Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2018

Πότε

Η νύχτα
μας ακολουθεί.
Νύχτα δίχως τέλος.
Σκοτάδια της πείνας,
σκοτάδια δίχως φεγγάρι
όπου φαντάσματα χλωμά
είναι τα πρόσωπά μας...

Βλαστήμιες
διαπερνούν το σιδερόφραχτο πρόσωπο τ'ουρανού
δίχως ηχώ.
Κραυγές άγριες.
Κραυγές λυσσαλέες
που βγάζ'η μιζέρια
απ'το φλογερό μας λαρύγγι.

Πότε
τα στάχυα της γης μας;
Κι'η γλύκα τ'ουρανού μας;
Πότε
ο ήλιος στις καρδιές μας;
Άραγε μια μέρα θα δούμε
τη μέρα
όπως ο κόσμος όλος;

Ο κόσμος όλος ζητάει ειρήνη
κι'εμείς προτιμούμε
να τσακωνόμαστε με τον θάνατο
που μας θερίζει
αλύπητα,
μας ρίχνει
σωρούς ατελείωτους
κάθε μέρα
δίχως παύση....

Mohammed Aziz Lahbabi (Πότε)

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

Χέσιμο

μισομεθυσμένος
έφυγα απ'το σπίτι της
άφησα τις ζεστές κουβέρτες της
και καθώς ξενέρωνα
ούτε σε ποια πόλη
βρισκόμουν δεν ήξερα.
περπάτησα τριγύρω και
το αμάξι μου δεν το έβρισκα.
ήξερα όμως πως κάπου εκεί βρισκόταν.
χάθηκα κι εγώ ύστερα.
περπάτησα τριγύρω. ήταν
Τετάρτη πρωί και ο ωκεανός
φαινόταν προς το νότο.
μα μ'όλο αυτό το πιόσιμο:
τα σκατά ήταν έτοιμα να
μου βγουν απ'τα μπατζάκια.
τράβηξα κατά την θάλασσα.
είδα ένα κτήριο με καφετιά τούβλα
στην άκρη της θάλασσας.
μπήκα μέσα. ήταν ένας γέρος
που αγγκομαχούσε σε μια απ'τις
λεκάνες.
"γεια σου φίλε", μου είπε.
"γεια", απάντησα.
"σκέτη κόλαση είν'εκεί έξω εε;",
με ρώτησε.
"ναι", του απάντησα.
"θες να πιεις;"
"ποτέ πριν το μεσημέρι".
"τι ώρα είναι;"
"11:58".
"έχεις δυο λεπτά ακόμα".
σκουπίστηκα, τράβηξα το καζανάκι,
ανέβασα τα βρακιά μου και προχώρησα.
ο γέρος βογκούσε ακόμα πάνω στην λεκάνη του.
μου έδειξε ένα μπουκάλι με κρασί
στα πόδια του
σχεδόν άδειο
και το σήκωσα και ήπια το μισό
περιεχόμενο.
του έδωσα ένα πολύ παλιό και τσαλακωμένο
δολάριο
ύστερα βγήκα έξω στο γρασίδι
και ξέρασα.
κοίταξα τον ωκεανό και ο ωκεανός
έδειχνε εντάξει, γεμάτος μπλε και
πράσινο καρχαρίες.
γύρισα πίσω
στον δρόμο αποφασισμένος
να βρω το αυτοκίνητό μου.
μου πήρε μια ώρα και 15 λεπτά
και όταν το βρήκα
μπήκα μέσα έβαλα μπρος κι έφυγα
προσποιούμενος πως γνώριζα
όσα κι ο άνθρωπος
μπροστά από μένα.


Charles Bukowski (Χέσιμο)

Οι Άνθρωποι

Όλοι οι άνθρωποι αρχίζουν
να χωρίζουν τελικά
και ιδού:
μονάχα αδειανά τασάκια στο δωμάτιο
τούφες μαλλιών πάνω στην χτένα
μέσα στην νύχτα που σβήνει.

Όλα είναι στάχτη
και ξερά φύλλα
και θλίψη σαν υπερωκειάνιο
φευγάτη.

Όταν τα παπούτσια γεμίσουν αίμα
ξέρεις
πως τα παπούτσια είναι για πέταμα.

Η πραγματική επανάσταση
έρχεται απ'την αποστροφή -
όταν τα πράγματα ζοριστούν πολύ
το μικρό γατί θα σκοτώσει το λιοντάρι.

Παιδί σαν ήμουν της εκκλησίας τα αγάλματα
που καίνε στα πόδια τους κεριά
μακάρι να τα έπαιρνα αν μπορούσα
και να τους άνοιγα τα μάτια
και να τους άγγιζα τα πόδια
και ν'άκουγα τα πήλινά τους στόματα
να μιλούν τα πραγματικά
πήλινα
λόγια.

Charles Bukowski (Οι Άνθρωποι)

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

Το Κλεισμένο Αμάξι

Κοντά σε μια κατάφωτη προθήκη
καπνοπωλείου εστέκονταν, ανάμεσα σ'άλλους πολλούς.
Τυχαίως τα βλέμματά των συναντήθηκαν,
και την παράνομην επιθυμία της σαρκός των
εξέφρασαν δειλά, διστακτικά.
Έπειτα, ολίγα βήματα στο πεζοδρόμιο ανήσυχα —
ως που εμειδίασαν, κ'ένευσαν ελαφρώς.

Και τότε πια το αμάξι το κλεισμένο....
το αισθητικό πλησίασμα των σωμάτων·
τα ενωμένα χέρια, τα ενωμένα χείλη.

Κωνσταντίνος Καβάφης (Η Προθήκη του Καπνοπωλείου)

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

59 σεντς το κιλό

μου αρέσει να τριγυρίζω σε πολυσύχναστα μέρη
και να παίρνω μια γεύση απ'τους ανθρώπους -
από απόσταση.
δεν θέλω πολύ κοντά μου να τους έχω
γιατί τότε είναι που αρχίζει
η φθορά.
μα μέσα στα σούπερ μάρκετ
στα πλυντήρια
στα καφέ
στων δρόμων τις γωνίες
στις στάσεις των λεωφορείων
στα εστιατόρια
στα ψιλικατζίδικα
μπορώ τα σώματα τους να βλέπω
και τα πρόσωπά τους
και τα ρούχα τους -
παρατηρώ τον τρόπο που βαδίζουν
ή στέκονται
ή κάνουν οτιδήποτε.
μοιάζω με μηχάνημα που βγάζει ακτινογραφίες
μ'αρέσουν έτσι:
σε κοινή θέα.
φαντάζομαι γι'αυτούς
τα καλύτερα.
τους φαντάζομαι γενναίους και τρελούς
τους φαντάζομαι όμορφους.
μ'αρέσει να τριγυρίζω σε πολυσύχναστα μέρη.
νιώθω θλίψη για όλους μας ή χαρά
για όλους εμάς
παγιδευμένος μαζί σ'αυτή την ζωή
και αμήχανους έτσι.

τίποτα καλύτερο δεν υπάρχει από
το χιούμορ μας
τη σοβαρότητά μας
τη βαρεμάρα μας
σαν αγοράζουμε κάλτσες και καρότα και τσίκλες
και περιοδικά
αγοράζοντας προφυλακτικά
γλυκά
σπρέι μαλλιών
και χαρτί τουαλέτας.

να ανάψουμε μια τεράστια γιορτινή φωτιά
να συγχάρουμε εμάς τους ίδιους
για την αντοχή μας

στεκόμαστε σε ατελείωτες ουρές
τριγυρνάμε
προσμένουμε.

μ'αρέσει να τριγυρίζω σε πολυσύχναστα μέρη
οι άνθρωποι μου αποκαλύπτονται
κι εγώ αποκαλύπτομαι σ'εκείνους

μια γυναίκα στις 3:35 το μεσημέρι
ζυγίζει μαβιά σταφύλια σε μια πλάστιγγα
κοιτάζοντας την πλάστιγγα πολύ
σοβαρά
φοράει ένα απλό πράσινο φόρεμα
με λευκά λουλούδια
παίρνει τα σταφύλια
τα βάζει με προσοχή σε μια λευκή χάρτινη
σακούλα

αυτό μας διαφωτίζει αρκετά

οι στρατηγοί και οι γιατροί ίσως να μας ξεκάνουν
μα εμείς έχουμε
νικήσει.

Charles Bukowski (59 σεντς το κιλό)

Μ'έφαγαν οι πεταλούδες

θα κερδίσω ίσως στον ιρλανδέζικο ιππόδρομο
ίσως τρελαθώ
ίσως
ίσως ταμείο ανεργίας ή
μια πλούσια λεσβία στην κορυφή του λόφου

ίσως να μετενσαρκωθώ σε βάτραχο...
ή να βρω 70.000 δολάρια σε μια πλαστική σακούλα
να επιπλέουν στη μπανιέρα

χρειάζομαι βοήθεια
είμαι ένας παχύς άντρας που μ'έφαγαν
τα πράσινα δέντρα
οι πεταλούδες
κι εσύ

μια έτσι και μια αλλιώς
σαν τη λάμπα
τα δόντια μου πονούν πονούν τα δόντια της ψυχής μου
δεν μπορώ να κοιμηθώ
προσεύχομαι για τα χαλασμένα τραμ
τα λευκά ποντίκια
τις μηχανές που άρπαξαν φωτιά
το αίμα πάνω στην πράσινη ρόμπα του γιατρού σ'ένα
χειρουργείο του Σαν Φρανσίσκο

και με μάγκωσαν
ω ωχ
άγρια: το κορμί μου εκεί γεμάτο παρά μόνο από'μένα
πιασμένος στα μισά του δρόμου ανάμεσα στα γηρατειά
και την αυτοκτονία
σπρωγμένος σε εργοστάσια μαζί
με τους νεότερους
κρατώντας τον ρυθμό
καίγοντας το αίμα μου σαν βενζίνη και
κάνοντας ευτυχισμένο τον επιστάτη

τα ποιήματα μου δεν είναι παρά
γρατσουνιές στο πάτωμα
ενός κλουβιού.

Charles Bukowski (Μ'έφαγαν οι πεταλούδες)

Ο Χορός της Ζωής

Η περιοχή που διαχωρίζει την ψυχή απ'το μυαλό
προσβάλλεται ποικιλοτρόπως
από την εμπειρία -
Κάποιοι χάνουν όλο το μυαλό και γίνονται ψυχή:
τρελοί.
Κάποιοι χάνουν όλη την ψυχή και γίνονται μυαλό:
διανοούμενοι.
Κάποιοι τα χάνουν και τα δυο και γίνονται:
αποδεκτοί.

Charles Bukowski (Ο χορός της ζωής)

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2018

Οι Αράχνες

Στην Οντέτ Μπόστ

Στα σπίτια που πεθαίνουν τα παιδιά
Μπαίνουνε κάτι γέροι
Θρονιάζονται στο διπλανό δωμάτιο
Μ'ένα ραβδί ανάμεσα στα μαύρα γόνατά τους
Ακούν προσεχτικά, κουνανε το κεφάλι.

Κάθε που βήχει το μικρό
Τα χέρια τους κολλάνε στην καρδιά τους
Μεταμορφώνονται σε κίτρινες τεράστιες αράχνες
Σπαράζει ο βήχας στις γωνίες των επίπλων
Υψώνεται ελαφρά σαν πεταλούδα ωχρή
Σκοντάφτει στο ασήκωτο ταβάνι.

Χαμογελάνε αόριστα
Και κόβεται ο βήχας του παιδιού
Οι κίτρινες τεράστιες αράχνες
Κάθονται τρέμοντας
Στις λείες λαβές των ξύλινων
ραβδιών, ανάμεσα στα σιδερένια γόνατα.

Κατόπιν, σαν πεθαίνει το παιδί
Σηκώνονται και φεύγουνε γι'αλλού...

Boris Vian (Οι Αράχνες)

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2018

Γιατί να ζω

Γιατί να ζω
Γιατί να ζω
Για το πόδι το χλωμό
Κάποιας ξανθιάς
Στον τοίχο ακουμπισμένο
Κάτω από πλούσιο ήλιο
Για το πανί το στρογγυλό
Ενός καϊκιού στενόμακρου
Για της κουρτίνας τη σκιά
Τον κρύο μου καφέ
Για ν'ακουμπάω την άμμο
Για να κοιτάω το βυθό
Που τόσο είναι γαλάζιος
Που κατεβαίνει έτσι βαθιά
Μαζί με τα ψαράκια
Τα ήρεμα ψαράκια
Βοσκάνε κάτω εκεί
Ή φτερουγίζουν πάνω
Από φύκια μαλλιά
Σαν πουλιά βραδυκίνητα
Σα γαλάζια πουλιά
Γιατί τάχα να ζώ
Μα γιατί είν'ωραίο.

Boris Vian (Γιατί να ζω)

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2018

Δειλινά

Τ βήματα το φθινοπώρου ντήχησαν
νωρίς, κ'επε μ πίκρα δελφή μου:
« νυχτεριν βροχ τ ρόδα μας
τ μάδησε, δελφούλη μου, κα τώρα...»

να βιβλίο ρομαντικ θ συλλογίστηκε...
Μ γ ναμέτρησα στ νο μου τς στορίες
γύρω π'ατ τ όδα πο πεθάνανε
στ φύση νάμεσα κα στν καρδιά μου!..

Νικιφόρος Βρεττάκος (Δειλινά)

Ο Ιππότης και ο Θάνατος (1513)

Καθώς σε βλέπω ακίνητο
με του Ακρίτα τ'άλογο και το κοντάρι τ'Αη-Γιωργίου να ταξιδεύεις στα χρόνια,
μπορώ να βάλω κοντά σου,
σ'αυτές τις σκοτεινές μορφές που θα σε πραστέκουν αιώνια,
ώσπου μια μέρα να σβηστείς και συ παντοτινά μαζί τους,
ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιά μες στη μεγάλη Τύχη που σε γέννησε,
μπορώ να βάλω κοντά σου
μια νεραντζιά στου φεγγαριού τους χιονισμένους κάμπους,
και το μαγνάδι μιας βραδιάς να ξεδιπλώσω μπροστά σου
με τον Αντάρη κόκκινο να τραγουδάει τα νιάτα,
με το Ποτάμι τ'Ουρανού να χύνεται στον Αύγουστο
και με τ'Αστέρι του Βοριά να κλαίει και να παγώνει,
μπορώ να βάλω λιβάδια,
νερά που κάποτε πότισαν τα κρίνα της Γερμανίας,
κι αυτά τα σίδερα που φορείς, μπορώ να σου στολίσω
μ'ένα κλωνί βασιλικό κ'ένα ματσάκι δυόσμο,
με του Πλαπούτα τ'άρματα και του Νικηταρά τις πάλες.
Μα εγώ που είδα τους απογόνους σου σαν πουλιά
να σκίζουν μιαν ανοιξιάτικη αυγή τον ουρανό της πατρίδας μου,
κ'είδα τα κυπαρίσσια του Μωριά να σωπαίνουν
εκεί στον κάμπο του Αναπλιού,
μπροστά στην πρόθυμη αγκαλιά του πληγωμένου πελάγου,
όπου οι αιώνες πάλευαν με τους σταυρούς της παλικαριάς,
θα βάλω τώρα κοντά σου
τα πικραμένα μάτια ενός παιδιού
και τα κλεισμένα βλέφαρα
μέσα στη λάσπη και στο αίμα της Ολλανδίας.

Αυτός ο μαύρος τόπος
θα πρασινίσει κάποτε.
Το σιδερένιο χέρι του Γκέτς θ'αναποδογυρίσει τ'αμάξια,
θα τα φορτώσει θημωνιές από κριθάρι και σίκαλη,
και μες στους σκοτεινούς δρυμούς με τις νεκρές αγάπες,
εκεί που πέτρωσε ο καιρός ένα παρθένο φύλλο,
στα στήθια που σιγότρεμε μια δακρυσμένη τριανταφυλλιά,
θα λάμπει εν'άστρο σιωπηλό σαν ανοιξιάτικη μαργαρίτα.

Μα συ θα μείνεις ακίνητος`
με του Ακρίτα τ'άλογο και το κοντάρι τ'Αη-Γιωργίου θα ταξιδεύεις στα χρόνια,
ένας ανήσυχος κυνηγός απ'τη γενιά των ηρώων,
μ'αυτές τις σκοτεινές μορφές που θα σε παραστέκουν αιώνια,
ώσπου μια μέρα να σβηστείς και συ παντοτινά μαζί τους,
ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιά μες στη μεγάλη Τύχη που σε γέννησε,
ώσπου και πάλι στις σπηλιές των ποταμιών ν'αντηχήσουν
βαριά σφυριά της υπομονής,
όχι για δαχτυλίδια και σπαθιά,
αλλά για κλαδευτήρια κι αλέτρια.

Νίκος Γκάτσος (Ο Ιππότης και ο Θάνατος (1513))

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

Φύλλα Φοινικόδεντρων

ακριβώς στις 12 τα μεσάνυχτα
1973 προς 1974
στο Λος Άντελες
έπιασε βροχή πάνω στων
φοινικόδεντρων τα φύλλα έξω απ'το
παράθυρό μου
οι καραμούζες και τα πυροτεχνήματα
άρχισαν
και ο ουρανός φώτισε.

έπεσα στο κρεβάτι κατά τις 9 το βράδυ
έσβησα τα φώτα
κουκουλώθηκα -
το κέφι τους, η χαρά τους,
οι φωνές τους, τα χάρτινα καπέλα τους,
τα αυτοκίνητά τους, οι γυναίκες τους,
τα αδαή μεθύσια τους...

η παραμονή της Πρωτοχρονιάς
πάντοτε με τρομάζει

η ζωή δεν ασχολείται με τα χρόνια.

τώρα έπαψαν οι καραμούζες και
τα πυροτεχνήματα και οι λάμψεις...
μέσα σε πέντε λεπτά όλα τελείωσαν...
το μόνο που ακούω είναι η βροχή
πάνω στων φοινικόδεντρων τα φύλλα,
δεν θα καταλάβω ποτέ τους ανθρώπους,
μα βγήκα ζωντανός απ'την προσπάθεια.

Charles Bukowski (Φύλλα φοινικόδεντρων)

Ο Κήπος μου

Με ήλιο και με βροχή
και μέρα και νύχτα

ο πόνος είναι ένα λουλούδι
ο πόνος είναι λουλούδια

που ανθίζουν συνέχεια.

Charles Bukowski (Ο κήπος μου)

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2018

Θά'θελα

Θά'θελα
Θά'θελα
Να γίνω μέγας ποιητής
Και με δαφνόφυλλα σωρό
Να με στολίζουν
Να όμως που
Δεν με τραβάνε -όσο πρέπει- τα βιβλία
Και η ζωή μ'απασχολεί τόσο πολύ
Και τους ανθρώπους αγαπώ τόσο πολύ
Που δε μου είναι μπορετό να γράφω πάντα
Μονάχα περί ανέμων
Και υδάτων.

Boris Vian (Θά'θελα)

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2018

Εκπλήρωση βαθιάς θλίψης

Ακούω και τα βουνά ακόμη
πως γελάνε
πάνω και κάτω στις γαλανές πλαγιές τους
και μέσα στο νερό
κλαίνε τα ψάρια
και όλο το νερό
είναι τα δάκρυά τους.
Το νερό ακούω
τις νύχτες που τα πίνω
και η θλίψη έρχεται τόσο υπέροχη
που την ακούω στο ρολόι μου
γίνεται πόμολο στον μπουφέ μου
γίνεται ένα χαρτί στο πάτωμα πεσμένο
γίνεται ένα κορδόνι παπουτσιού
κουπόνι χρήσης πλυντηρίου
γίνεται
καπνός τσιγάρου
που ανεβαίνει σ'ένα παρεκκλήσι με σκοτεινά αμπέλια...

λίγο με νοιάζει
πολύ λίγη αγάπη δεν είναι κι άσχημη
ή πολύ λίγη ζωή

εκείνο που μετράει
πάνω σε τοίχους προσμένει
για τούτο είμαι γεννημένος

γεννήθηκα ρόδα να συνωθώ πέρα στις λεωφόρους των νεκρών.

Charles Bukowski (Εκπλήρωση βαθιάς θλίψης)

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

Το σβήσιμο της λάμπας

Έρχεται η ώρα της μεγάλης κόπωσης. Θαμβωτική πρωία,
προδοτική· – δείχνει το τέλος κι άλλης νύχτας του, υπερθεματίζει
τη στιλπνή τύψη του καθρέφτη, σκάβοντας μνησίκακα
τις χαρακιές δίπλα στα χείλη και στα μάτια. Τώρα,
δεν ωφελεί η προσήνεια της λάμπας ή το κλείσιμο των παραπετασμάτων.
Συνείδηση άκαμπτη του τέλους πάνω στα σεντόνια όπου ψυχραίνει
το θερμό χνώτο θερινής νυκτός, και μένουν μόνον λίγοι κρίκοι
πεσμένοι από νεανικούς βοστρύχους –μιά κομμένη αλυσίδα–
η ίδια εκείνη αλυσίδα – ποιός τη σφυρηλάτησε; Όχι,
δεν ωφελεί η ανάμνηση μήτε κι η ποίηση. Κι ωστόσο,
την ύστατη στιγμή, πριν κοιμηθεί, σκύβοντας πάνω απ’ το γυαλί της λάμπας
να φυσήσει τη φλόγα της, να σβήσει πια κι αυτή, αντιλαμβάνεται
ότι φυσάει κατευθείαν μέσα στο γυάλινο αυτί της αιωνιότητας
μιά λέξη αθάνατη, εντελώς δική του, το ίδιο του το χνώτο 
– ο στεναγμός της ύλης.
Ωραία που η καπνιά της λάμπας ευωδιάζει το δωμάτιό του τα χαράματα.

Γιάννης Ρίτσος (Το σβήσιμο της λάμπας)