Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2018

Δεν ξέρω πόσες ψυχές έχω

Δεν ξέρω πόσες ψυχές έχω.
Αλλάζω κάθε στιγμή
Πάντα σαν ξένος νιώθω.
Ποτέ δεν βρήκα τον εαυτό μου.
Για να'μαι ζωντανός, έχω ψυχή.
Άνθρωπος που έχει ψυχή, δεν έχει ηρεμία.
Άνθρωπος που βλέπει, είναι αυτό που βλέπει.
Άνθρωπος που νιώθει, δεν είναι αυτό που νιώθει.

Προσεχτικός σε ό,τι είμαι και σε ό,τι βλέπω,
Γίνομαι οι άλλοι και σταματώ να είμαι εγώ.
Κάθε μου όνειρο, κάθε επιθυμία
Ανήκει σε όποιον το'χει και όχι σ'εμένα.
Το τοπίο μου είμαι εγώ ο ίδιος.
Το ταξίδι μου παρακολουθώ
Διαφορετικός, κινούμενος και μόνος.
Εδώ που βρίσκομαι δε νιώθω πια τον εαυτό μου.

Αυτό που διαβάζω σαν ξένος
Με κάνει σαν σελίδα να νιώθω.
Μην ξέροντας ό,τι πέρασε,
Σημειώνω στο περιθώριο αυτό που διαβάζω
Αυτό που νομίζω πως ένιωσα.
Ξαναδιαβάζοντας διερωτώμαι: "εγώ είμαι αυτός;"
Ο Θεός ξέρει, γιατί αυτός το έγραψε.

Fernando Pessoa

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος...

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ' όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ' ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά·

κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιά μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί·

κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ -
καθάρια πώς ταράζεται η ψυχή μου
σα βλέπω το μεγάλον ουρανό,

η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που'ζησα ζωή!

Κώστας Καρυωτάκης (Κι αν έσβησε σαν ίσκιος...)

Γίνε του εαυτού σου βασιλιάς

Στα χέρια τίποτα μην κρατάς
Ούτε θύμηση καμιά στην ψυχή σου.

Έτσι, όταν στα χέρια σου βάλουν
Τον τελευταίο οβολό,
Ανοίγοντάς τα, να μην πέσει τίποτα.

Ποιο θρόνο θέλουν να σου δώσουν
Που η Άτροπος δεν θα τον πάρει;

Ποιές δάφνες, που δε θα ξεραθούν;
Όταν ο Μίνωας αποφασίσει;

Ποιές ώρες που δε θα σε γυρίσουν πίσω
Όταν θα είσαι

Καβάλα στο άλογο, καλπάζοντας μέσα στη νύχτα
Και στο τέλος του δρόμου σου;

Κόψε λουλούδια κι άσ'τα να πέσουν
Από τα χέρια που πριν λίγο τα κοιτούσες.
Στο χώμα κάθισε και παραιτήσου:
Γίνε του εαυτού σου βασιλιάς.

Ricardo Reis (Γίνε του εαυτού σου βασιλιάς)

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018

Ρίζες του δάσους

Ρίζες του δάσους -κάθε μια πλεγμένη-
αργό, ομοιόμορφο όνειρο τις δένει.
Αρμονισμένη χορωδία, κρυφός κρουνός,
της γης πράσινη ρέμβη, ωκεανός.
Μα ούτε στο δάσος μέσα να ξεχάσω δεν μπορώ
ένα ποτάμι ξένο, δίπλα στο θολό νερό,
όπου σα δάχτυλο μαναχό, αδιάλλακτη στη μοίρα,
όρθια με τους ανέμους κουβεντιάζει μια φιλύρα.
Στον ουρανό ευδιάκριτα, τα λίγα φύλλα ανάρια.

Α, μοναξιά, πόσο η φωνή σου ηχεί καθάρια!

Илья́ Григо́рьевич Эренбу́рг (Ρίζες του δάσους)

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

Τότε δεν θα μας ρωτήσουν

Τότε δεν θα μας ρωτήσουν: Αμαρτήσατε;
Θα μας ρωτήσουν μόνο: Αγαπήσατε;
Και χωρίς να σηκώσουμε τα κεφάλια μας,
θα πούμε με πίκρα: Ναι, αλίμονο.
Αγαπήσαμε... Και πώς αγαπήσαμε!

Анатолий ШТЕЙГЕР (Τότε δεν θα μας ρωτήσουν)

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Ηράκλειτος

Το δεύτερο μισοσκόταδο.
Η νύχτα που βαθαίνει μες στον ύπνο
Η κάθαρση κι η λησμονιά.
Το πρώτο μισοσκόταδο.
Το πρωινό που ήταν αυγή.
Η μέρα που ήταν πρωί.
Η πλούσια μέρα που θα καταλήξει σε μια χαμένη βραδιά.
Το δεύτερο μισοσκόταδο.
Η νύχτα - τούτο το άλλο ένδυμα του χρόνου.
Η κάθαρση κι η λησμονιά.
Το πρώτο μισοσκόταδο...
Το φευγαλέο ξημέρωμα και, καθώς ξημερώνει,
η αγωνία του έλληνα.
Τι υφάδι είναι τούτο
πλεγμένο από είναι, από θα είναι και από ήταν;
Και πιο είναι τούτο το ποτάμι
που από μέσα του κυλάει ο Γάγγης;
Άραγε τι είναι τούτο το ποτάμι
που την πηγή του δεν αντέχεις καν να φανταστείς;
Τι έιναι τούτο το ποτάμι
που παρασέρνει ξίφη και μυθολογίες;
Είναι ανώφελο να κοιμηθώ.
Κυλάει μες στον ύπνο,στην έρημο, στα υπόγεια.
Με παρασέρνει το ποτάμι, μα το ποτάμι είμαι εγώ.
Έχω πλαστεί από μια ύλη αινιγματικού χρόνου
που συνεχώς μεταβάλλεται.
Ίσως η πηγή να βρίσκεται μέσα μου
Ίσως απ'τη σκιά μου
να αναβλύζουν οι μέρες:
οι ανελέητες και οι φανταστικές.

Jorge Luis Borges (Ηράκλειτος)

Ελάχιστα Κατάλοιπα

Τ'αμπέλια, οι ελαιώνες, τ'άσπρα σπίτια του λόφου,
τα χελιδόνια, τα σπουργίτια, τα τζιτζίκια, - όλα τούτα
ήτανε κάποτε ιδιοκτησία μας. Τα τριζόνια, τις νύχτες,
φώτιζαν με μικρές φωνές τον ύπνο μας. Η Ελένη
πριν απο χρόνια επέστρεψε στη Σπάρτη. Εδώ, μας έχει αφήσει
κάτι φθαρμένα αραχνοΰφαντα πέπλα της και κάτι
άδεια κρυστάλλινα φιαλίδια αρωμάτων, Με αυτά
ξεγελαστήκαμε αρκετό καιρό σ'επίμονες αναπολήσεις,
ξεγελάσαμε ακόμη και τους άλλους` - κανένας δεν κατάλαβε.
Οι Διόσκουροι, βέβαια, μεταμορφώθηκαν σε αστέρια.
Έτσι πιστέψαμε και στη δική μας μεταμόρφωση. Ωστόσο
το σπασμένο θερμόμετρο δε δείχνει πιά καμιά θερμοκρασία.
Μόνο τα σταγονίδια του υδραργύρου σκόρπια στο δάπεδο
σπιθίζουν πότε πότε στις άγρυπνες νύχτες μας σαν άστρα δήθεν.

Γιάννης Ρίτσος (Ελάχιστα Κατάλοιπα)

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

Προτιμώ τα τριαντάφυλλα απ'την πατρίδα

Αγάπη μου, προτιμώ τα τριαντάφυλλα απ'την πατρίδα`
Και πιο πολύ από την φήμη και την αρετή
Μ'αρέσουν οι μανόλιες.

Όσο αυτή η περαστική ζωή δε με κουράζει,
Κι εγώ μένω ο ίδιος,
Θα την αφήνω να συνεχίζει να περνά.

Τι σημασία έχει ποιος κερδίζει και ποιος χάνει
Αν τίποτα δεν έχει σημασία για μένα
Και η αυγή πάντα χαράζει;

Κι αν κάθε χρόνο τα φύλλα
Γεννιούνται με την άνοιξη
Και το φθινόπωρο πεθαίνουν;

Τα άλλα πράγματα, που οι άνθρωποι
Προσθέτουν στη ζωή,
Τι στην ψυχή μου πολλαπλασιάζουν;

Τίποτα, εκτός απ'την επιθυμία της γι'αδιαφορία
Και τη νωθρή της εμπιστοσύνη
Στη φευγαλέα στιγμή.

Ricardo Reis (Προτιμώ τα τριαντάφυλλα απ'την πατρίδα)

Ακολούθα τη μοίρα σου

Ακολούθα τη μοίρα σου, πότιζε τα φυτά σου,
Αγάπα τα τριαντάφυλλά σου`
Όλα τα άλλα, αγνώστων δέντρων
Ίσκιοι είναι.

Η πραγματικότητα,
Λίγο-πολύ, πάντα είναι
Αυτή που ψάχνουμε`
Μόνο που εμείς είμαστε πάντα
Των εαυτών μας άξιοι.

Καλό είναι μόνος σου να ζεις.
Μεγαλειώδες είναι κι ευγενικό
Απλά να ζεις.
Τον πόνο στο βωμό άφησε
Στους θεούς προσφορά.

Από μακριά παρακολούθα τη ζωή.
Ποτέ μην τη ρωτάς
Τίποτα να σου εξηγήσει δεν μπορεί.
Η απάντηση
Βρίσκεται πέρα απ'τους θεούς.

Ήρεμα όμως η καρδιά σου
Τον Όλυμπο ας μιμηθεί.
Οι θεοί, θεοί είναι
Γιατί δεν σκέφτονται
Τι είναι.

Ricardo Reis (Ακολούθα τη μοίρα σου)

Σάββατο, 14 Ιουλίου 2018

Επικούρειον

Σ'αυτή την πρόσκαιρη ζωή μας διατί
να μη χαρεί το ζωντανό το σώμα;
Ως κ'οι μωροί το λέν πως είμεθα θνητοι,
πως θα μας βάλουν μια φορά στο χώμα.
Μα ούτ'οι δεσποτάδες μας οι κορδωτοί,
ούτε οι πλέον διαβασμέν' ανθρώποι
γνωρίζουν τί θα γίνουμε κατόπι,
αυτού που θέ να πάμε...
-Βάλτε να φάμε!
-Βάλτε να πιούμε!
Γιατί αυτό κανείς δεν το αμφισβητεί:
φάγει' και πιεί' αλλού δεν θα τα βρούμε!

Ανέλπιστα γυρνά της Τύχης ο τροχός
κι ο Χρόνος που περνά δεν στρέφ' οπίσω.
Της χθές ο Κροίσος είναι σήμερα φτωχός,
κ'εγώ, ο νέος, αύριον θ'ασπρίσω.
Αυτά τα ξεύρουν όλοι πλέον, ευτυχώς`
κι όμως πολλοί στερούνται και νηστεύουν!
Θα ελαφρύνουν τάχα για ν'ανέβουν
αυτού που θε να πάμε;..
-Βάλτε να φάμε!
-Βάλτε να πιούμε!
Γιατί ως κ'οι τρελοί το ξέρουν, δυστυχώς:
φαγεί' και πιεί' αλλού δεν θα τα βρούμε!

Κι όποιος μια κόρη, μιαν ωραίαν αγαπά,
ας της χαρεί τα πρώτα-πρώτα κάλλη.
Λύπες κι αρρώστιες θα της πάρουν τα λοιπά
και θα του μείνει μόν'η παραζάλη.
Αυτό στ'αφτί καλά, βεβαίως, δεν χτυπά.
Μα, πλήν αυτού, ξάφνου προβάλλ'ο Χάρος
κ'ειδοποιεί: ¨-Αφέντη, μή πρός βάρος,
κοπιάστενε να πάμε!..¨
-Βάλτε να φάμε!
-Βάλτε να πιούμε!
Γιατί φαγεί' και πιεί' και κάλλη χαρωπά,
στου Χάρου το κελλί δεν θα τα βρούμε!

Γεώργιος Βιζυηνός (Επικούρειον)

Η άμαξα πέρασε από το δρόμο κι έφυγε...

Η άμαξα πέρασε από το δρόμο κι έφυγε.
Κι ο δρόμος δεν έγινε ούτε πιο άσχημος ούτε πιο όμορφος.
Έτσι και με των ανθρώπων τη δράση, σε όλο τον κόσμο.
Δεν αφαιρούμε και δεν προσθέτουμε τίποτα.
Περνάμε και ξεχνιόμαστε.

Κι ο ήλιος έρχεται κάθε μέρα στην ώρα του.

Alberto Caeiro (Ο Βοσκός των προβάτων, XLII)

Παντάρκης

Βαθιά η κοιλάδα η μυστική, κι ογρό το Κρόνιο το δασιό είχε πάρει
ίσκιους θαμπούς και ξάστερους, απο άνεμο μανόν αποβροχάρη.

Και στα καταχυτά των ναών, που τρέχανε οι ρονιές αηδόνια,
μαύρος συρτός μαζώνονταν, του μάκρου, αραδαριά τα χελιδόνια.

Μελιού ευωδίαν ανάδινε, που τα ρουθούνια ετέντωνε, η κουφάλα
και τα ξερά πευκόφυλλα που κρέμονταν απ'τα κλαριά διχάλα.

Γοργή ριπή τα μάζωνε κι άλλη ριπή τα σκόρπαγε τα μύρα, φτεροπόδα,
κι απ'το αξεχώριστο αγαθό των άφαντων ανθών, η γης σαν ένα στόμα ευώδα.
 Ατέλειωτον, εδώ κ'εκεί, μακρύ συμπόσιο μυστικόν εκέρνα,
καθώς της εκυκλόφερνε μια πλούσια χάρη κι άφαντην η φτέρνα.

Έτσι κι ο κόρφος κι ο λαιμός αποβροχάρης πάγωσε κ'ευφράνθη
του εφήβου, οπού τα δόντια του στην πλέρια ανάσα εφέγγανε
σά νερατζάνθι.

κι ως τα χλωρά τα μύγδαλα στα σφιχτά γούλια τα'νιωθε, δεμένα,
τί ήταν ώς μέσα, απ'το δροσιό, τα φρένα τα παρθενικά συνεπαρμένα...

Αργά, σαν απλωθήκανε βαθιά τα δροσερά σκοτάδια,
αμολητή βουβή αστραπή άναψ'ολούθε, ώσαν ξερά αποκλάδια`

κι απ'το ρετσίνι του δέντρου του νοτισμένου, ανάπνεεν ευωδία,
σά να κρεμόνταν προς της γης μ'έρωτα γνώμη οι βόστρυχοι του Δία...

Περίδροσα τα βλέφαρα, διάπλατα εκράτει ο στοχασμός και δεν τα ζύγωνε ύπνος`
τόσο ήτανε ποτιστικός των αρωμάτων και γλυκός ο δείπνος...

Ο λυχνοστάτης τρίφλογος, στο τρίποδο στητός μες στ'αργαστήρι,

εφώταε το συλλογισμό τ'αντρός που στην παλάμη του είχε γείρει...

Κι ο εφηβικός πενταθλητής εδιάνευεν αργός στ'ολύμπιο μάτι,

ανάμεσ'απ'τα σύνεργα, γυμνός, μπροστά απ'το τρίφλογο του λυχνοστάτη.

Με τη γαλήνη και τη θεία νοτιά ο τεχνίτης έμενε κι αγρύπνα,

στα μυστικά συμπόσια συνηθισμένος με τους θεούς που εδείπνα...

Και μες στο νου του το λαμπρό, π'ως ο Αλφειός αβόγκητα κυλούσε,

του ελέφαντα και του χρυσού μπροστά του ο θησαυρός αναρροούσε,

κι ως τον ανθό του λιναριού ή τ'αγανά του λουλακιού ζαφείρια,

κρύα τα πετράδια ελάμπανε, βαθιά του, μυστικά και μύρια,

να ξεδιαλέξει ανάμεσα κι από τα γαλανότερα διαμάντια

την γύμνια την ανείποτη των ολυμπίων ματιών στη Φύση αγνάντια...

Κι ως στα κλεισμένα βλέφαρα μύρια λουλούδια υφαίνουνε χιλιόχροα τα σκοτίδια,

του έβενου εστοχαζόντανε στο θρόνο να λαμπίζουνε τ'ακροπρεπίδια`

κι όλο το πλούσιο αστέρωμα, οπού αναπνέει την τρίσβαθη γαλήνη,

σαν την ουρά του παγονιού στα πόδια του γυρίζοντας, να κλείνει...

Έτσι του ανάφανε ο θεός, ο Καταιβάτης αιώνια κάθε Νιότης,

κι ο νους του στο χαμόγελο λουζόντανε ως της Αίγινας τοξότης,

που αγάλλεται γονατιστός πιθώνοντας στο τόξο του το χέρι,

σά να είναι λύρας η νευρή, κ'η ζωή κι ο θάνατος διπλόν αστέρι...

Κι όπως τα μάτια εσήκωσε κ'είδε ψυχή τον Έφηβο χορτάτη

απ'την ολύμπια σιγαλιά κι απ'τη νυχτιάν οπόσβηε μυρωδάτη,

το βλέμμα, οπού της ηδονής συνήθισε ως αιτός το δρόμο,

κατέβασε στα στήθια του, στα χέρια, στους λαγόνες του, στον ώμο,

κι αναλογίστη: Ολύμπιον, ώ Δία άν αναστήσω Σε, δική μου ας είν'η χάρη

να γράψω μόνο στου ποδιού Σου μια γωνιάν: "Είν'όμορφο ο Παντάρκης παλικάρι!..."

Άγγελος Σικελιανός (Παντάρκης, ο παίς καλός)

Κάτοχοι του χτες

Ξέρω πως έχασα τόσα πράγματα που δε θα μπορούσα να τα
καταγράψω και αυτές οι απώλειες είναι, τώρα πια, ό,τι
μου ανήκει. Ξέρω ότι έχασα το κίτρινο και το μαύρο και
σκέφτομαι αυτά τα άπιαστα χρώματα όπως δεν τα σκέφτονται
αυτοί που βλέπουν. Ο πατέρας μου πέθανε και
πάντα στέκει στο πλευρό μου. Όποτε θέλω να μελετήσω
στίχους του Σουίνμπερν, το κάνω, μου λένε, με τη φωνή
του. Μόνο ό,τι έχει πεθάνει είναι δικό μας, μόνο αυτό
που χάνουμε μας ανήκει. Το Ίλιον υπήρξε, όμως το Ίλιον
παραμένει στο εξάμετρο που το θρηνεί. Το Ισραήλ
υπήρξε όταν ήταν μια παμπάλαιη νοσταλγία. Το κάθε
ποίημα, με τον καιρό, είναι μια ελεγεία. Δικές μας είναι
μονάχα οι γυναίκες που μας άφησαν, και που δεν είναι
δεμένες με της βραδιάς την αγωνία, τους πανικούς και 
την τρομοκρατία της ελπίδας. Δεν υπάρχουν παράδεισοι
άλλοι από τους χαμένους παραδείσους.

Jorge Luis Borges (Κάτοχοι του χτες)

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

Ο αυτοαγαπώμενος συγγραφέας αφιερώνει τούτες τις γραμμές στον εαυτό του

Δυο φράσεις
σα δυο χτυπήματα βαριά:
Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι - τα του Θεού τω Θεώ.
Όμως εγώ
τέτοιος που είμαι
που να χωθώ,
ποια μονιά τάχα μου προορίστηκε;
Αν ήμουνα
μικρός
σαν το μεγάλο ωκεανό,
στ'ακροδαχτύλια των κυμάτων μου θα υψωνόμουν,
με την παλίρροια μου να χαϊδεύω τη σελήνη.
Που να'βρω εγώ την ερωμένη εκείνη
που να'ναι στα δικά μου μέτρα;
Δε θ'άντεχε σ'αυτόν το μικροσκοπικό ουρανό.
Αν ήμουνα φτωχός σαν ένας
εκατομμυριούχος.
Αλλά η ψυχή τα χρήματα χλευάζει:
πάντα ένας κλέφτης κατοικεί εκεί μέσα ακόρεστος.

Για την αφηνιασμένη ορδή των επιθυμιών μου,
όλων των Καλιφορνιών δε θα'φτανε ο χρυσός.
Εάν αδέξια ήταν η γλώσσα μου, καθώς
του Δάντη
ή του Πετράρχη!
Σκέψου, ν'ανάβει την ψυχή του μοναχά για μιαν,
όλους τους στίχους του για κείνην να ξοδεύει!
Τα λόγια μου
κι ο έρωτάς μου
είναι μια αψίδα θριάμβου, να:
κάτω της σε μεγάλη ακολουθία
παρελαύνουν ατελείωτη σειρά
οι ερωμένες όλων των αιώνων.
Αν ήμουν σιωπηλός
καθώς ο κεραυνός
μ'ένα μονάχα βρυχηθμό,
θα τράνταζα την ετοιμόρροπη της γης μονή.

Μα αν η πελώρια μου φωνή
ουρλιάξει μ'όλη της τη δύναμη,
τότε συστρέφοντας τα πύρινά τους χέρια οι κομήτες
απ'την απελπισία τους θα συντρίβονταν.

Αν των ματιών μου οι ακτίνες κατατρώγανε τη νύχτα,
αν ήμουνα θαμπός
όπως ο ήλιος!
Δουλειά δικιά μου
να ποτίζω με φως
τον αχαμνό κόρφο της γης, δω χάμου.
Θα περάσω
σέρνοντας τον τεράστιον έρωτά μου.
Απο ποια νύχτα,
έξαλλη,
πυρετική,
ποιοι Γολιάθ μ'έχουν συλλάβει
τόσον μεγάλον
κι ανώφελον τόσο;

Влади́мир Влади́мирович Маяко́вский(Ο αυτοαγαπώμενος συγγραφέας αφιερώνει τούτες τις γραμμές στον εαυτό του)

Gala

Θα γλεντήσω κ'εγώ μια νύχτα.

Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,
ελάτε στο δικό μου περιβόλι,
μ' έναν παλμό το βράδυ το βαρύ
για ναν το ζήσουμ' όλοι.

Τ' αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώς
το μάτι ανοιγοκλείνει προτού δακρύσει.
Ο κόσμος τω δεντρώνε ρέβει ορθός.
Κλαίει παρακάτου η βρύση.

Από τα σπίτια που είναι σα βουβά,
κι ας μίλησαν τη γλώσσα του θανάτου,
με φρίκη το φεγγάρι αποτραβά
τ' ασημοδάχτυλά του.

Είναι το βράδυ απόψε θλιβερό
κι εμείς θαν το γλεντήσουμε το βράδυ,
όσοι έχουμε το μάτι μας ογρό
και μέσα μας τον άδη.

Οι μπάγκοι μας προσμένουν.Κι όταν βγει
το πρώτο ρόδο στ' ουρανού την άκρη,
όταν θα σκύψει απάνου μας η αυγή
στο μαύρο μας το δάκρυ

θα καθρεφτίσει τ' απαλό της φως.
Γιομάτοι δέος ορθοί θα σηκωθούμε,
τον πόνο του θα ειπεί κάθε αδερφός
κι όλοι σκυφτοί θ' ακούμε.

Κι ως θα σας λέω για κάτι ωραίο κι αβρό
που σκυθρωποί το τριγυρίζουν πόθοι,
τη λέξη τη λυπητερή θα βρω
που ακόμα δεν ειπώθη.

Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,
ελάτε στο δικό μου περιβόλι,
μ' έναν παλμό το βράδυ το βαρύ
για ναν το ζήσουμ' όλοι.

Κώστας Καρυωτάκης (Gala)

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Ως το Τέλος

Αυτά τα λόγια μην τα πείς στους άλλους, - κρύφ'τα`
θα ξεκρεμάσουν την εικόνα σου
απ'τον ασβεστωμένο τοίχο του κρυφού σχολειού
(αυτήν, τουλάχιστον, κάποια πρωινά της άνοιξης
τη φώτιζε για λίγο ο ήλιος` έλαμπε το τζάμι`
την είδες κάποτε - δε σου'μοιαζε πολύ - σ'άρεσε`)
κρύφ'τα, λοιπόν, σου λέω` - θα την ξεκρεμάσουν
και μήτε τ'άδειο καρφί δε θα μείνει στον τοίχο
ελευθερώνοντας τη θέση του άδειου` -
μιαν άλλη εικόνα θα κρεμάσουν, ενός άλλου,
πιο ενδοτικού, πιo αθώου, πιο υποκριτικού,
ίσως πιο ανθρώπου δηλαδή -
στα σίγουρα, πολύ πιο ανθρώπου.

Γιάννης Ρίτσος (Ως το Τέλος)

1982

Ένας σωρός σκόνη σχηματίστηκε στο βάθος του ραφιού,
πίσω από τα βιβλία. Τα μάτια μου δεν τον βλέπουν.
Υπάρχει ένας ιστός αράχνης στην αφή μου.

Δεν είναι παρά μια υποδεέστερη πλευρά του ιστού που
αποκαλούμε παγκόσμια ιστορία ή κοσμική εξέλιξη.
Είναι μέρος του ιστού που περιβάλλει άστρα, αγωνίες,
αποδημίες, ταξίδια, φεγγάρια, πυγολαμπίδες, αγρυπνίες,
τραπουλόχαρτα, αμόνια, την Καρθαγένη και τον Σαίξπηρ.

Επίσης μέρος του ιστού είναι αυτή η σελίδα,
που δε φτάνει να γίνει ποίημα,
και το όνειρο που είδες ξημερώματα και που ξέχασες κιόλας.

Τελειώνει κάπου αυτός ο ιστός; Ο Σοπενχάουερ τον θεωρούσε
τόσο παράλογο όσο και τις μορφές ή τα λιοντάρια που
βλέπουμε στους σχηματισμούς του σύννεφου.
Τελειώνει κάπου αυτός ο ιστός; Αν ναι,
το τέρμα του δε θα μπορούσε να αφορά την ηθική,
εφόσον η ηθική είναι μια ψευδαίσθηση των ανθρώπων και όχι
των ανεξιχνίαστων θεοτήτων.

Ίσως ο σωρός αυτός της σκόνης δεν είναι λιγότερο χρήσιμος
για τις επιδιώξεις του ιστού απ'ό,τι τα πλοία που επιβάλλουν
μια αυτοκρατορία ή απ'ό,τι η ευωδία ενός λουλουδιού.

Jorge Luis Borges (1982)

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018

Εσπέρα

Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα...

Η σκέψη μου νοσταλγικά ενυχτώθη
στον κήπο, στη λιμνούλα και στη σέρα
'που εσβήνανε τριαντάφυλλα σαν πόθοι
κ'επέθαινε στα τζάμια πάνω η μέρα.

Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα...

Ένας καημός που ακόμα δεν εδόθη
γινόταν άστρο. Σύννεφο από πέρα
μεγάλωνε (ίδιο σάβανο που κλώθει
με μοχθηρή σπουδή μοιραία μητέρα).

Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα...

Όταν το δέος μου αξήγητον απλώθη,
το στερνό ρόδο θά'χανεν η σέρα
και η λίμνη με νεκρόφυλλα θα εστρώθη.
Τ' άστρα ζυγώνανε, καημοί, από πέρα.


Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα...

Κώστας Καρυωτάκης (Εσπέρα)

Οι στίχοι μου

Απ'του σπιτιού μου το πιο ψηλό παράθυρο
Μ'ένα μαντίλι άσπρο αποχαιρετώ τους στίχους μου
Που πάν'στην ανθρωπότητα.

Δεν έχω λύπη ούτε χαρά.
Αυτή είναι των στίχων η τύχη.
Τους έγραψα και πρέπει σ'όλους να τους δείξω.
Τ'αντίθετο να κάνω δεν μπορώ
Όπως το λουλούδι δεν μπορεί
Το χρώμα του να κρύψει
Ούτε και το ποτάμι τη ροή του
Ούτε το δέντρο τους καρπούς που δίνει.

Έφυγαν κιόλας μακριά, σαν να'ταν σ'άμαξα
Κι εγώ, χωρίς να θέλω, νιώθω λυπημένος
Όπως όταν πονάς στο σώμα.

Ποιος ξέρει ποιος θα τα διαβάσει;
Ποιος ξέρει σε τι χέρια θα βρεθούν;

Λουλούδι, από τα μάτια μου μπροστά πήραν την τύχη μου
Δέντρο, τα φρούτα απ'το στόμα μου άρπαξαν.
Ποτάμι, του νερού η ευτυχία μέσα μου δεν ήταν για να μείνει
Υποτάσσομαι και σχεδόν ήρεμος νιώθω.
Ήρεμος, όπως κάποιος που κουράστηκε θλιμμένος να'ναι.

Τρελοί, τρελοί για μένα!
Το δέντρο πέφτει κι απ'τη φύση αποσπάται
Μαραίνεται το άνθος και η στάχτη του μένει για πάντα
Στη θάλασσα χύνεται το ποτάμι, και το νερό του
Είναι για πάντα αυτό που ήτανε δικό του.

Περνώ και παραμένω όπως το Σύμπαν.

Alberto Caeiro (Ο Βοσκός των Προβάτων, XLVIII)