λόγια της ταν γεμάτα φρόνηση πάντα.
Τν εδα μία μέρα νὰ γγίζει τ στθος τς ντιγόνης
σν τ μικρ παιδ πο κλέβει να μλο.

Τάχα θ τ συναπαντήσω τ γρι γυναίκα τσι πο κατεβαίνω;
Μο επε σν φυγα: «Ποις ξέρει πότε θ ξαναβρεθομε;»
κι πειτα διάβασα τ θάνατό της σ παλις φημερίδες
τ γάμο τς ντιγόνης κα τ γάμο τς κόρης τς ντιγόνης
χωρς ν τελειώσουν τ σκαλοπάτια μήτε καπνός μου
πο μο δίνει μία γέψη στοιχειωμένου καραβιο
μ μι γοργόνα σταυρωμένη τότες πο εταν μορφη,
πάνω στ τιμόνι.

Γιώργος Σεφέρης (Ο Μάθιος Πασκάλης ανάμεσα στα τριαντάφυλλα)

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2018

Ο Γυρισμός του Ξενιτεμένου

- Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ρθες
μ εκόνες πο χεις ναθρέψει
κάτω π ξένους ορανος
μακρι π᾿ τν τόπο τ δικό σου.

- Γυρεύω τν παλιό μου κπο·
τ δέντρα μο ρχουνται ς τ μέση
κι ο λόφοι μοιάζουν μ πεζούλια
κι μως σν μουνα παιδ
παιζα πάνω στ χορτάρι
κάτω π τος μεγάλους σκιους
κι τρεχα πάνω σ πλαγις
ρα πολλ λαχανιασμένος.

- Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγ-σιγ θ συνηθίσεις·
θ᾿ νηφορίσουμε μαζ
στ γνώριμά σου μονοπάτια
θ ξαποστάσουμε μαζ
κάτω π᾿τ θόλο τν πλατάνων
σιγ-σιγ θ ρθον κοντά σου
τ περιβόλι κι ο πλαγιές σου.

- Γυρεύω τ παλιό μου σπίτι
μ τ᾿ψηλ τ παραθύρια
σκοτεινιασμένα π᾿τν κισσ
γυρεύω τν ρχαία κολόνα
πο κοίταζε θαλασσινός.
Πς θς ν μπ σ᾿ ατ τ στάνη;
ο στέγες μου ρχουνται ς τος μους
κι σο μακρι κα ν κοιτάξω
βλέπω γονατιστος νθρώπους
λς κάνουνε τν προσευχή τους.

- Παλιέ μου φίλε δ μ᾿κος;
σιγ-σιγ θ συνηθίσεις
τ σπίτι σου εναι ατ πο βλέπεις
κι ατ τν πόρτα θ χτυπήσουν
σ λίγο ο φίλοι κι ο δικοί σου
γλυκ ν σ καλωσορίσουν.

- Γιατί εναι πόμακρη φωνή σου;
σήκωσε λίγο τ κεφάλι
ν καταλάβω τί μο λς
σο μιλς τ᾿νάστημά σου
λοένα πάει κα λιγοστεύει
λς κα βυθίζεσαι στ χμα.

- Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγ-σιγ θ συνηθίσεις
νοσταλγία σου χει πλάσει
μι χώρα νύπαρχτη μ νόμους
ξω π᾿τ γς κι π᾿τος νθρώπους.

- Πι δν κούω τσιμουδι
βούλιαξε κι στερνός μου φίλος
παράξενο πς χαμηλώνουν
λα τριγύρω κάθε τόσο
δ διαβαίνουν κα θερίζουν
χιλιάδες ρματα δρεπανηφόρα.

Γιώργος Σεφέρης (Ο Γυρισμός του Ξενιτεμένου)

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2018

Στη γέννηση ενός γιού

Κατά τον Κινέζο ποιητή Su Tung-p'o, 1036-1101

Άμα γεννιέται ένα παιδί,
όλη η φαμίλια του εύχεται έξυπνο να γίνει.
Εγώ που, με την εξυπνάδα μου,
ρήμαξα τη ζωή μου,
ελπίζω ο γιος μου
αγράμματος να μείνει και φτωχός στο πνεύμα.
Έτσι, θα ζήσει γαλήνια κι ωραία
σαν υπουργός της κυβερνήσεως.

Bertolt Brecht (Στη γέννηση ενός γιού)

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2018

Ψυχή χωρίς ρίζες

Μ' αρέσει να ταξιδεύω, ν' αλλάζω χώρες
Να είμαι πάντα άλλος,
Ψυχή χωρίς ρίζες,
Να ζω έξω από αυτά που βλέπω.

Να μην ανήκω σε κανέναν. Ούτε στον εαυτό μου.
Να πηγαίνω μπροστά, ξοπίσω να παίρνω
Την απουσία κάθε σκοπού.
Και την επιθυμία μου να τον πετύχω.

Αυτό είναι για μένα το ταξίδι.
Αλλά εκτός από το όνειρο για το ταξίδι
Τίποτα από μένα δεν υπάρχει σ' αυτό.
Όλα τα άλλα, γη είναι κι ουρανός.


Fernando Pessoa

Το αγοράκι της μαμάς του

Αφημένο μοναχό στον κάμπο,
Όπου η αύρα η θερμή τώρα γλυκαίνει,
Με σφαίρες τώρα στο κεφάλι
-δυο, τη μια δίπλα στην άλλη-
Εκεί, νεκρό κείτεται τώρα και παγώνει.

Τη στολή του το αίμα λεκιάζει.
Με τα χέρια απλωμένα κείτεται,
Ωχρό, ξανθό, με σταγγισμένη όλη τη δύναμή του,
Με κενό βλέμμα,
Τυφλό τους ουρανούς κοιτάζει.

Τόσο μικρούλης! Πόσο νέος έφτασε εδώ!
Πόσων χρονών θα ήταν, άραγε;
Ένας μοναχογιός, που η μάνα του
"Το αγοράκι της μαμάς του" θα το έλεγε
Κι έτσι το λέει ακόμα.

Από την τσέπη του έχει γλιστρήσει
Μια μικρή ταμπακιέρα.
Δώρο της μάνας του. Άθικτη έμεινε
Εκεί, όπως έπεσε.
Για εκείνον, όμως, άχρηστη είναι πια.

Από την άλλη τσέπη, ξεπροβάλλει
Την άκρη του σαν ν'ανεμίζει,
Ένα μαντίλι με σιρίτι,
Λευκό ακόμα... Δώρο απ'τη γριά υπηρέτρια
Που γύρω στο λαιμό του, του το φόρεσε.

Στο σπίτι του προσεύχονται ακόμα:
"Γύρισε γρήγορα, με το καλό, κοντά μας!"
(Ω δίχτυα που η Αυτοκρατορία στήνει!)
Το αγοράκι της μαμάς του
Νεκρό κείτεται εκεί πέρα και σαπίζει.

Fernando Pessoa (Το αγοράκι της μαμάς του)

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2018

Ο Ποιητής

Όσο κι αν βρέχει το χέρι του μες στο σκοτάδι,
το χέρι του δε μαυρίζει ποτέ. Το χέρι του
είναι αδιάβροχο στη νύχτα. Όταν θα φύγει
(γιατί όλοι φεύγουμε μια μέρα) θαρρώ θα μείνει
ένα γλυκύτατο χαμόγελο στον κόσμο ετούτον
που αδιάκοπα θα λέει "ναι" και πάλι "ναι"
σ'όλες τις προαιώνιες διαψευσμένες ελπίδες.

Γιάννης Ρίτσος (Ο Ποιητής)

Επιστέγασμα

Είναι ήσυχοι πιά. Μπορούν να κάτσουν στο μώλο, να καπνίσουν,
να θυμηθούν, να ξεχάσουν, να κοιμηθούν ή και να μην υπάρχουν.
Τους δώσαμε
το σιωπηλό λόγο, το αθόρυβο βήμα, που ωστόσο πάει πιό πέρα. Τώρα
δεν έχει βάρος το άδειο ούτε κι η πέτρα. Το χέρι,
που ανάβει το σπίρτο και μετά τη λαμπάδα, είναι γεμάτο αέρα,
ήρεμο αέρα σαν αυτόν στα μεσοδιαστήματα των μικρότερων άστρων,
ήρεμο και το χέρι σαν το κίτρινο γάντι πεσμένο στη μαρμάρινη σκάλα -
μπορεί να σηκωθεί, να γνέψει, να χτυπήσει απο μέσα το τζάμι
ή ν'απομείνει εκεί, πατημένο απ'το πόδι των νυχτοφυλάκων
ή να καλλιγραφήσει, περασμένα μεσάνυχτα, με ίση ευλάβεια
τη λέξη εδώ ή εκεί, τη λέξη αρχή ή και τέλος.

Γιάννης Ρίτσος (Επιστέγασμα)

Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2018

Κολοσσαίο

Σύμβολο της Αρχαίας Ρώμης, μνημείο
μεγάλων στοχασμών, που άφησαν αιώνες
νεκροί πλούτου και δύναμης στον Χρόνο!
Προσκυνητής μετά από τόσες μέρες
καμάτου πια και φλογισμένης δίψας
για τις πηγές της γνώσης που'ναι εντός σου,
σκύβω με ταπεινότητα αλλαγμένος
μες στις σκιές σου και ρουφά η ψυχή μου
τη δόξα την τρανή σου και την θλίψη.

Απέραντοι καιροί και αρχαίοι! μνήμες
παλιές! σιωπή, ερημιά και μαύρη νύχτα!
σας νιώθω, νιώθω πια την δύναμή σας.
Δεν είπε ο βασιλέας των Ιουδαίων
λόγια χρησμωδικά με τόση αλήθεια
ποτέ του στης Γεσθημανή τους κήπους,
λόγια καθώς τα ξόρκια τα δικά σας!
Ο εκστατικός δεν τράβηξε Χαλδαίος
απ'τα άστρα πιο βαθιά μαγεία κάτω
στη Γη σαν τη μαγεία τη δική σας!
Μα κίονες πέφτουν όπου πέφταν ήρωες,
κι εκεί που αετός χρυσός φεγγοβολούσε
οι μαύρες νυχτερίδες αγρυπνάνε!
Κι όπου ανεμίζαν τα χρυσά μαλλιά τους
Ρωμαίες, μόνο αγκάθια πια φυτρώνουν!
Και πάνω από το θρόνο των καισάρων
γλιστράει ως το μαρμάρινό της σπίτι,
κάτω απ'το κέρας της ωχρής σελήνης,
σαν φάσμα, η σιωπηλή της πέτρας σαύρα!

Μα στάσου! Αυτός τους τοίχους, τις αψίδες
που κισσός τις ζώνει, τις κολόνες
αυτές τις θλιβερές και μαυρισμένες,
και τους θόλους θριγκούς, τα συντριμμένα
τα γείσα, τα διαζώματα, που πέσαν,
τις γκρίζες πέτρες, τούτο το ρημάδι-
αυτά- τα δόντια αφήσανε του Χρόνου
από το ξακουσμένο Κολοσσαίο-
αυτά- στη Μοίρα μόνο και σ'εμένα;

Κι ο αντίλαλος μου απάντησε: "Όχι μόνο!
Ήχοι προφητικοί, τρανοί πηγαίνουν
απ'τα συντρίμμια εμάς στους φωτισμένους,
σαν μελωδίες του Μέμνονα στον Ήλιο.
Στις δυνατότερες καρδιές δεσπότες
και στις μεγάλες σκέψεις κυβερνάμε.
Πολλά μπορούμε εμείς οι ωχρές οι πέτρες.
Δεν έσβησαν το κράτος μας κι η δόξα,
μήτε η μεγάλη μαγική μας φήμη,
μήτε το θαύμα που μας ζώνει ακόμη,
μήτε κι οι μνήμες που σ'εμάς φωλιάζουν,
και μας τυλίγουν τώρα σαν χιτώνας
και σαν μανδύας της πιο μεγάλης δόξας."

Edgar Allan Poe (Κολοσσαίο)

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

Η Πεδιάς και το Νεκροταφείον (Πίναξ Ημιτελής)

Έχει πια δύσει ο ήλιος του χειμώνα,
και γρήγορα, σα θέατρο, σκοτεινιάζει,
ή σα να πέφτει πέπλο σε μια εικόνα.
Άλλο δε βρίσκει ο άνεμος, ταράζει
μόνο τ'αγκάθια στην πεδιάδα όλη,
μόνο κάποιο χαρτί σ'όλη τη φύση.
Μα το χαριτωμένο περιβόλι
αίμα και δάκρυα το'χουνε ποτίσει.
Αδιάκοπα τα δέντρα ξεκινούνε,
κ'οι πέτρινοι σταυροί σκίζουν σα χέρια
τον ουρανό 'που σύννεφα περνούνε,
τον ουρανό που είναι χωρίς αστέρια.


(Ωραίο, φρικτό και απέριττο τοπίον!
Ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου.
Αλλά του λείπει μια σειρά ερειπίων
κ'η επίσημος αγχόνη του Παγκάλου.)

Κώστας Καρυωτάκης (Η πεδιάς και το νεκροταφείον, Πίναξ ημιτελής)

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018

Σαν θα πεθάνω

Σαν θα πεθάνω, η θύμησή σας θα κρατήσει μόνο
τριξίματα απο εφημερίδες, και τον δίσεχτον εκείνο χρόνο.
Όμως εγώ, η φωνή μου θα'θελα, που θα'χει πια σιγήσει,
όχι μονάχα τις βροντές στο Βόλγα πλάι να σας θυμίσει,
μα και των δέντρων το ανεπαίσθητο ψιθύρισμα στη σιγαλιά,
και την μυστηριακή τους πράσινη ομορφιά.
Μαζί τους έζησα καιρό κι άκουσα μες στη φύση
όσα φτελιές, κι ελιές, κι αγαπημένες καστανιές μου'χουν μιλήσει.

Δεν είναι αυτα διακόσμηση, τοπία δεν είναι στείρα,
μέσα στα δέντρα υπάρχει διάρκεια και μοίρα.
Εγώ θα φύγω` αυτά θα μείνουν στη σκοπιά τους
να συνεχίζουν τ'αρχινισμένα λόγια μου με τα δικά τους.

Илья́ Григо́рьевич Эренбу́рг (Σαν θα πεθάνω)

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018

Είναι κάτι φρικτές ανταποδόσεις

Ποια θέληση θεού μας κυβερνάει,
ποια μοίρα τραγική κρατάει το νήμα
των άδειων ημερών που τώρα ζούμε
σαν από μια κακή, παλιά συνήθεια;

Πριν φτάσουμε στη μέση αυτού του δρόμου,
εχάσαμεν τη χρυσή πανοπλία,
και μόνο το μεγάλο ερώτημά μας
ολοένα πιο σφιχτά μας περιβάλλει.

Χωρίς πίστη κι αγάπη, χωρίς έρμα,
εγίναμε το λάφυρο του ανέμου
που αναστρέφει το πέλαγος. Θα βρούμε
τουλάχιστον το βυθό της αβύσσου;

Οι άνθρωποι φεύγουν, ή, όταν πλησιάζουν,
στέκουν για λίγο πάνω μας, ακούνε
στην έρημη βοή, μάταιη και κούφια
σα να χτυπούν το πόδι σε μια στέρνα.

Κοιτάζουνε με φόβο, με απορία,
έπειτα φεύγουν πάλι στους αγώνες,
και μόνο το συναίσθημα κρατούνε
του μακρινού, αόριστου κινδύνου.

Είναι κάτι φρικτές ανταποδόσεις.
Είναι στον ουρανό μια σιδερένια,
μια μεγάλη πυγμή, που δε συντρίβει
μα τιμωρεί, κι αδιάκοπα πιέζει.

Κώστας Καρυωτάκης

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2018

Σαν σε ασπροβαμμένο θάλαμο αρρώστων της "Σαριτέ"

Σαν σε ασπροβαμμένο θάλαμο αρρώστων της "Σαριτέ"
Ξύπνησα κατά το πρωινό
Κι άκουσα το κοτσύφι, κατάλαβα
Καλύτερα. Κιόλας εδώ και αρκετό καιρό
Δεν είχα πια το φόβο του θανάτου. Γιατί τίποτα βέβαια
Να μου λείπει δεν μπορεί, απ'την στιγμή που
Εγώ ο ίδιος θα λείπω. Τώρα
Κατάφερα ν'απολαμβάνω και
Το τραγούδι που λέει κάθε κότσυφας μετά από μένα.

Bertolt Brecht (Σαν σε ασπροβαμμένο θάλαμο αρρώστων της "Σαριτέ")

Αχ, μόνο η φευγαλέα ματιά

"Άχ, μόνο η φευγαλέα ματιά
Μπορούσε να την κάνει να προσέξει
Με τέτοια κόλπα έγινα
Άντρας της γυναίκας μου."

"Μονάχα περαστική γλιστρώντας
Μπορούσα να τον κάνω ολόδικό μου
Έτσι σχεδόν απαρατήρητα έγινα
Γυναίκα του άντρα μου,"

Αφήσαμε το χρόνο να κυλήσει
Μέχρι που ο καιρός μας χώρισε
Φορώντας κιόλας τα παλτά μας
Αγκαλιαστήκαμε ν'αποχαιρετιστούμε.

Bertolt Brecht (Αχ, μόνο η φευγαλέα ματιά)

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

Ερωτικός Λόγος

Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ'αγκάθι σου έφευγε του δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ'αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος` ένας απλός παλμός.

Γιώργος Σεφέρης (Ερωτικός Λόγος Α΄)

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2018

Δολοφονία Οργανωμένη

Μια δειλή πράξη σου σε κάνει να πεθαίνεις μέσα στους άλλους,
με μια συγγνώμη αργοπορημένη πεθαίνουν οι άλλοι μέσα σου.
Λίγη περισσότερη σιωπή μπορεί να σκοτώσει το ίδιο αλάνθαστα,
όπως και μια λέξη. Μια κίνηση αδιαφορίας, ένα βλέμμα επίμονο,
το κουδούνι που δεν χτύπησε, το γράμμα που ήρθε, κάνουν τη δουλειά τους το ίδιο καλά
όπως ένα μαχαίρι ή λίγο υδροκυάνιο. Κάθε μέρα, όλες τις νύχτες,
εικοσιτέσσερις ολάκαιρες ώρες ο φόβος σκοτώνει, η προσδοκία σκοτώνει,
τ'όνειρο σκοτώνει, η πράξη σκοτώνει...

Κι όταν πεθαίνεις
κανείς δεν ξέρει απο πόσους καθημερινούς θανάτους
σε προφυλάσει
αυτό το μικρό χωματένιο ύψωμα.

Τάσος Λειβαδίτης (Δολοφονία Οργανωμένη)

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2018

Μπαίνω μέσα και κλείνω το παράθυρο

Μπαίνω μέσα και κλείνω το παράθυρο.
Μου φέρνουν ένα κερί και με καληνυχτίζουν,
Κι η φωνή μου είναι χαρούμενη λέγοντας καληνύχτα.
Μακάρι η ζωή μου να ήταν πάντα έτσι:
Η μέρα γεμάτη ήλιο, ή γλυκαμένη απ'τη βροχή,
Ή και με κατακλυσμούς, σαν να'ταν η συντέλεια του κόσμου,

Το βράδυ ήρεμο, κι αυτοί που περνούν,
Κοιτάζοντας μ'ενδιαφέρον το παράθυρο.
Η τελευταία ματιά του φίλου κάτω απ'την ηρεμία των δέντρων,
Κι ύστερα, το παράθυρο κλειστό, το κερί αναμμένο,
Χωρίς να διαβάζω τίποτα, ούτε να σκέφτομαι τίποτα,
Ούτε να κοιμάμαι.
Να νιώθω τη ζωή να τρέχει μέσα μου,
Όπως ένα ποτάμι στην κοίτη του.
Κι απέξω μια απέραντη σιωπή, όπως αυτή
Ενός θεού που αποκοιμήθηκε.

Alberto Caeiro (Ο Βοσκός των Προβάτων, XLIX)