Τρίτη, 25 Αυγούστου 2020

Όνειρο

Ἄνθη μάζευα γιὰ σένα
στὸ βουνὸ ποὺ τριγυρνοῦσα.
Χίλια ἀγκάθια τὸ καθένα
κι᾿ὅπως τἄσφιγγα πονοῦσα.

Νὰ περάσης καρτεροῦσα
στὸ βορηὰ τὸν παγωμένο
καὶ τὸ δῶρο μου κρατοῦσα
μὲ λαχτάρα φυλαγμένο

στὴ θερμὴ τὴν ἀγκαλιά μου.
Ὅλο κοίταζα στὰ μάκρη.
Ἡ λαχτάρα στὴν καρδιά μου
καὶ στὰ μάτια μου τὸ δάκρι.

Μέσ᾿στὸν πόθο μου δὲν εἶδα
μαύρη ἡ Νύχτα νὰ σιμώνη
κ᾿ἔκλαψα χωρὶς ἐλπίδα
πο δ στχα φέρει μόνη.

Μαρία Πολυδούρη (Όνειρο)

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2020

Η Αποτυχημένη Συμφωνία


Τὸ βράδι τῆς μεγάλης πρόβας. Μπαίνουν,
ἄφωνα χελιδόνια, οἱ μουσικοὶ
μαυροντυμένοι, μὲ τ'ὀλάσπρο στῆθος,
μὲ μία βιασύνη ἀργὴ καὶ νευρική.

Οἱ κριτικοί με τὴν καρδιὰ κλεισμένη
ἐπίσημα σ'ἕνα πλαστρὸν σκληρό,
ἀνησυχοῦν τί θἄπρεπε νὰ ποῦνε
γιὰ ἕνα ταλέντο τόσο νεαρό.

Ὁ μουσουργὸς μαζὶ μὲ δυὸ κυρίους,
ἕνα παιδὶ χαριτωμένο ἐκεῖ
καὶ τίποτε ἄλλο, δὲν μπορεῖ νὰ πείση
πὼς θὰ παιχθῆ δική του μουσική.

Κ'ἔχει μία ἀνησυχία, μὲ τὴ σκέψη
πὼς εἶναι ἀλήθειες τόσο σκοτεινές,
δύσκολες κι ἀφανέρωτες ποὺ μοιάζουν
σὰν τὶς λησμονημένες ζωντανές.

Ντάν! –Τὰ παραπετάσματα κινοῦνται
σὰ νέφη σκοτεινὰ ποὺ ὑποχωροῦν
καὶ φαίνονται τὰ χέρια μιᾶς γυναίκας
ποὺ ψάχνουν στὸ κενὸ καὶ προχωροῦν.-

Νάτη, στὸ μέσο τῆς σκηνῆς ποὺ στέκει
μ'ἕνα γαλήνιο μέτωπο. Γελᾶ
τόσο γλυκά. Στὸ πρόσωπό της τρέχει
ἕνα μεγάλο δάκρυ, ἐνῶ γελᾶ

τόσο γλυκά. –Τὰ χέρια της ὑψώνει
δεμένα στὸ κενό, σὰν ξαφνικὸ
κακὸ νὰ τὴν ἐχτύπησε, λυγίζει
σ'ἕνα χορὸ τρελλό, δαιμονικὸ

κι'ἀφήνει μία φωνὴ σὰν πελαγήσια
βουή· κάτι ἀπὸ μάκρη, ἀπὸ βαθιὰ
ποὺ φτάνει κ'εἶναι δρόσος κι ἁρμονία.-
Βροχὴ τῶν δοξαριῶνε χρυσαφιά.

Κάτι σὰν τὴ φωνὴ τοῦ σπίνου. Φέγγει,
τὸ χεῖλος της καρπὸς χειμωνικὸς
καὶ σκύβει καὶ φιλεῖ τὴ γῆ σὰ νἄταν
ὁ ξεχασμένος τάφος ὁ γλυκός.-

Τὰ χείλη της σαλεύουν. Τρεμουλιάζει
σύσσωμη, ἕνα ἀνοιξιάτικο κλαρὶ
κι' ὅταν ἀνοίξη τὰ κλεισμένα μάτια
ὅλη καθὼς τὸ μέταλλο ἀναρρεῖ.

Καὶ πέφτει μ'ἕνα βόγγο πληγωμένου
ἐνῶ τὰ χείλη της γελοῦν γλυκά.-
Τὰ χέρια της μέσ'στὸ κενὸ σφαδάζουν,
δυὸ χέρια σκλαβωμένα, ἐρημικά.

Καὶ χάνονται πίσω ἀπὸ τὰ γαλάζια
παραπετάσματα ποὺ προχωροῦν
σὰν πνεύματα γαλήνια ποὺ περνοῦνε
χωρὶς ν'ἀνησυχοῦνε καὶ ν'ἀποροῦν.

Οἱ κριτικοὶ κινοῦν βουβὰ τὰ χείλη
σὰν μ'ἀκαταδεξιά: τί λὲς ἐκεῖ!
Κι'ἀνησυχοῦν στ'ἀλήθεια τί θὰ ποῦνε...
«Μι τόσο δίχως χρμα μουσική»!

Μαρία Πολυδούρη (Η αποτυχημένη συμφωνία)

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2020

Μόνο γιατί μ'αγάπησες


Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’αγάπησες
στα περασμένα χρόνια. 
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια, 
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
 μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
 μόνο γι’αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
 κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
 μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

 Μόνο γιατί τα μάτια σου με κοίταξαν
 με την ψυχή στο βλέμμα,
 περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο 
της ύπαρξής μου στέμμα,
 μόνο γιατί τα μάτια σου με κοίταξαν. 

Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες
 και στη ματιά σου να περνάει
 είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο
 να παίζει, να πονάει, 
μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.

 Γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες
 και μου άπλωσες τα χέρια 
κι είχες μέσα στα μάτια σου το θάμπωμα
 – μια αγάπη πλέρια,
 γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες. 

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
 γι’αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
 Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,
 σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
 Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.

 Μόνο γιατί μ’αγάπησες γεννήθηκα,
 γι’αυτό η ζωή μου εδόθη. Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
 μένα η ζωή πληρώθη.
 Μόνο γιατί μ’αγάπησες γεννήθηκα.

 Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
 μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
 Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου 
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
 μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.

 Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’αγάπησες
 έζησα, να πληθαίνω 
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες 
κι έτσι γλυκά πεθαίνω
 μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’αγάπησες.

Μαρία Πολυδούρη (Μόνο γιατί μ'αγάπησες)

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2020

Η Ψυχανάλυσις των Φαντασμάτων


...αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών και κύμβαλον αλαλάζον.
Απ. Παύλος

Σα μπαίνη το καράβι της αγάπης, τη νύχτα, μέσ'στο λιμάνι,
το υποδέχονται οι μυστηριώδεις μουσικές της ερημιάς.
Γύρω, τα νερά γιομίζουν λουλούδια όλων των ειδών
και όλων των χρωμάτων, και μιαν άσπρη σειρά από γυμνές γυναίκες
μάς περιμένει στην προκυμαία. Είναι έτοιμες, όλες τους,
στο πρώτο μας νεύμα, να φορέσουν αμέσως την κόκκινη στολή των βουτηχτάδων.
Όχι όμως για να κατεβούν στα βάθη της θάλασσας, αλλά μόνο και μόνο για νάρθουν
να μας περιμένουν, ίσως κι'ώρες ολόκληρες, ακούραστα,
στοργικά, στην είσοδο του υπογείου σιδηροδρόμου.
Εμείς, φυσικά, φτάνουμε αναπάντεχα, κουνώντας τα μεγάλα
φτερά μας και φωνάζοντας λόγια ασυνάρτητα κι ωραία.
Τότες γίνεται απότομα πιο αισθητή η ησυχία του εξοχικού τοπίου,
κι'έτσι μέσ'στα σκοτάδια, απ'τα χωράφια, ξεπετιούνται
άνθρωποι μαυροντυμένοι, που είναι οι κομήτες,
και πιάνα ορθά, με τα λευκά τους πλήκτρα, που είναι τα άστρα.
Οι σημαίες κυματίζουν στον άνεμο, σε κανονικά διαστήματα
ηχούν τα μυδραλλιοβόλα, και τα παιδιά τραγουδούν.
Στ'αυτιά μας ακούμε τα προφητικά ονόματα 
των γυναικών που θ'αγαπούσαμε. Επίσης και το όνομα
μιας πόλεως: Σινώπη. Εγώ όμως δεν φοβούμαι το θάνατο,
γιατί αγαπώ τη ζωή.

Νίκος Εγγονόπουλος (Η ψυχανάλυσις των φαντασμάτων)

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2020

Μια Βάρκα στο Ποτάμι

Μακριά, στο φεγγαρόφωτο,
Στο ποτάμι, μια βάρκα
Γαλήνια περνά.
Αυτό τι φανερώνει;

Δεν ξέρω, μα εγώ απομακρύνομαι
Από τον εαυτό μου,
Και ονειρεύομαι
Κάτι που δεν μπορώ να δω.

Ποια αγωνία με καταβροχθίζει;
Ποιος έρωτας κανέναν μας δεν εξηγεί;
Η βάρκα περνά
Κι η νύχτα μένει.

Fernando Pessoa

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020

Η Πλεκτάνη των Ναυαγίων

Δεν γνωρίζω τι γίνεται τη νύχτα, ή και τη μέρα ακόμη,
στ'άγρια, τα ψηλά βουνά. Ξέρω, όμως, να πω για τα μυστηριώδη
και παράξενα στοιχειά που κατοικούνε μόνα τους
στις κορφές των έρημων λόφων. Ξέρω να πω πολλά για
τις συνήθειες τους, και πώς δεν απομακρύνονται ποτές
από τα σημεία -πάντα τα πιο ψηλά- όπου εδιάλεξαν
για μόνιμη διαμονή τους. Πώς περνώντας ο διαβάτης,
από μακριά ή από κοντά, μεσημέρι για βράδυ, τα διακρίνει,
τα βλέπει, άλλοτε ν'ανεμίζουνε σαν πολεμικά μπαϊράκια,
άλλοτε να παίρνουν σχήματα αλλόκοτα, κατά προτίμησιν
τεσσάρων ξύλων με μια σκεπή από ξερά κλαριά πεύκου,
ίδια με τα τσαρντάκια που στήνουν οι αλβανοί ποιμένες
σαν ήχο φλογέρας. Άλλοτε πάλι ταξιδεύουν σε μακρινά
κι'ανεξερεύνητα πελάγη, επιβαίνοντα πεπαλαιωμένων πετρελαιοφόρων,
πάντοτε δε, υπό ελληνοκαθολικήν σημαίαν,
εις μνήμην βέβαια του θεού Πανός. Κι'έτσι, απλή,
φυσική, λογική, κι'ίσως ακόμη και ψυχαναλυτική συνέπεια
είναι ν'αφήνουν, και τη νύχτα, αναμμένα τα φώτα στα
εργοστάσια, καθώς κι'αυτές τις θεώρατες στίβες σκουπιδιών
και τενεκέδων μεσ'τα χωράφια. Όλα για το μεγάλο
θεό Πάνα. Όμως, τα ηλεκτρικά φώτα είναι τελείως άχρηστα
και μόνο που και που, κι'αυτό σε πολύ αραιά διαστήματα,
χρησιμεύουν να φωτίζουν ακρογιάλια που δέρνει ο άνεμος,
ξύλινες εγκαταλελειμμένες μπαράγκες, φύκια κι'απολιθωμένα
κόκκαλα προκατακλυσμιαίων τεράτων, ως και μαρμάρινες
προτομές αυτοκρατόρων και ποιητών.

Νίκος Εγγονόπουλος (Η πλεκτάνη των ναυαγίων)

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2020

Και Φεύγεις Πάλι


στην Ελένη

Όταν τη νύχτα κατεβαίνει η δροσιά της χάρης
απ'τα ρυάκια του φαλακρού Παλαμηδιού
και ζητάω μάρτυρα της απρόσμενης ειρήνης
ψάχνω ν'απιθώσω τα μάτια μου στη μνήμη σου.
Και συ έρχεσαι σιωπηλή και αμφίβολη
με το λίκνισμα των είκοσι χρόνων σου
βλέπεις τα χαρτιά και τη φλόγα μου
και φεύγεις πάλι
ανυποψίαστη για τη φωτιά μου.

Πάνος Λιαλιάτσης (Και φεύγεις πάλι)

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2020

Πρόλογος

Γράφω για το ζητιάνο
εκεί στον πρόναο`
η λειτουργία είναι για τους κυρίους.

Πάνος Λιαλιάτσης (Πρόλογος)

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2020

Ημέρες Απώλειας

Έρχονται οι ημέρες της απώλειας
Ο ημεροδείκτης έμεινε λειψός
Αργοκινείται η ώρα
Οι μεγάλες αγκαλιές δεν θα ξαν'ανοίξουν για εμάς, διάπλατα
Έρχονται τα χρόνια που δεν θα αντικρίσουμε ξανά μάτια γνώριμα
Μάτια που κοιτούσαν μέσα μας
Η αφή μας δεν θα ξανανιώσει τα χείλη τους
Και μέχρι το σούρουπο θα ιδιωτεύουμε, όντας φτωχότεροι
Ή πάλι μπορεί να μην έρθουν τα χρόνια αυτά για μας
Όντας εμείς ο ήρωας της κορνίζας...

Παύλος Βερισογλάκης (Ημέρες απώλειας)

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2020

Πρωινό Ξύπνημα

Οι γρίλιες φώτισαν
Τα λευκά σκεπάσματα μυρίζουν δέρμα και ιδρώτα
Κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού
Τα μάτια αρνούνται να ανοίξουν
Σηκώνομαι αργά βάζοντας τα ακροδάχτυλα στις παντόφλες
Περπατώ ως το μπάνιο, αγκυλωμένος
Ανοίγω το φως και δέχομαι την επίθεση του
Τα μάτια μου δυσκολεύονται να επικρατήσουν
Κρύο τρεχούμενο νερό, πλημμυρίζουν τα χέρια μου
Το πρόσωπο μου δέχεται τη δροσιά του
Τα μάτια πλέον ανοίξαν οριστικά
Μια βλεφαρίδα αποκολλάται
Δοκός στο μάτι μου
Ενοχλητική σαν τη λάμψη του ήλιου
Ο αριστερός δείκτης με λυτρώνει
Μια ωραία ημέρα με περιμένει...

...και τότε διαβλέψεις εκβάλειν το κάρφος
εκ του οφθαλμού του αδελφού σου.

Παύλος Βερισογλάκης (Πρωινό ξύπνημα) 

Σάββατο, 30 Μαΐου 2020

Η Γυναίκα μου

Η γυναίκα μου, σαν κούκλα με το νέο της φουστάνι,
στον περίπατο σαν βγαίνει είδες νάζι που το κάνει;
"Προσκυνώ!", της λέει ο ένας, "Δούλος σας!", της λέει ο άλλος,
και εγώ, ωσάν μεγάλος
της Ευρώπης διπλωμάτης,
αντιχαιρετώ τους φίλους συμπεριπατών σιμά της.
-Γυναικούλα μου, ποιός είναι ο ξανθός με τα μουστάκια;
-Παίζαμε μαζί, μου λέει, όταν είμαστε παιδάκια.
-Αμ αυτός ο μαυρογένης;
-Αυτός είναι ο κουμπάρος της κουμπάρας της Ελένης.
-Και αυτός που περπατάει σα μουλάρι που κλωτσάει;
-Μου τον είχανε συστήσει τις προάλλες σ'ένα τσάι.
-Αμ αυτός πόχει βαμμένα τα μουστάκια και τα γένια;
-Ούφ, λογαριασμούς γυρεύεις! Δεν είναι δική σου έννοια!
Βγάνε σ'όλους το καπέλο,
και ποιοί είναι και τι θέλουν να με ρωτάς δεν θέλω!

Μωρέ, κόσμο που γνωρίζει η γυναίκα μου αυτή!
Πως δεν τσ'έρχετ'η ιδέα να με βγάλει βουλευτή;

Γεώργιος Μολφέτας (Η γυναίκα μου)

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2020

Νυκτοβασία

Χτες το βράδυ βγήκα απτό σώμα μου
και άρχισα να περιπλανιέμαι πάνω απ'την πόλη.
Νόμιζα πως ονειρευόμουν αλλά είχα κάνει λάθος.
Καθώς πετούσα είδα δυο άντρες να λογομαχούν
και μια πόρνη να ψωνίζεται.
Είδα ακόμη μια μοναχή να προσεύχεται
και ένα ζευγάρι να κάνει έρωτα.
Ένας αδέσποτος σκύλος περπατούσε αμέριμνος
και μια κουκουβάγια με κοιτούσε κατάματα.
Τελικά έφτασα στο νεκροταφείο.
Είναι το μόνο μέρος που βρίσκεις ησυχία.
Αφού περπάτησα ανάμεσα στους τάφους
έκατσα κάτω από ένα κυπαρίσσι για να ξεκουραστώ.
Τότε κοίταξα γύρω μου και σκέφτηκα
πως ένα από τα σημαντικότερα πράγματα στον κόσμο
είναι το προνόμιο της περισυλλογής.

Νικόλαος Λυκομήτρος (Νυκτοβασία)

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2020

Κύκλοι


Μόνος στον κύκλο
Μόνοι στον κύκλο
Μα τελικά ποιος επιλέγει τη διάμετρο;
Εσύ;
Εγώ;
Αυτοδικαιωμένοι με το διαβήτη του εγωισμού
χαράζουμε μια διάμετρο,
ικανή να χωρέσει την ασφάλεια μας,
καλύπτοντας την ανασφάλεια μας.

Αλλά τελικά,
εγώ
εσύ
μένουμε έξω από τον δικό μας κύκλο,
μια κουκίδα στον λευκό κόσμο.
Την γκρίζα ώρα της υπομονής
οι κύκλοι μας θα εφάπτονται;
Δύο έμμετροι κύκλοι αντιμέτωποι του φόβου.
Ένα μέτωπο με δυο ευθυγραμμισμένα μάτια
ή υπό το έμβολο της ζηλοφθονίας
μείνουμε μόνοι;
δύο κύκλοι
δυο κουκίδες

Παύλος Βερισογλάκης (Κύκλοι)

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2020

Άδειο το Σπίτι

Άδειο το σπίτι

Μες στο δωμάτιο
Μονάχα η κόμη της
Ίδια μια θύελλα
Που αναστατώνει
Τον καθρέφτη

Έξω στον κήπο
Η ορχήστρα
Που κατευωδώνει
Τα τελευταία φώτα

Και η νύχτα έρχεται
Μοιράζοντας
Τα διαμαντικά της

Τάκης Βαρβιτσιώτης (Άδειο το σπίτι)

Τρίτη, 12 Μαΐου 2020

Περιμένω

Αλήτεψες τα χρόνια που σε υποπτευόμουνα μονάχα.
Τότες, παραφύλαγες τις αχτίνες του ήλιου
και τις πέρναγες στη βελόνα σου.
Τα σπουργίτια φοβόντουσαν
πως τους κλέβεις τις ώρες τους.
Γελούσες με τη ζήλια τους.

Έπειτα γύρεψες τα ποτάμια
και τις κορφές.
Δε σε προδώσανε - μόνο που
δε σε καταλάβανε.
Και σύ έκλαψες.
Κ'είπες θα γίνεις νοικοκύρης.
Προσπάθησα να σου ξαναθυμίσω
τι ήσουνα.
Σου το μουρμούρησα τις νύχτες΄
σου μπάλωσα τ'άσπρο σου πουκάμισο
με τη βελόνα πούχες περάσει μοναχός.
Μα δε με γνώρισες.
Κι ούτε τον ήλιο αγνάντεψες
πάνω στο ξαναραμένο σου ρούχο.

Μ'ακούς;
Τζιτζίκι γίνηκα στης ελιάς τον κορμό΄
πήρα το δέρμα του τριφυλλιού
για να μη με γνωρίσει το τσιλιτόνι΄
φύτρωσα στο πρωινό σου παραθύρι
δίπλα στην κόκκινη γαρυφαλλιά
- με βλέπεις;

Έλα τώρα, καλέ μου.
Ξαναπάρε καβάλλα το πλατανόφυλλο
και πέρνα το ποτάμι.
Ξανασμίξε τον ίσκιο σου με τ'αγριοπερίστερα.
Μη φοβηθείς.
Ξέρω να περιμένω.

Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ (Περιμένω)

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2020

Το Τέλειο Νούμερο

Κι αν ο καθρέφτης έχει σπάσει;
Κι αν δεν υπήρξε ποτέ καθρέφτης;
Εκεί που νομίζαμε λοιπόν
πως βλέπουμε τον εαυτό μας
μπορεί να κοιταζόμαστε με τον άλλο
που μας μιμείται με ακρίβεια
που με ακρίβεια τον μιμούμαστε
σε κάθε κίνηση κάθε μορφασμό
κάνοντας τέλεια κι οι δύο
ένα νούμερο παντομίμας
όπως το έκαναν σ'εκείνη την ταινία
ο Γκρούσο και ο Χάρπο Μαρξ
ο φλύαρος και ο βουβός
ως την στιγμή που ξανά θα το χαλάσει
περνώντας μέσα απ'τον ανύπαρκτο καθρέφτη
ο τρίτος αδελφός, ο ανυποψίαστος Τσίκο.
Άραγε ποιοι χαλάν τα παραμύθια
οι ανυποψίαστοι ή μήπως οι υποψιασμένοι;

Τίτος Πατρίκιος (Το τέλειο νούμερο)

Κυριακή, 10 Μαΐου 2020

Συνήθιζε τα Βράδια...

Συνήθιζε τα βράδια
να κάθεται στο μπαλκόνι,
ανάμεσα σε δυο γλάστρες άδειες
σαν την καρδιά της΄
είχε τα χέρια της
αφημένα
στο κενό
και περίμενε.
Τότε
κατέβαινε
ένα μικρό κόκκινο αστέρι
και φλυαρούσε
ανάμεσα στα μαλλιά της.

Ανδρέας Μοθωνιός (Συνήθιζε τα βράδια...)

Σάββατο, 9 Μαΐου 2020

Εγώ τα μάρανα τα Ρόδα

Εγώ τα μάρανα τα ρόδα,
εγώ το σώπασα ταηδόνι΄
μα η συγνεφιά με πνίγει τώρα,
ω, πέστε μου, που ξημερώνει;

Κι απόστασα μέρες και νύχτες
μέσα στην έρμον οδοιπόρος
κι ούτε ο γιαλός ξανοίγει ομπρός μου
κι ούτε πια βλέπω πίσω τόρος.

Εγώ τον ρήμαξα τον κήπο
εγώ τον ξύπνησα τον γκιώνη΄
μα η συγνεφιά με πνίγει τώρα,
ω, πέστε μου, που ξημερώνει;

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος (Εγώ τα μάρανα τα ρόδα)

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2020

Το Τρελοβάπορο


Βαπόρι στολισμένο βγαίνει στα βουνά
κι αρχίζει τις μανούβρες "βίρα-μάινα"

Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές
φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ'τις δυό μεριές

Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ'όνειρο
κι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρό

Απο τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς
βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς

Ελα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ
τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο

Χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε
χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε

Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε
μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε

Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινο  τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!

Οδυσσέας Ελύτης (Το Τρελοβάπορο)