Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2018

Γέννηση της μέρας

Όταν η μέρα τεντωθεί από το κοτσάνι της κι ανοίξει όλα τα χρώματα πάνω στη γή,
όταν από φωνή σε στόμα σπάσει ο σταλαγμίτης,
όταν ο ήλιος κολυμπήσει σαν ποτάμι σ'ένα κάμπο αθέριστο
και τρέξει ένα πανί, βοσκόπουλο των μελτεμιών, μακριά,
πάντα η στολή σου είναι στολή νησιού, είναι μύλος που γυρίζει ανάποδα τα χρόνια,
τα χρόνια που έζησες και που τα ξαναβρίσκω να πονούν στο στήθος μου τη ζωγραφιά τους
- η μια βερυκοκκιά σκύβει στην άλλη και το χώμα πέφτει από την αγκαλιά του ξυπνητού νερού,
η σφήκα στο κορμί του φλόμου ανοίγει τα φτερά της,
ύστερα ξαφνικά πετάει και χάνεται βουίζοντας,
κι από σταλαγματιά σε φύλλο κι από φύλλο σε άγαλμα όσο πάει και πιο πολύ μεταμορφώνεται ο καιρός,
παίρνει τα πράγματα που σε θυμίζουν κι όσο πάει και πιο πολύ τα συγγενεύει μες στον έρωτά μου,

ο ίδιος πόθος ξαναϋφαίνεται,
ο κορμός όλος φλέγεται του δέντρου, του ήλιου, της καλής καρδιάς.

Έτσι σε βλέπω ακόμη στην αχτίδα της αιώνιας μέρας
ν'ακούς το χτυποκάρδι της στεριάς`
η γέννηση δεν άλλαξε ούτε μια χαρά σου.

Άφηνες μια μεγάλη νύφη αφρού ανεβαίνοντας,
τίναζες το κεφάλι σου σαπουνισμένο από την πρωινή ομορφιά,
η αιθρία πλάταινε τα μάτια σου,
δεν ήταν αίνιγμα που να μη σβήνει πια, που να μη γίνεται καπνός σε στόμα αιόλου
- άλλαζες με τα χέρια σου τις εποχές,
βάζοντας χιόνια και βροχές, λουλούδια, θάλασσες,
κ'η μέρα χώριζε από το κορμί σου, ανέβαινε, άνοιγε μεγάλη ευχή πάνω στα ηλιοτρόπια.

Τι ξέρει τώρα ο τζίτζικας από την ιστορία που άφησες, τι ξέρει ο γρύλλος;
Η καμπάνα του χωριού που ανοίγεται στον άνεμο,
η κάμπια, ο κρόκος, ο αχινός, το αλφάκι του νερού,
μυριάδες στόματα φωνάζουνε και σε καλούν`
έλα, λοιπόν, απ'την αρχή να ζήσουμε τα χρώματα,
ν'ανακαλύψουμε τα δώρα του γυμνού νησιού`
ρόδινοι και γαλάζιοι τρούλλοι θ'αναστήσουν το αίσθημα,
γενναίο σα στήθος, το αίσθημα έτοιμο να ξαναπετάξει,
έλα, λοιπόν, να στρώσουμε το φως,
να κοιμηθούμε το γαλάζιο φως στα πέτρινα σκαλιά του Αυγούστου.

Ξέρεις, κάθε ταξίδι ανοίγεται στα περιστέρια,
όλος ο κόσμος ακουμπάει στη θάλασσα και τη στεριά,
- θα πιάσουμε το σύννεφο, θα βγούμε από τη συμφορά του χρόνου,
από την άλλην όψη της κακοτυχίας,
θα παίξουμε τον ήλιο μας στα δάχτυλα,
στις εξοχές της ανοιχτής καρδιάς
θα να ξαναγεννιέται ο κόσμος!

Οδυσσέας Ελύτης (Γέννηση της μέρας)

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018

Ακόμα ένα βιβλίο...

Ακόμα ένα βιβλίο, ω νοσταλγία,
μακριά από τους χυδαίους αυτούς ανθρώπους,
μακριά από τα λεφτά και τους ευγενείς τρόπους,
μακριά από κάθε φρασεολογία.

Απ'τους πιερότους τους νεκρούς μου, ένας ακόμα`
από χρόνιαν ορφάνια έχει πεθάνει` το όντι,
ήτανε μια καρδιά γιομάτη από κομψότητα
σεληνιακή, μες σ'ένα γελοίο σώμα.

Φεύγουν οι θεοί` πιο κι από κτήνη στη θυσία`
γι'αυτό χειροτερεύει η κάθε μέρα`
έζησα τον καιρό μου, δραπετεύω, πέρα
προς την Περιορισμένη Αργομισθία.

Jules Laforgue (Encore un Livre...)

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2018

Ακόμα Ένας

Ακόμα ένας
Μα χωρίς αιτία
Αφού οι μισοί
Ρωτάνε ό,τι ρωτούν κι οι άλλοι μισοί
Αφού τους απαντάνε με τα λόγια των άλλων
Τί άλλο πια κι εσυ να κάνεις
Παρά να γράφεις σαν τους άλλους
Και ν'αμφιβάλλεις
Να επαναλαμβάνεις
Να ψάχνεις
Να ζητάς
Τίποτα να μη βρίσκεις
Ν'αηδιάζεις
Και να λες
Σε τίποτα δε βγάζει
Θά'ταν καλύτερα να κέρδιζες τη ζωή σου
Μα τη ζωή μου εγώ την έχω, τη ζωή μου
Να την κερδίσω δεν υπάρχει ανάγκη
Πρόβλημα αυτό δεν είναι
Δεν είν'εκεί το πρόβλημα
Προβλήματα θαρρώ είναι τα υπόλοιπα
Όμως τα έχουν όλα επισημάνει
Για όλα έχουν ρωτηθεί
Και για τα πιο ασήμαντα
Λοιπόν τι άλλο πια μου μένει
Έχουνε πάρει όλες τις λέξεις τις κατάλληλες
Όλες τις λέξεις τις ωραίες για να μιλήσεις
Τις αφρισμένες, τις ζεστές και τις μεγάλες
Τους ουρανούς, τ'αστέρια, τα φωτάκια,
Τις άγριες, τις μαλακές σαν κύμα
Λυσσάνε ροκανίζουνε κόκκινα βράχια
Γεμάτες με σκοτάδι και κραυγές
Γεμάτες αίμα κι αισθησιασμό
Γεμάτες με βεντούζες και ρουμπίνια
Λοιπόν εμένα τι μου μένει
Θα πρέπει να ρωτιέμαι αθόρυβα
Δίχως να γράφω δίχως να κοιμάμαι
Πρέπει να ψάχνω για λογαριασμό δικό μου
Και δίχως να το λέω, ούτε στο θυρωρό
Στο νάνο που κινιέται κάτω από τα πόδια μου
Ή στον παπά του συρταριού μου
Πρέπει να σκύβω μέσα μου
Χωρίς να παραστέκεται καμιά καλογριά
Σα χωροφύλακας να ορμήσει να μ'αρπάξει
Και να μου μπήξει ένα μαχαίρι αλειμμένο βαζελίνη
Πρέπει να χώσω ένα μίσχο στα ρουθούνια
Την ουραιμία να εμποδίζει του εγκεφάλου
Να βλέπω οι λέξεις μου να τρέχουν
Όλοι τους έχουν αναρωτηθεί
Δεν έχω πια δικαίωμα να μιλάω
Έχουνε πάρει τα ωραία και τα λαμπρά
Όλα τους τώρα βρίσκονται ψηλά
Εκεί που είναι θρονιασμένοι οι ποιητές
Με λύρες αυτοκίνητες
Με λύρες ατμοκίνητες
Με λύρες σαν αλέτρια
Και Πήγασους από αντιδραστήρες
Δεν έχω θέμα πια
Κι οι λέξεις που μου μένουν είναι ανούσιες
Βλακώδεις λέξεις άνοστες
Έχω το εγώ, αυτός, αυτή, αυτές
Έχω το του, ποιός, ποιό και τί
Τί να'ναι, κείνος, κείνη, αυτοί, εμείς, εσείς και ούτε
Πώς θέλετε να γράψω ποίημα
Με τέτοιες λέξεις;
Έ, λοιπόν, ας είναι, δε θα γράψω.

Boris Vian (Ακόμα Ένας)

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

Η Μαρίνα των βράχων

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη... Μα που γύριζες
ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας;
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους,
γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκκαλο,
κ'οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της χιμαίρας,
ριγώνοντας μ'αφρό τη θύμηση!
Που είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών,
τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια;

Μα που γύριζες
ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας;..
Σούλεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες,
ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων,
ή πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους,
μ'ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου, ηρωίδα ιάμβου!

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
κ'ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
και τ'άρωμα των γυακίνθων... Μα που γύριζες
κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς, τους κόλπους με τα βότσαλα;
Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο,
μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε,
κι άνοιγες μ'έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ'όνομά του,
ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως την διαύγεια των βυθών
όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.

Άκουσε` ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος,
κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας,
κ'εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα,
έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις, γαλανή ως το κόκκαλο, άλλο καλοκαίρι
για ν'αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές,
ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο.

Στυλωμένη στους βράχους, δίχως χτες και αύριο,
στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας,
θ'αποχαιρετίσεις το αίνιγμά σου.

Οδυσσέας Ελύτης (Η Μαρίνα των βράχων)

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018

Ωραία Πηγή

Ωραία πηγή, κάθε στιγμή θέλω να το θυμάμαι.
Μια μέρα -μ'οδηγούσεν η φιλία-
πόσο θωρούσα ευφραντικά, θεά, το πρόσωπό σου
μισοχαμένο κάτω από τα βρύα.

Ω, ας ήταν να'χει μείνει αυτός ο φίλος που τον κλαίω,
ω νύμφη, στη λατρεία σου κοντά.
Να'ναι μιγμένος στο αγεράκι ακόμα που σ'αγγίζει
και στο κρυφό σου κύμα ν'απαντά.

Jean Moréas (Ωραία Πηγή)

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

Το σπίτι κοντά στη θάλασσα

Τ σπίτια πο εχα μο τ πραν.
τυχε νά῾ναι τ χρόνια δίσεχτα` πολέμοι χαλασμο ξενιτεμοὶ`
κάποτε κυνηγς βρίσκει τ διαβατάρικα πουλι
κάποτε δν τ βρίσκει` τ κυνγι
εταν καλ στ χρόνια μου, πραν πολλος τ σκάγια`
ο λλοι γυρίζουν τρελαίνουνται στ καταφύγια.

Μ μο μιλς γι τ᾿ηδόνι μήτε γι τν κορυδαλλ
μήτε γι τ μικρούλα σουσουράδα
πο γράφει νούμερα στ φς μ τν ορά της`
δν ξέρω πολλ πράγματα π σπίτια
ξέρω πς χουν τ φυλή τους, τίποτε λλο.
Καινούργια στν ρχή, σν τ μωρ
πο παίζουν στ περβόλια μ τ κρόσια το λιου,
κεντον παραθυρόφυλλα χρωματιστ κα πόρτες
γυαλιστερς πάνω στ μέρα`
ταν τελειώσει ρχιτέκτονας λλάζουν,
ζαρώνουν χαμογελον κόμη πεισματώνουν
μ᾿κείνους πο μειναν μ᾿κείνους πο φυγαν
μ᾿λλους πο θ γυρίζανε ν μποροσαν
πο χαθκαν, τώρα πο γινε
κόσμος να πέραντο ξενοδοχεο.

Δν ξέρω πολλ πράγματα π σπίτια,
θυμμαι τ χαρά τους κα τ λύπη τους
καμι φορά, σ σταματήσω`
 κόμη καμι φορά, κοντ στ θάλασσα, σ κάμαρες γυμνς
μ᾿να κρεββάτι σιδερένιο χωρς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τ βραδινν ράχνη συλλογιέμαι
πς κάποιος τοιμάζεται ν῾ρθε, πς τν στολίζουν
μ᾿σπρα κα μαρα ροχα μ πολύχρωμα κοσμήματα
κα γύρω του μιλον σιγ σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλι κα σκοτεινς δαντέλες,
πς τοιμάζεται ν῾ρθε ν μ᾿ποχαιρετήσει`
ἢ, μια γυνακα λικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας π λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακοσες λεξάντρεια,
π κλειστς πολιτεες σν τ ζεστ παραθυρόφυλλα,
μ ρώματα χρυσν καρπν κα βότανα,
πς νεβαίνει τ σκαλι χωρς ν βλέπει
κείνους πο κοιμήθηκαν κάτω π᾿τ σκάλα.


Ξέρεις τ σπίτια πεισματώνουν εκολα, σν τ γυμνώσεις.

Γιώργος Σεφέρης (Κίχλη Α΄)

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

Μνήμη

κα θάλασσα οκ στιν τι

Κι γ στ χέρια μου μόνο μ᾿να καλάμι`
εταν ρημη νύχτα τ φεγγάρι στ χάση
κα μύριζε τ χμα π τν τελευταία βροχή.
Ψιθύρισα`  μνήμη που κα ν τν γγίξεις πονεῖ,
ορανς εναι λίγος, θάλασσα πια δν πάρχει,
,τι σκοτώνουν τ μέρα τ᾿δειάζουν μ κάρα πίσω π᾿τ ράχη.

Τ δάχτυλά μου παίζανε ξεχασμένα μ᾿ατ τ φλογέρα
πο μο χάρισε νας γέροντας βοσκς πειδ το επα καλησπέρα`
ο λλοι ξέγραψαν κάθε χαιρετισμὸ`
ξυπνον, ξυρίζουνται κι ρχίζουν μεροκάματο τ σκοτωμό,
πως κλαδεύεις χειρουργες, μεθοδικά, χωρς πάθος`
πόνος νεκρς σν τν Πάτροκλο κα κανες δν κάνει λάθος.

Συλλογίστηκα ν φυσήξω να σκοπ κι πειτα ντράπηκα τν λλο κόσμο
ατν πο μ βλέπει πέρ᾿π᾿τ νύχτα μς π᾿τ φς μου
πο φαίνουν τ κορμι ζωντανά, ο καρδις γυμνς
κι γάπη πο νήκει κα στς Σεμνς
καθς κα στν νθρωπο κα στν πέτρα κα στ νερ κα στ χορτάρι
κα στ ζο πο κοιτάει κατάματα τ θάνατο πο ρχεται ν τ πάρει.

τσι προχώρεσα στ σκοτειν μονοπάτι
κι στριψα στ περβόλι μου κι σκαψα κι θαψα τ καλάμι
κα πάλι ψιθύρισα` θ γίνει νάσταση μίαν αγή,
πς λάμπουν τν νοιξη τ δέντρα θ ροδαμίσει το ρθρου μαρμαρυγή,
θ ξαναγίνει το πέλαγο κα πάλι τ κύμα θ τινάξει τν φροδίτη`
εμαστε σπόρος πο πεθαίνει. Κα μπκα στ᾿ δειανό μου τ σπίτι.

Γιώργος Σεφέρης (Μνήμη, Α΄)

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

Χτες ακόμη παιδί που έσκυβε στο πηγάδι

Στον Jose de Almada Negreiros

Προχωράω μπροστά, τίποτα δεν μ'αγγίζει. Είμαι ξένος.
Οι γυναίκες που βγήκαν τρέχοντας στα κατώφλια
μόλις που με είδαν να περνάω.
Είμαι πάντα από την άλλη πλευρά της γωνίας αυτών που
θέλουν να με δουν,
δεν με αγγίζουν μέταλλα και επισμαλτώσεις.
Ω σούρουπο, τι αναμνήσεις!
Χτες ακόμη παιδί που έσκυβε στο πηγάδι,
έβλεπα με χαρά το πρόσωπό μου στα μακρινά νερά.
Σήμερα, άντρας, βλέπω το πρόσωπό μου στα μακρινά νερά του κόσμου.
Αν γελάω είναι γιατί υπήρξα κάποτε
το παιδί που κοίταζε με χαρά το πρόσωπό του στα νερά του πηγαδιού.

Τους νιώθω όλους να'ναι το πετσί μου.
Αγγίζω το μπράτσο μου και είναι εκεί.
Οι νεκροί - αυτοί ποτέ δεν μ'αφήνουν!
Ούτε οι πεθαμένοι, ούτε τα περασμένα μέρη, ούτε οι μέρες.
Και φορές ανάμεσα στο θόρυβο των μηχανών του εργοστασίου
μ'αγγίζει ανάλαφρα στο μπράτσο μια νοσταλγία
και γυρίζω το κεφάλι... και να με στον κήπο του παλιού σπιτιού μου
το παιδί που υπήρξα αγνοώντας κάτω απ'τον ήλιο ποιος θα γινόμουν.

Α, γίνε μητρική,
γίνε γλυκιά και μελαγχολική
Ω, νύχτα όπου με ξεχνάω
καθώς θυμάμαι....

Alvaro de Campos (Το πέρασμα των ωρών, ζ)

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

Η Αυγή

Αγκαλιά πήρα και φίλησα την καλοκαιριάτικην Αυγή.

Τίποτε ακόμη στων αρχοντικών την πρόσοψη δε σάλευε. Άψυχα τα νερά.
Κι όλοι τους οι κατασκηνωμένοι, τόπους τόπους, ίσκιοι,
πλάι απ'του δάσους τον δρομάκο, στην ίδια θέση πάντα.
Κίνησα να περπατώ ξυπνώντας ολοζώντανες θερμές ανάσες
κι άνοιξαν μάτι τα πετράδια να κοιτάξουν, οι φτερούγες
υψώθηκαν αθόρυβα μες στον αέρα.

Το πρώτο συναπάντημα ήταν, στο μονοπάτι το σπαρμένο κιόλας
ωχρές δροσάτες λάμψεις, ένα λουλούδι που μου'πε τ'όνομά του.
Καταντίκρυ του καταράχτη του κατάξανθου γέλασα που αναμαλλιάστηκε
πάνου στα έλατα. Πιο ψηλά, στην κορυφή, πέτυχα τη Θεά.
Βάλθηκα τότε να της αφαιρώ τους πέπλους έναν έναν.
Μες στη δεντροστοιχία με χειρονομίες μεγάλες` πέρα στους κάμπους
όπου την κατάδωσα στον πρώτον πετεινό` καταμεσής της πολιτείας
όπου μου ξεγλιστρούσε ανάμεσα καμπαναριά και τρούλους.
Και δώσ'του εγώ ξοπίσω της σαν τον ζητιάνο να τρεχοκοπώ
στην πέτρινη την προκυμαία πάνου.

Κει που τελειώνει ο δρόμος, σιμά σ'έναν δαφνώνα, την αγκάλιασα
επιτέλους μ'όλους μαζί τους πέπλους κι ένιωσα μια στιγμούλα
επάνω μου το απέραντο κορμί της.

Ύστερα, κυλιστήκανε μαζί, Αυγή και αγόρι, στα ριζά του δάσους, χάμου.

Όταν ξύπνησα ήταν μεσημέρι.

Arthur Rimbaud (Η Αυγή)

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

Μικροπράγματα

Τσατσάρες, ζώνες, ξυραφάκια -
άχ, μικροπωλητή μου, που νά'ξερες
μ'αυτή σου τη φτωχή πραμάτεια
πόσα μπαλκόνια μου ανοίχτηκαν
καταντίκρυ στη θάλασσα,
πόσα δάση μου χάρισαν τον ίσκιο τους,
πόσα αγάλματα μ'ερωτέυτηκαν
κι αυτό το μικρό σαλιγκάρι
με δυό κεραίες απο ζελατίνα
σεργιανάει ευτυχισμένο σ'ένα φύλλο
κι ονειρεύεται μαζί μου.

Γιάννης Ρίτσος (Μικροπράγματα)

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2018

Αναγέννηση

Κανείς δε νοιάστηκε τον κήπο, χρόνια τώρα. Ωστόσο
εφέτος – Μάης, Ιούνης – άνθισε από μόνος του και πάλι,
λαμπάδιασε όλος ως τα κάγκελα, – χίλια τριαντάφυλλα,
χίλια γαρύφαλλα, χίλια γεράνια, χίλια μοσχομπίζελα –
μενεξελί, πορτοκαλί, πράσινο, κόκκινο και κίτρινο,
χρώματα – χρώματα-φτερά˙ – τόσο που πρόβαλε ξανά η γυναίκα
με το παλιό της ποτιστήρι να ποτίσει – ωραία και πάλι,
γαλήνια, με μια αόριστη καλή πεποίθηση. Κι ο κήπος
την έκρυψε ως τους ώμους, την αγκάλιασε, την κέρδισε όλη˙
τη σήκωσε στα χέρια του. Κι είδαμε τότε, μέρα μεσημέρι,
που ο κήπος κι η γυναίκα με το ποτιστήρι αναλήφθηκαν –  
κι όπως κοιτούσαμε ψηλά, κάτι σταγόνες απ’ αυτό το ποτιστήρι
έπεσαν ήσυχα στα μάγουλά μας, στο πιγούνι μας, στα χείλη.

Γιάννης Ρίτσος (Αναγέννηση)

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2018

Πρωί Θολό

Πρωί θολό... Μοναχή
για το τραίνο κινούσες.
Ευωδιάζει η εξοχή.
Ψιλή πέφτει βροχή
στο πλεχτό που φορούσες.

Ήταν τότε που ζούσα
συντροφιά με τις Μούσες...
Ούτ'εγώ σε ποθούσα,
μήτ'εσύ μ'αγαπούσες.
Μα τα πάντα μπορούσες...

Στέκει λίγο η βροχή
στο σταθμό σα φανείς.
Μα δεν είναι ψυχή.
Έτσι, οι δυο μοναχοί,
δίχως άλλος κανείς.

Νευρικά περπατάς
και δειλά με κοιτάς
πάντ'αμίλητη... Πρώτα,
ώ, μη εμένα ρωτάς,
μα τα νιάτα σου ρώτα.

Ευωδιάζει η εξοχή...
Μια γλυκιά απαντοχή
και τους δυο μας τυλίγει.
Περασμένη εποχή
που για πάντα έχει φύγει!..

Μα το τραίνο σιμώνει...
Σαν αθέλητα, να,
στο ίδιο πάμε βαγόνι...
Και μια μπόρα αρχινά
που όλα γύρω θαμπώνει...

Ρήγας Γκόλφης (Πρωί θολό)