Κυριακή, 19 Μαΐου 2019

Ο Διπλανός σου στο Λυκόφως

Να μπεις στο βλέμμα του,
να δεις το βλέμμα του:
ένας αλλότριος ουρανός,
που δεν υποπτευόσουν τους ανέμους, τα άστρα
ή έστω το όνομά του,
σκεπάζει την ταράτσα όπου κάθεσαι.

Δες, αυτός που κάθεται πλάι σου
ξαπλώνει συγχρόνως στη νύχτα
κάτω απ'τα δέντρα κάποιου λόφου,
που μπορείς ακόμα να μαντέψεις τον ορίζοντα,
και σφίγγει γύρω από τους ώμους το μανδύα
μιας παλιάς σκέψης, παλιάς
που ακόμα τον ματώνει`

στην ταράτσα λέτε λίγα λόγια,
κι ο άνεμος, που με την ακανόνιστη πνοή του
σας συντροφεύει,
είναι η παλίντροπη περιπλάνηση της ψυχής του
πάνω στην ταράτσα, χορταστική
σαν μια μπουκιά φρέσκο ψωμί,
και το γυμνό διάστημα που μας βαραίνει μ'όλα του τα μάγια,
που τυλίγει και ξετυλίγει όνειρα, λόφους, αίμα,
το χρόνο πληγώνει και σας απομακρύνει
ατέλειωτα τον ένα από τον άλλο.

Yves Bergeret (Ο διπλανός σου στο λυκόφως)

Σάββατο, 18 Μαΐου 2019

Η Βαλκυρία του Κάδρου

Στη γωνιά σωρό τα ξύλα.
Τα γραφτά ριγμένα χάμου
και μια Μπρούνχιλδ στο πορτραίτο
να σε παίρνει από κοντά μου.

...Τα μικρά μου αδέξια χρόνια
στη γαλάζια πολυθρόνα,
να θωρούν πιστά το τζάκι
μια βραδιά, κάποιο χειμώνα...

Λίγοι στίχοι του Καβάφη,
αίσθημα, δειλία και πάθος.
Να σε κέρδιζα είχα ελπίσει
- παιδικό και μάταιο λάθος.

Κι όταν το παλιό πορτραίτο
βλέποντας εκεί, αντικρί μου,
"-Τέτοια χέρια-κρίνους", μου είπες,
"ονειρεύεται η ψυχή μου".

Τα μικρά, κοντά μου χέρια,
κρύβοντας αδέξια πίσω,
όλο τη φωτιά κοιτούσα,
τρέμοντας να μη δακρύσω...

Ισιδώρα Καμαρινέα (Η Βαλκυρία του κάδρου)

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2019

Η Μοιχαλίδα

Πάνω από τη γυναίκα, ένα πέτρινο σύννεφο
μετέωρο, όσο ο άντρας σωπαίνει.
Οι άλλοι έχουν φύγει. Εκείνη τώρα ξέρει
πως δεν θα πέσει πια ο πρώτος λίθος.
Αλλά το σύννεφο μένει και τη σκιάζει
μ'έναν ίσκιο που ζυγίζει ακριβώς το βάρος της καρδιάς της.
Όταν εκείνος την κοιτάζει και τη μιλά
νιώθει να χώνεται το κεφάλι της μες στο σύννεφο,
και βλέπει πάνω απ'την πόλη και τους σκονισμένους αγρούς
να πέφτουνε βροχή τα δάκρυά της.

Jean-Pierre Lemaire (Η Μοιχαλίδα)

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019

Η Νάξος

Σάββατο απόγευμα πήραμε
το πλοίο της γραμμής.
Στο χώρο: προορισμός η Νάξος
Στο χρόνο: δεκαεννιά του Απρίλη.

Υπάλληλοι, ιδιωτικοί και δημόσιοι,
θα επιστρέφαμε στους εαυτούς μας.
Μα, ψυχικά ποιός θάταν ο προορισμός μας
δεν το ξέραμε.
Γι'αυτό, Σάββατο απόγευμα πήραμε
το πλοίο της γραμμής,
πληρώνοντας και του κόσμου τα λεφτά από πάνω.

Διασχίσαμε διακόσια μίλλια στο χώρο
και κάπου δώδεκα ώρες στο χρόνο.
Όμως, εκείνο που μέσα μας διανύσαμε
ήταν αμέτρητο.

Ώσπου φτάσαμε.
Φτάσαμε γεωγραφικά, ακτοπλοϊκά,
στραγγίσαμε το εισιτήριο
ως την τελευταία πεντάρα της ενέργειάς του,
μα πουθενά η Νάξος!
Κι όμως ο χάρτης έδειχνε ότι
τόντι το λιμάνι αυτό ήταν η Νάξος!
Κ'οι κάτοικοι του νησιού
κάνανε όρκους,
να θάψουμε τα παιδιά μας, λέγανε,
αν δεν είναι τούτη η Νάξος
κι άν δεν είμαστε Ναξιώτες εμείς!

Φύγαμε απογοητευμένοι απ'τη Νάξο
κι από τους Ναξιώτες...

Αν όλοι αυτοί οι διαβόλοι
που μας περίμεναν στην προκυμαία
είχαν την ευφυΐα ν'αρνηθούνε
ποιοί είναι και που βρίκονται,
ίσως νάταν τόντι εκεί η Νάξος
που νοσταλγήσαμε.

Ιάκωβος Καμπανέλης (Η Νάξος)

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2019

Στο δρόμο της Σίντρα

Στο τιμόνι της Σεβρολέτ για το δρόμο της Σίντρα,
στο φεγγαρόφωτο και στ'όνειρο, στον έρημο δρόμο,
οδηγώ μονάχος, οδηγώ σχεδόν σιγά, και λιγάκι
μου μοιάζει ή προσπαθώ λιγάκι να μου μοιάζει,
ότι ακολούθώ άλλο δρόμο, άλλο όνειρο, άλλο κόσμο,
ότι ακολουθώ σαν να μην υπάρχει η Λισαβόνα που άφησα
κι η Σίντρα που πρέπει να πάω,
ότι ακολουθώ, κι ότι ακολουθώ τι άλλο είναι απ'το δεν
σταματώ παρά ολοένα ακολουθώ;

Θα περάσω τη νύχτα στη Σίντρα γιατί δεν μπορώ να την
περάσω στη Λισαβόνα,
αλλά σαν φτάσω στη Σίντρα, θα λυπάμαι που δεν έμεινα στη Λισαβόνα.
Πάντα αυτή η ανησυχία χωρίς λόγο, χωρίς ειρμό, χωρίς συνέπεια,
πάντα, πάντα, πάντα,
αυτή η υπερβολική αγωνία του πνεύματος για το τίποτα,
στο δρόμο της Σίντρα, ή στο δρόμο του ονείρου ή στο δρόμο της ζωής...

Υπάκουο στις ασυνείδητες κινήσεις μου στο τιμόνι,
καλπάζει από κάτω μου, μαζί μου, το αυτοκίνητο που μου δάνεισαν.
Καθώς το σκέφτομαι, γελάω στο συμβολισμό του και στρίβω δεξιά.
Μέσα σε πόσα πράγματα που μου δάνεισαν βαδίζω στον κόσμο!
Πόσα πράγματα που μου δάνεισαν οδηγώ σαν δικά μου!
Πόσα απ'αυτά που μου δάνεισαν, αλί μου ο δυστυχής!, είμαι εγώ ο ίδιος!

Στ'αριστερά το χαμόσπιτο - ναι, το χαμόσπιτο - δίπλα στο δρόμο.
Δεξιά οι κάμποι απέραντοι, με το φεγγάρι στο βάθος.
Το αυτοκίνητο που πριν λίγο έμοιαζε να μου δίνει ελευθερία,
είναι τώρα ένα πράγμα όπου είμαι κλεισμένος,
που μπορώ να το οδηγήσω μόνο κλεισμένος μέσα του,
που το ελέγχω μόνο αν μπω μέσα του, αν αυτό μπει μέσα μου.

Στ'αριστερά πίσω απ'το ταπεινό χαμόσπιτο, πιο ταπεινό κι από ταπεινό.
Η ζωή εκεί πρέπει να'ναι ευτυχισμένη μόνο και μόνο γιατί δεν είναι δική μου.
Αν κάποιος μ'είδε απ'το παράθυρο του χαμόσπιτου, θα
σκεφτεί: αυτός είναι ο ευτυχισμένος.
Ίσως για το παιδί που παραμονεύει απ'το παράθυρο του πάνω δωματίου
ήμουν (με το δανεικό αυτοκίνητο) σαν όνειρο, νεράιδα αληθινή.
Ίσως για το κορίτσι που κοίταξε, ακούγοντας το θόρυβο της μηχανής,
απ'το παράθυρο της κουζίνας στο ισόγειο,
είμαι σαν τον πρίγκιπα που περιμένουν οι καρδιές όλων των κοριτσιών,
και θα με κρυφοκοιτάζει απ'το παράθυρο, μέχρι τη γωνία που θα χαθώ.
Θ'αφήσω όνειρα πίσω μου ή είναι τ'αυτοκίνητο που τ'αφήνει;
Εγώ, ο οδηγός του δανεικού αυτοκινήτου, ή το δανεικό αυτοκίνητο που οδηγώ εγώ;

Στο δρόμο της Σίντρα στο φεγγαρόφωτο, στη θλίψη,
μπροστά στους κάμπους και τη νύχτα,
οδηγώντας τη δανεική Σεβρολέτ απαρηγόρητα,
χάνομαι στο μελλοντικό δρόμο, εξαφανίζομαι στην απόσταση που διανύω,
και μ'έναν πόθο τρομερό, απότομο, βίαιο, ασύλληπτο, επιταχύνω...
Αλλά η καρδιά μου έμεινε στο σωρό τις πέτρες, που
προσπέρασα βλέποντας τον χωρίς να τον βλέπω,
στην πόρτα του χαμόσπιτου,
η αδειανή καρδιά μου,
η ανικανοποίητη καρδιά μου,
η καρδιά μου ανθρωπινότερη από μένα, ακριβέστερη απ'τη ζωή.

Στο δρόμο της Σίντρα, κοντά μεσάνυχτα, στο φεγγαρόφωτο, στο τιμόνι,
στο δρόμο της Σίντρα, τι κούραση της ίδιας της φαντασίας,
στο δρόμο της Σίντρα, όλο και πιο κοντά στη Σίντρα,
στο δρόμο της Σίντα, όλο και πιο μακριά από μένα...

Alvaro de Campos

Κυριακή, 5 Μαΐου 2019

Μετέωρο

Η απουσία που έχει για μένα θέση ανάσας αρχίζει πάλι να πέφτει στα χαρτιά όπως το χιόνι.
Η νύχτα φανερώνεται. Γράφω όσο γίνεται πιο μακριά από μένα.

André du Bouchet (Μετέωρο)

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2019

Αφιέρωση

Ι

Στις τσουκνίδες και στις πέτρες.

Στην "ακρίβεια των μαθηματικών". Στα μισοφωτισμένα βραδινά τρένα.
Στους χιονισμένους δρόμους κάτω από το άστρο του απείρου.
Πορευόμουν, περιπλανιόμουν. Και οι λέξεις έβρισκαν με δυσκολία
το δρόμο μέσα στη φοβερή σιωπή. - Στις λέξεις της υπομονής
και της σωτηρίας.

ΙΙ

Στην "Παναγία της εσπέρας". Στο μεγάλο πέτρινο τραπέζι στις ευτυχισμένες όχθες.
Σε βήματα που συναντήθηκαν κι ύστερα χώρισαν.

Στο χειμώνα πέρα από τον Άρνο. Στο χιόνι και στα τόσα βήματα.
Στο παρεκκλήσι του Brancacci, όταν νυχτώνει.

ΙΙΙ

Στα νησιώτικα ξωκλήσια.

Στην Galla Placidia. Ο στενοί τοίχοι μετρούν τον ίσκιο μας.
Στα αγάλματα στη χλόη, που, ίσως όπως εγώ, δεν έχουν πρόσωπο.

Σε μια πόρτα στην γκρίζα πρόσοψή σου, πόρτα χτισμένη με τούβλα
στο χρώμα του αίματος, καθεδρικέ ναέ της Valladolid.
Στους μεγάλους πέτρινους περιβόλους.
Σ'ένα paso φορτωμένο νεκρό και μαύρο χώμα.

Στην Αγία Μάρθα του Aglie στο Canavese. Το κόκκινο τούβλο που γέρασε
συλλαβίζοντας τη χαρά του μπαρόκ. Σ'ένα έρημο, έγκλειστο του δάσους παλάτι.
(Σε όλα τα παλάτια αυτού του κόσμου όταν υποδέχονται τη νύχτα.)

Στη διαμονή μου στο Urbin ανάμεσα στο πλήθος και στη νύχτα.

Στον Άγιο Υβ της Σοφίας.

Στους Δελφούς όπου δεκτός ο θάνατος.

Στην πόλη με τους χαρταετούς και τα μεγάλα γυάλινα σπίτια που αντανακλούν τον ουρανό.

Στους ζωγράφους της σχολής του Ρίμινι. Θέλησα να γίνω ιστορικός αγωνιώντας για τη δόξα σας.
Θα ήθελα να αγνοήσω την ιστορία για να υπηρετήσω το δικό σας  απόλυτο.

IV

Και πάντοτε σε κάποιες αποβάθρες της νύχτας, σε πάμπ, σε μια φωνή που λέει
"Είμαι η λάμπα, Είμαι το λάδι".

Σ'αυτή τη φωνή, που έσβησε αναζητώντας εναγώνια την ουσία.
Στο γκρίζο του κισσού κλαδί. Σ'ένα χορό. Σ'αυτές τις δύο αίθουσες,
όποιες κι αν είναι, που κρατούν τους θεούς ανάμεσά μας.

Yves Bonnefoy (Αφιέρωση)

Τρίτη, 23 Απριλίου 2019

Ποίημα

Η Τζαζ αυτοκτόνησε
Μα μην αφήσεις την ποίηση να αυτοκτονήσει

Μη φοβηθείς της νύχτας τον παγωμένο αέρα

Μη δίνεις βάση στα ιδρύματα
σαν απαντάς με χειρόγραφα
στα πλούσια γραφεία

μην υποκλίνεσαι και λογοφέρνεις για το προβάδισμα της Ήντιθ Γουόρτον
ή για την πρόζα μιας αποφοίτου ούρσουλας απ'τη νεμπράσκα
άραξε στην αυλή σου απλά
και γέλα παίξε όμορφα
σαν παλαβός τρομπόνι
και αν κάποιος σου χαρίσει χάντρες
φυλαχτό, γιορντάνι, ή κάτι τέτοιο,

κοιμήσου έχοντάς τες κρεμασμένες στο λαιμό

Τα όνειρά σου θα'ναι μάλλον καλύτερα

Δεν υπάρχει βροχή
δεν υπάρχω εγώ,
σου λέω άνθρωπε μου
να'σαι σίγουρος.

Jack Kerouac (Ποίημα)

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

Μπλουζ του Κονιάκ

Μόλις που πρέπει να πληρώσεις
τα τέλη σου στον παράδεισο -
Ο παράδεισος θα'ναι αδιάφορος
γι'αυτόν τον αδιάφορο σκύλο.

(Μα και πάλι, η τίμια αδιαφορία
ήταν καλύτερη απ'την ανημποριά)

.............αλήθεια,
όταν ακούω σάπια λόγια
για δικαιοσύνη και δημοκρατία
και ξέρω πως οι υποκριτές
λένε ψέματα μες απ'τα
ψεύτικά τους δόντια

Δεν είμαι αδιάφορος προς τον θεό,
είμαι αδιάφορος για μένα
σ'αυτην τη γη

Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα
πιο γελοίο από μένα πάνω
στη γη -
Στ'αλήθεια!

Jack Kerouac (Μπλουζ του κονιάκ)

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019

Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια

Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια.

Να γράψω, ας πούμε: "Έχει μι'αστροφεγγιά απόψε
και τα μενεξεδιά αστεράκια λαμπυρίζουνε στα χάη".

Της νύχτας ο άνεμος διαβαίνει στους ουρανούς και τραγουδάει.

Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια.
Την εγαπούσα εγώ, και κάπου-κάπου μ'αγάπαγε κι εκείνη.

Χιλιάδες βράδυα, όπως και τώρα, την έσφιγγα στην αγκαλιά μου.
Αμέτρητα φιλιά της έδινα κάτω απ'τον άσωτο ουρανό.

Μ'αγάπαγε κι εκείνη, και κάπου-κάπου την αγάπαγα κι εγώ.
Πως να μην τ'αγαπήσεις τα μεγάλα , τα ήμερα μάτια της.

Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια.
Θα σκέφτομαι πως δεν την έχω εγώ.
Θα νιώθω ότι την έχω χάσει.

Θ'ακούω την απέραντη νύχτα,
την πέντε φορές απέραντη χωρίς εκείνην.
Και τους στίχους να πέφτουν στην ψυχή μου
όπως πέφτει η δροσιά στο λιβάδι.

Τι έχει να κάνει που η δικιά μου αγάπη
εκείνηνε δεν την αγγίζει...
Έχει μι'αστροφεγγιά απόψε, μα εκείνη δεν είναι μαζί μου.

Αυτά λοιπόν. Πέρα, μακριά, άνθρωποι τραγουδάνε.
Μακριά, πέρα.
Πώς να χαρεί η ψυχή μου, αφού εκείνη εχάθηκε...

Την αναζητάει η ματιά μου, τη γυρεύει παντού.
Την αναζητάει η καρδιά μου, μα εκείνη δεν είναι μαζί μου.

Απαράλλαχτη η νύχτα ασημώνει τ'απαράλλαχτα δέντρα.
Μα από τότε εμείς ως τώρα έχουμε αλλάξει.

Τώρα πια δεν την αγαπάω, σίγουρα...
Πόσο όμως, Θέ μου, την αγάπαγα τότε.
Πολέμαγε η φωνή μου να βρεί τη ριπή του ανέμου
που θαν της άγγιζε το αφτί.

Με άλλον. Με κάποιον άλλον θα είναι.
Όπως και πρίν τήνε πάρει το φιλί μου.
Η φωνή της, τ'αστραφτερό της σώμα.
Τ'ατελείωτα μάτια της.

Τώρα πια δεν την αγαπάω, σίγουρα...
Μπορεί όμως και να την αγαπάω.
Βιάζεται ο έρωτας να λείψει κι αργεί να φύγει η λησμονιά.

Χιλιάδες βράδυα αφού, όπως και τώρα,
την έσφιγγα στην αγκαλιά μου -
πως να χαρεί η ψυχή μου, αφού εκείνη εχάθηκε...

Μπορεί νά'ναι αυτός ο τελευταίος καημός
που μου ανάβει εκείνη,
κι αυτοί εδώ οι τελευταίοι στίχοι που γράφω για κείνην εγώ.

Pablo Neruda (Είκοσι ερωτικά ποιήματα, XX)

Κυριακή, 14 Απριλίου 2019

Άθεη Προσευχή

Τα μάτια μου τα χέρια μου είναι όλο το βασίλειό μου
Τα μάτια μου το στόμα μου και η γούβα των χεριών μου
Βλέπω τη νύχτα μέσα τους. Η μέρα μου είναι ένα φάντασμα
Μιλώ στον άνεμο. Σιωπώ όταν βρίσκομαι στους δικούς μου
Εγώ που θα μπορούσα να πιω έναν ουρανό μες στην παλάμη μου
Δεν κρατώ παρά κατακάθι μέσα μου

Δεν ξέρω πια να συσπώ τα δάχτυλά μου πάνω σε τίποτα
Τ'ανοιχτά μάτια μου έχουν κάψει τα βλέφαρά τους
Αυτό που με αποφεύγει είναι το μοναδικό αγαθό μου
Είμαι πια χαμένος όταν ξεδιψώ βαθιά του
Η γλώσσα μου είναι ξερή και την υγραίνω μάταια
Μόλις την προφέρω η λέξη λειώνει στο φως

Τι είμαι λοιπόν; Ο καλόγερος μιας δυστυχίας
Που η ύπαρξη βασανίζει απ'την πείνα δίνοντάς του το στήθος
Πεθαίνω αδιάκοπα στα πράγματα που ελπίζω
Αλλ'αυτός ο θάνατος μ'εμποδίζει να πεθάνω
Ω αίνιγμά μου ω μηδέν που με φωτίζεις
Είναι κανείς Θεός όταν είναι σε τέτοιο βαθμό φτωχός.

Pierre Emmanuel (Άθεη προσευχή)

Κυριακή, 7 Απριλίου 2019

γιατι με λένε Τζάκ;

Τρίτη - μια σταγόνα
βροχής ακόμα
από τη στέγη.

Άστοχη η 
κλοτσιά μα το
ψυγείο έκλεισε.

Τα πεύκα
προχωρούν
μες στην ομίχλη.

Ξέρεις γιατί με λένε Τζακ;
Γιατί;
Γι'αυτό.

Jack Kerouac (Χαϊκού)

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2019

Ρόδο που το'κοψαν αργά

Έκοψα το νεκρό τριαντάφυλλο μαζί με την καρδιά της τριανταφυλλιάς.
Κι αμέσως φύσηξε ένα παράξενο αεράκι στο χρώμα του παιδικού πρωινού,
σαν το ψηλό φτερούγισμα πουλιού κατά το Νότο μέσα στου φθινοπώρου τις μετακινήσεις.
Άραγε, πες μου, τα δάχτυλά μου γύρω απ'το κλωνάρι ή τα δικά σου είναι που του ξανάδωσαν ζωή;
Επειδή τότε το φως κατακαλόκαιρου σα βλέμμα μπήκε μες στο σπίτι,
ενώνοντας μας στην αγάπη.
Άκουγε την καρδιά μου το παιδί κοιτάζοντάς μας:
Ο δρόμος από μένα μέχρι εκείνο περνούσε μέσα από την αγκαλιά σου,
κάτω απ'τους ήχους του νεκρού τριαντάφυλλου που τραγουδούσε.

Loys Masson (Ρόδο που το'κοψαν αργά)

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2019

Ανοιξιάτικο Τραγούδι

Όντας νεκρός
έχει κανείς πλεονέκτημα μεγάλο
σε σχέση με τους συνανθρώπους του -
μπορεί να ισχυριστεί κάποιος.

Έτσι λοιπόν,
η μυρωδιά της γης
να είναι πάνω κι από σένα -
ισχυρίζομαι

υπάρχει κάτι
δελεαστικά άγνωστο
κάποια ξεχωριστή διαφορά,
μια τελευταία αγάπη

να χωρίσει λόγω
των νεκρικών μας περιδέραιων, όταν
θα κείτομαι εντέλει
μες στο χώμα μαζί μ'εσένα χέρι χέρι.

William Carlos Williams (Ανοιξιάτικο τραγούδι)

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2019

Οι Αιώνες

Κοιτάζοντας εκείνο το σημάδι της οπλής
στο καθαρόαιμο άλογό του
ο καβαλάρης, μέσα σ'αυτό το λαξεμένος ίχνος,
όπου ήδη τα έντομα ετοιμάζαν το εργαστήρι τους,
μάντεψε ένα μελλοντικό τυπογραφείο
και, ψάχνοντας το δρόμο,
πλησιάζει και ρωτάει τον μαραγκό.
Αυτός, δίπλα σ'ένα τριαντάφυλλο,
την κοιλάδα πέρα μακριά ατενίζει κι αναπαύεται,
αυτός, που ούτε ποτέ του διάβασε βιβλίο
κι ούτε ποτέ του θα διαβάσει.

Jean Follain (Οι αιώνες)

Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

Η Ανθέμιδα

Προστάτεψα την τύχη ενός ζευγαριού.
Το ακολούθησα μέσα στην σκοτεινή του ειλικρίνεια.
Τα γηρατειά του χείμαρρου μου διάβασαν τη σελίδα της ευγνωμοσύνης.
Μια καινούρια καταιγίδα προαναγγέλλονταν.
Το φως της γης μ'άγγιζε.
Κι ενώ χαράζονταν επάνω στο τζάμι η παιδικότητα του δικαιοκρίτη
-η επιείκεια είχε πεθάνει-
στο τέλος της υπομονής μ'έπιασαν λυγμοί.

René Char (Η Ανθέμιδα)

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2019

Κραυγή

Η παρωνυχίδα με σούβλιζε με πόνο φοβερό.
Μα εκείνο που μ'έκανε να υποφέρω πιο πολύ, ήταν που δεν μπορούσα να φωνάξω.
Γιατί ήμουν στο ξενοδοχείο.
Είχε νυχτώσει για καλά κι η κάμαρά μου βρισκόταν ανάμεσα σε δυο άλλες όπου οι άνθρωποι κοιμούνταν.

Τότε, βάλθηκα να βγάζω από το κρανίο μου μεγάλα ταμπούρλα, σάλπιγγες, κόρνα, κορνέτες,
κι ένα μηχάνημα που βούιζε περσότερο κι από'να όργανο.
Έτσι, χάρη στην υπέρμετρη δύναμη που μου έδινε ο πυρετός,
έφτιαξα μια ορχήστρα που σε ξεκούφαινε.
Όλα γύρω τρέμανε από τους κραδασμούς.

Τότε, σίγουρος πως μέσα σ'αυτόν τον πάταγο η φωνή μου δε θ'ακουγόταν,
άρχισα να ουρλιάζω, να ουρλιάζω ώρες ολάκερες, ώσπου στο τέλος σιγά σιγά ανακουφίστηκα.

Henri Michaux (Κραυγή)

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

Ο Θρήνος του Απαιτητικού Ανθρώπου

Στη θέση της νύχτας
Ζητούσε τον ήλιο
Φώναζε να του φέρουν τον ήλιο
Στη μέση καταμεσής
Της νύχτας (που ακούστηκε)

Τον ήλιο (φώναζε)
Τον ήλιο (απαιτούσε)
Τον ήλιο! Τον ήλιο!

Του λέγανε: Τι να τον κάνεις;
Απαντούσε: Το φως
Θέλω να γίνει φως
Στη σκοτεινή αυτή υπόθεση.

Μα ποιά υπόθεση; του λέγανε
Απαντούσε: Στην παλιοϋπόθεση
Την παλιοϋπόθεση της ζωής μου
Θέλω να φωτιστεί εντελώς
Η βρόμικη αυτή υπόθεση.

Του λέγανε: Η ζωή σας;
Δυστυχισμένε δεν έχετε ζωή!
Δεν είχατε ζωή ποτέ σας,
Είχατε τη ζωή των άλλων.

Να μιλάτε γι'αυτό το πράμα
Σαν να'τανε δικό σας
Πόση μα πόση ματαιοδοξία
Σας συμβουλεύω να μην πολυμιλάτε
Αλλιώς θα σας συλλάβουν!

Έλεγε: Αλλάξτε τη συζήτηση
Σας ζήτησα τον ήλιο
Και μου μιλάτε γι'αστυνομία
Του απαντούσανε: Εσείς, εσείς
Το θελήσατε ζητώντας τον ήλιο
Μες στη μέση της νύχτας
Αύριο θα ζητάτε
Τα σκοτάδια το μεσημεράκι!

Γιατί όχι; απαντούσε
Δεν καταλαβαίνω τις ώρες
Δεν ξέρω να υπολογίζω
Δεν μπορώ να συνηθίζω
Το μόνο που ξέρω τώρα
Είναι πως κάνει νύχτα σαν μελάνι
Και στην μελανιασμένη αυτή νύχτα
Α-π-ο-ζ-η-τ-ά-ω τ-ο-ν ή-λ-ι-ο!

Παρ'όλες τις προσπάθειές μας
Δεν μπορέσαμε να του δώσουμε
Την παραμικρότερη σπίθα
Του ηλιακού φωτός
Στη μέση της μαύρης νύχτας
Που τον σκέπαζε ολόκληρο.

Κι αυτός για να μην ενδώσει
Με τα μάτια ορθάνοιχτα
Πάνω σ'ένα τελείως άλλο φως
Ξεψύχησε.

Jean Tardieu (Ο θρήνος του απαιτητικού ανθρώπου)