Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2019

Χωρίς Λόγια

Στο παραθύρι οι δυο καθόμαστε
του χινοπώρου κάποιο δείλι`
στης μέρας τ'απαλό ξεψύχισμα,
μιλιά δεν έβγαινε απ'τα χείλη`
κ'είπαμε τόσα αυτό το δείλι,
όσα ποτές δε μιληθήκανε
τις πιο γλυκές βραδιές του Απρίλη.

Νικόλαος Πετιμεζάς-Λαύρας (Χωρίς Λόγια)

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2019

Προς το Βλαδιβοστόκ

Θερμοκρασία 60 υπό το μηδέν
και το εισιτήριο προς το Βλαδιβοστόκ στην τσέπη`
κι απόξω, εξισωμένη προς το Άπειρον,
η παγωμένη στέππη...

(Δεν είμαι μόνος` ένας άνθρωπος παράξενος αντίκρυ μου
μου εξάπτει το ενδιαφέρον σε σημείον μέγα`
κ'ενόσο τούχα δώσει σημασίαν Άλφα στην αρχή,
τώρα, δεν ξέρω πώς, λαμβάνει σημασίαν Ωμέγα!)

...Και το εισιτήριο προς το Βλαδιβοστόκ στην τσέπη μου!..
Ά! Το Βλαδιβοστόκ... Ώ, ας ήτανε ποτέ να μην υπήρχεν εδωκάτω!
Κι όμως είν'ο σκοπός του ταξιδιού μου, αλίμονο`
το τέρμα..- που δεν έχει παρακάτω...

...Κι όμως το νοσταλγούσα κάποτε το τέρμ'αυτό.
Μα τώρα..-τώρα τίποτα. Μονάχα η παγωμένη γύρω στέππη,
κι ο αμίλητος κι ακίνητος συνταξιδιώτης μου,
που σα μετουσιωμένο σύμβολο με βλέπει.

..Κι όσο και πάει σιμώνει το Βλαδιβοστόκ!..
Και τότε.., τί θα γίνει;.. Θα ξαναγυρίσω πάλε;..
Δεν το πιστεύω!.. Μα θαρρώ, της φάρσας ή του δράματος
πως πλησιάζει οσονούπω το φινάλε!..

(...Ωραίο πιστόλι ετούτο, μα την πίστη μου,
κ'είν'εντελώς καινούργιο, και γεμάτο!..
Κι όπου και νάναι θα φανεί και το Βλαδιβοστόκ,
το τέρμα..- που δεν έχει παρακάτω...)

Ορέστης Λάσκος (Προς το Βλαδιβοστόκ)

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2019

Τραγούδι το Φθινόπωρο

Φθινόπωρο σ'αγάπησα την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν κι αφήνουν τα κλαριά γυμνά για το χειμώνα,
που βιάζονται τα δειλινά, κ'είναι τα ρόδα μήλα,
κ'είναι τα βράδια μόνα...

Και τώρα στέκω και ρωτώ: ποιά μοίρα και ποιά μπόρα,
καθώς τραβούσα μοναχός το δρόμο της αβύσσου,
παράξενα κι ανέλπιστα να μ'έχει φέρει τώρα
ζητιάνο στην αυλή σου;..

Κι όταν το γιόμα χάνεται κ'η νύχτα κατεβαίνει,
και σιωπηλά, σαν τα βιβλία, το φως της μέρας κλείνει,
νάρχουμαι πάλι να ζητώ μιαν ησυχία χαμένη,
- σα μιαν ελεημοσύνη...

Σ'αγάπησα, Φθινόπωρο, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν κι αφήνουν τα κλαριά, κ'είναι τα βράδια μόνα...
Μ'αλήθεια, να σ'αγάπησα - η μη είν'η ανατριχίλα
του ερχόμενου χειμώνα;..

Ναπολέων Λαπαθιώτης (Τραγούδι το φθινόπωρο)

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2019

Ora et Labora

Βουρ στα ζωύφια λατινικά.
Παναγία θεοτόκε νοικοκυρά μου
μη μ'αφήνεις ανυπεράσπιστο στα σκυλιά
με τόσες όμορφες εικόνες σου
σ'αυτό το σκουπιδότοπο (στο ύψος Παρθενώνας).
Θα συνεχίσω την ποίηση μονάχα για πλάκα
θαν την κάνω κουρμπάνι
στα γοερά μου πεύκα κρεμαντούλα
ενάντια στου χρόνου την εφεύρεση
δοξάζοντας το πληγωμένο μάλαμα: τη μοναξιά μου
στα νόστιμα ερέβη που με περιμένουν
εκείθε απ'τα κωμικά σας έαρα
προς τα ερείπια του σύμπαντος μονήρη
προς του νερού την κρέμαση στα βάραθρα
- μιαν ασώματη ρητορεία.
Τι τα'θελε και τα'φερνε τα γράμματα
ο Δαναός στην Αργολίδα.
Μόνον αυτοί που τρέφουν όνειρα απολαμβάνουν
την πραγματικότητα.

Νίκος Καρούζος (Ora et labora)

Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2019

Τοπίο

Το αγέρι, τα φύλλα στα κλώνια,
κι ο κάμπος σπαρμένος τριζόνια.

Πλατάνια που απλώνουν τα χέρια,
ν'αδράξουν φεγγάρι κι αστέρια.

Κ'εσύ, κι όλο εσύ, κ'εσύ μόνη,
το αγέρι, τα φύλλα κ'οι κλώνοι.

Κ'εσύ το φεγγάρι, τ'αστέρια,
κ'εγώ του πλατάνου τα χέρια...

Γιάννης Κουτσοχέρας (Τοπίο)

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2019

Το χαρτοπαίγνιο

Γριές εταίρες και χλομές σ'ανάκλιντρα φθαρμένα,
μπογιά στο φρύδι, γλυκερό το βλέμμα το μοιραίο,
με νάζια όπως τσακίζονται, στα γερασμένα αφτιά τους
κροτούν τα σκουλαρίκια τους με τον αχό το νέο.

Γύρω από τσόχες πράσινες πρόσωπα δίχως χείλια,
χείλια ασπρουλιάρικα στεγνά, γούλια ξεδοντιασμένα,
και δάχτυλα με τους σπασμούς μιας καταχθόνιας θέρμης,
που ψάχνουν τσέπες αδειανές ή στήθια ταραγμένα.

Κάτω από βρόμικη οροφή χλομά λαμπιόνια αράδα
και κρεμαστά πολύφωτα, που έχουν σημαδέψει
τα φώτα τους, τα σκυθρωπά μέτωπα ποιητάδων
τον ματωμένο ιδρώτα τους που'χουν εκεί ασωτέψει.

-Να η μαύρη εικόνα ως όνειρο που είδα κάποια νύχτα,
ωμή να ξετυλίγεται στην καθαρή μου βλέψη,
κι εγώ τον ίδιο μου σε μια γωνιά του άντρου
τον είδα αμίλητο, ψυχρό κι έτοιμον να ζηλέψει

Αυτούς με το πεισματικό το πάθος που τους τρέφει,
κι αυτές τις πόρνες τις γριές με το μακάβριο κέφι,
που εμπορευόταν θαρρετά μπροστά μου τ'αγαθά τους
την παλαιά του αυτός τιμή, αυτές την ομορφιά τους!

Ξάφνου η καρδιά μου τρόμαξε που πήγε να ζηλέψει
τον κακομοίρη που'τρεχε σ'άβυσσο με μανία,
τύφλα απ'το ίδιο το αίμα του, ενώ θα προτιμούσε
πόνο από Χάρο, κόλαση απ'την ανυπαρξία.

Charles Baudelaire (Το χαρτοπαίγνιο)

Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2019

Mens Divinior

Όσα τριγύρω χαίρεται η ματιά μου,
ή στα θαμπά τα ονείρατα μαντεύω,
ένας θεός θαρρώ πως τάχει πλάσει,
γιατί μια μέρα τόξερε πως θάρθω.

Με ανάκουστη λαλιά μου κουβεντιάζουν,
οι κάμποι, τα βουνά, οι γιαλοί και τ'άστρα,
με την ψυχή μου, που όμοια έχει πατρίδα,
μια μυστική ανταπόκριση σα νάχουν.

Ξένος, γι'αυτό, στη γη δεν ήρθα κι ούτε,
σα βραδινός περάτης, κουρασμένο
το βήμα μου θα σύρω μες στα φώτα
μιας πολιτείας που δε θα τη γνωρίσω.

Λέων Κουκούλας (Mens divinior)

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2019

Ένα πρωί

Του γονικού μας το παράθυρο
με το ανθισμένο του περβάζι,
σαν πλαίσιο εικόνας που έδειχνε
πάντα μι'άνοιξη να οργιάζει`

ανάμεσά του ο κόσμος φάνταζε
με μιαν αχνή ντυμένος γάζα,
που των αιθέρων και της θάλασσας
αντιφεγγίζαν τα γαλάζα.

Μα ένα πρωί ξύπνησα ανήσυχος
με μια βαριάν εντός μου λύπη
για κάτι που ποτέ δε γνώρισα
και τόνιωθα όμως πως μου λείπει`

κ'εκεί που πάντα έλεγα νάμενα,
την ευτυχία για να προσμένω,
το πρωτοξύπνητο ένιωσα είναι μου,
ένα πρωί, φυλακισμένο!

Κι άχ! του σπιτιού μας το παράθυρο,
που ευώδαε πάντα από το δυόσμο,
ένα πικρό πρωί μου φάνηκεν
ότι μου κρύβει όλο τον κόσμο!

Λέων Κουκούλας (Ένα πρωί)

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2019

Το Ταξίδι

Μάταια στο δοιάκι ερόζιασαν τα χέρια μας, καλέ μου`
μάταια κ'η γνώση μάχεται σκυμένη πά'στη ρότα.
Μας κυβερνούν αλύγιστα τα δάχτυλα του ανέμου,
και τώρα, και παρύστερα, και πάντα, όπως και πρώτα.

Το βλέπω - η μέρα σώνεται κ'η γης η ονειρεμένη
χάνεται κι όλο χάνεται στο σύθαμπο του απείρου.
Μα, ώ Μοίρα, κι άν δε φτάξουμε, στο πείσμα σου μας μένει
η γλύκα της απαντοχής κ'η ευτυχία του ονείρου.

Κώστας Κοντός (Το ταξίδι)

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2019

Ρομαντικός Επίλογος

Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή έστω μνημόσυνα.
Όταν δεν έχετε
μαντέψει τη δύναμη
που κάνει την αγάπη
εφάμιλλη του θανάτου.
Όταν δεν αμολήσατε αητό την Καθαρή Δευτέρα
χωρίς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγγο.
Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια
ο Νοστράδαμος.
Όταν δεν πήγατε τουλάχιστο μια φορά
στην Αποκαθήλωση.
Όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντελικό.
Άν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες.
Άν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα
οπουδήποτε.
Όταν δεν ξέρετε πώς ο ωραίος Modigliani
τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος
χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν
κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά
ενοχλώντας το σύμπαν.
Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας.
Όταν δεν πίνετε χαρούμενοι το αθώο νεράκι.
Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα
είναι μάλλον η εποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ.
Μη με διαβάζετε
όταν
έχετε
δίκιο.
Μη με διαβάζετε όταν
δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα...

Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος.

Νίκος Καρούζος (Ρομαντικός επίλογος)

Κυριακή, 30 Ιουνίου 2019

Με τ'αστέρια

Στο ουράνιο πλήθος των ψυχών θα σε ζητήσω
μέσ'απ'την εκμηδένιση νέος και θεάρεστος.
Εγώ στους μαιάνδρους των ονείρων μπερδεύτηκα
σε κάθε βήμα η γη με ανατρέπει.
Ολόξανθη
θα φεύγεις απ'τα κράτη
έχοντας και τα δυο σου χέρια
πάνω στην ήβη που σκιρτά
ολόξανθη
γυρίζεις υγρή τις πρωτεύουσες
ένα κοχύλι του θαλάσσιου κρημνού η μαργαρίτα των άκρων σου
και οι νύχτες γλυκά μακροσκελείς...
Θυμάμαι τώρα μονάχος με τ'αστέρια
χωρίσαμε απόβραδο και πήγαινες
φρεσκοβγαλμένη απ'την αγκαλιά μου -
ζούσαν ακόμη τα βήματα του κήπου ενώ έφευγες
παίρνοντας το χώρο μαζί σου.
Έχω στη μνήμη το υγρό φυτό με τα φύλλα του
που είναι πεσμένα φτερά πουλιού και τ'όνομά του:
Justitia - ο ήλιος του Εθνικού Κήπου
μέσα στο απόγευμα των φυλλωμάτων μικρός φωτοστέφανος.
Από κόκκινο αίμα ο άγγελος έβγαινε
και χύνεται στη σινδόνη τ'ουρανού
μα η ρομφαία λάμπει
στίλβοντας τη δικαιοσύνη που είν'ο έρωτας.
Κάθομαι μια στιγμή στο κορινθιακό κιονόκρανο
πλάι στο ρυάκι με το βυθισμένο σπόνδυλο
για να φέρω τον ιερό απελπισμό, αρχαίες ώρες.
Δεν υπάρχεις...
Ώ θάνατε βασιλέα των πραγμάτων
πιέζεις απόψε το μικρό μου στήθος.

Νίκος Καρούζος (Με τ'αστέρια)

Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2019

Ο Αντιπολιτευόμενος

Εν μέσω της εκλογικής αυτής ανεμοζάλης,
ενόμισα καθήκον μου κ'εγώ να εισπηδήσω,
και μετ'αγώνος φοβερού και πυρετώδους πάλης
νεκρός ή μόνον νικητής, παιδιά, να επιζήσω!
Τουτέστι "Ταν ή επί τάς!", οι πάντες μ'εννοείτε,
αι δ'εξηγήσεις περιτταί μοι φαίνονται, πολίται!

Αντιπολιτευόμενος! -ιδού το πρόγραμμά μου!
Την τωρινήν κυβέρνησιν αγρίως θα πατάξω!
Πατρίς εδώ, πατρίς εκεί, πατρίς το σύνθημά μου,
πατρίς, μα τον θεόν, πατρίς - enfin θα πατριάξω!
Οράτε ότι την πτωχήν πατρίδα μας προδίδουν,
διότι τρώγουν μοναχοί και εις ημάς δεν δίδουν.

Τα οικονομολογικά! -ιδού πρώτη φροντίς μου!
Τα στρατοναυτολογικά! -ιδού και η δευτέρα!
Τα εξωεσωτερικά! -εν όλω πόθοι τρεις μου,
εκ της κοιλίας θ'αντηχούν οξείς εις τον αιθέρα.
Το μεγαλείον, η πατρίς, η δόξα, το καθήκον,
και το ανήκον άπασι και πάσι το προσήκον!

Άλλως, μενόντων ωδέ πως των πάντων συμφερόντων,
και των ταμείων τρομερώς συνδιασπαθιζόντων,
κ'εκείνων πάντων, δηλαδή, τρωγόντων και πινόντων,
ημών δε πάντων των λοιπών πεινώντων και διψώντων,
ημείς θα καταντήσωμεν, αναμφιβόλως, τσίροι,
και νεκρικόν μετ'ου πολύ θ'ακούσωμεν ψαλτήρι.

Λοιπόν, λοιπόν άπαντ'αυτά ευκόλως εννοούντες,
και βλέποντες πως η πατρίς επνίγη εντός έλους,
πρέπει, εν γένει, τον λαόν ορθώς ποδηγετούντες,
να φθάσωμεν εις ασφαλή λιμένα, επί τέλους.
Τοιουτοτρόπως η πατρίς, νικώσα, μετά θάρρους
θα πέσει ως μικρός ιχθύς εις πεινασμένους γλάρους!

Ελπίζω, συμπολίται μου, την ψήφον σας να έχω!
Ελπίζω, να μ'εκλέξετε, ως αντιπρόσωπόν σας,
διότι, μα τον Ιησού Χριστόν μας, δεν αντέχω,
και, φεύ! θα μ'έχετε βαρύ φορτίον στον λαιμόν σας!
Εν τούτις, αν μοι πέπρωται ο τάλας ν'αποθάνω,
τα κατωτέρω γράψατε στον τάφον μου επάνω:

"Αντιπολιτευόμενος ο μακαρίτης ήτο`
είχ'ευγενή αισθήματα, αρχάς και πεποιθήσεις,
και υπο τούτων πάντοτε αγνώς ενεφορείτο`
αλλ'όμως τον κατέβαλον στομαχικαί παθήσεις.
Απέθανε φιλόπατρις και ομιλών και γράφων
-με άλλους λόγους: νηστικός κατήλθεν εις τον τάφον!"

Δημήτριος Κόκκος (Ο αντιπολιτευόμενος)

Κυριακή, 23 Ιουνίου 2019

Ύπνος

Θα μας δοθεί το χάρισμα και η μοίρα
να πάμε να πεθάνουμε μια νύχτα
στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας;

Γλυκά θα κοιμηθούμε, σαν παιδάκια
γλυκά... Κι απάνωθέ μας θε να φεύγουν,
στον ουρανό, τ'αστέρια και τα εγκόσμια.
Θα μας χαϊδεύει ως όνειρο το κύμα,
και γαλανό σαν κύμα τ'όνειρό μας
θα μας τραβάει σε χώρες που δεν είναι.
Αγάπες θάναι στα μαλλιά μας οι αύρες,
η ανάσα των φυκιών θα μας μυρώνει,
και κάτου απ'τα μεγάλα βλέφαρά μας,
χωρίς ναν το γρικούμε, θα γελάμε.
Τα ρόδα θα κινήσουν απ'τους φράχτες
και θάρθουν να μας γίνουν προσκεφάλι`
για να μας κάνουν αρμονία τον ύπνο,
θ'αφήσουνε τον ύπνο τους τ'αηδόνια.
Γλυκά θα κοιμηθούμε, σαν παιδάκια
γλυκά... Και τα κορίτσια του χωριού μας,
αγριαπιδιές, θα στέκουνε τριγύρω,
και, σκύβοντας, κρυφά θα μας μιλούνε
για τα χρυσά καλύβια, για τον ήλιο
της Κυριακής, για τις ολάσπρες γάστρες,
για τα καλά τα χρόνια μας που πάνε...
Το χέρι μας κρατώντας η κυρούλα,
κι όπως αργά θα κλείνουμε τα μάτια,
θα μας δηγιέται, ωχρή, σαν παραμύθι
την πίκρα της ζωής. Και το φεγγάρι
θα κατέβει στα πόδια μας λαμπάδα
την ώρα που στερνά θα κοιμηθούμε
στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας.

Γλυκά θα κοιμηθούμε, σαν παιδάκια,
που όλη τη μέρα έκλαψαν και αποστάσαν...

Κώστας Καρυωτάκης (Ύπνος)

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2019

Στέρηση

Πρόσωπο ανθρώπινο, δεν μπορώ
να σ'αγγίξω` με ζαλίζει τόση επιθυμία
που χάνομαι, δίχως τη χαρά ν'ακουμπήσω
το χέρι μου απάνω σου.
Η στέρησή σου σε όνειρα με φέρνει πολύ δυνατά
κι απείραχτα. Άν σε πειράξω,
με την δική μου έννοια, σε χάνω
σαν την όμορφη φαντασία.
Γιατί με πτοεί η δική σου
πραγματικότητα; Πέρ'από σένα
μαίνεται η δική μου επιθυμία,
τόσο, που γίνεσαι πρόφαση
κ'είσαι απαρχής όλα τα πρόσωπα.

Της απαντοχής αθλιότητα!
Δεν είμαι αρκετός να σε καλέσω,
να μοιραστείς την ορισμένη μου
οντότητα. Όμως, όσο φεύγω,
τόσο πιο κοντά σου
έρχομαι.

Ζωή Καρέλλη (Στέρηση)

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2019

Τραγούδι των Σκούρων Περιστεριών

Πάνω στα κλωνιά της δάφνης
είδα δυο σκούρα περιστέρια.
Το ένα ήταν ο ήλιος
το άλλο ήταν η σελήνη.
Γειτονόπουλα, τους είπα,
ο τάφος μου πού θα'ναι;
Στου μανδύα μου την ουρά, είπε ο ήλιος.
Μέσα στο στήθος μου, είπε η σελήνη.
Κι εγώ, κι εγώ που προχωρούσα,
με τη γη στο ζωνάρι μου,
είδα δυο αετούς χιονάτους
και μια ολόγυμνη κοπέλα.
Ο ένας ήταν ο άλλος
και η κοπέλα δεν ήταν καμιά.
Αετουδάκια μου, τους είπα,
ο τάφος μου πού θα'ναι;
Στου μανδύα μου την ουρά, είπε ο ήλιος.
Μέσα στο στήθος μου, είπε η σελήνη.
Πάνω στα κλώνια της δάφνης
είδα τα δυο περιστέρια γυμνά.
Το ένα ήταν το άλλο
και τα δυο δεν ήτανε κανένα.

Federico García Lorca (Τραγούδι των σκούρων περιστεριών)

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2019

Όλοι μαζί...

Όλοι μαζί κινούμε, συρφετός,
γυρεύοντας ομοιοκαταληξία.
Mια τόσο ευγενικιά φιλοδοξία
έγινε της ζωής μας ο σκοπός.

Aλλάζουμε με ήχους και συλλαβές
τα αισθήματα στη χάρτινη καρδιά μας,
δημοσιεύουμε τα ποιήματά μας,
για να τιτλοφορούμεθα ποιητές.

Aφήνουμε στο αγέρι τα μαλλιά
και τη γραβάτα μας. Παίρνουμε πόζα`
Aνυπόφορη νομίζουμε πρόζα
των καλών ανθρώπων τη συντροφιά.

Mόνο για μας υπάρχουν του Θεού
τα πλάσματα και, βέβαια, όλη η φύσις.
Στη Γη για να στέλνουμε ανταποκρίσεις,
ανεβήκαμε στ'άστρα τ'ουρανού.

Kι αν πειναλέοι γυρνάμε ολημερίς,
κι αν ξενυχτούμε κάτου απ'τα γεφύρια,
επέσαμε θύματα εξιλαστήρια
του «περιβάλλοντος», της «εποχής».

Κώστας Καρυωτάκης (Όλοι μαζί...)

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2019

Αθήνα

Ώρα γλυκιά. Ξαπλώνει ωραία δομένη
η Αθήνα στον Απρίλη σαν εταίρα`
είναι ηδονές τα μύρα στον αιθέρα,
και τίποτε η ψυχή πια δεν προσμένει.

Στα σπίτια σκύβει απάνω και βαραίνει
το ασήμι του βλεφάρου της η εσπέρα`
βασίλισσα η Ακρόπολη εκειπέρα
πορφύρα έχει τη δύση φορεμένη.

Φιλί φωτός και σκάει το πρωταστέρι`
στον Ιλισσό ερωτεύεται τ'αγέρι
ροδονυφούλες δάφνες που ριγούνε.

Ώρα γλυκιά χαράς και αγάπης, όντας
πουλάκια το ένα τ'άλλο κυνηγούνε
τ'Ολύμπιου Δία μια στήλη αεροχτυπώντας...

Κώστας Καρυωτάκης (Αθήνα)

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2019

Σάββατο: γλυκορόδισμα...

Σάββατο: γλυκορόδισμα του θόλου.
Κυριακή: μέσα σε χρυσοσύγνεφο γεννήθη τ'όνειρό μου.
Δευτέρα: η μέρα φώτισε. Κ'ήσουν εσύ από κει,
κ'εγώ από δω` κι ανάμεσα η αλαλαχή του δρόμου.

Κ. Καρθαίος (Σάββατο: γλυκορόδισμα...)

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2019

Σαν Ωραίες Γυναίκες, Γυμνές...

Σαν ωραίες γυναίκες, γυμνές,
τούτες οι μέρες οι καλοκαιρινές
υπάρχουν με τη στιλπνότητα
των λαμπρών σωμάτων,
με την έκθαμβη προσφορά των,
με την έντονη περιφάνεια,
μ'εκείνη τη σταθερότητα
που έχουν οι γυναίκες
όταν είν'ωραίες,
πολύ βέβαιες για την εμορφιά των,
τόσο που μένουν έξαφνα
σκεφτικές, όμως ατάραχες,
γεμάτες προσμονή στέκονται,
μ'υπομονή γνωρίζουν,
περιέχοντας τέλεια την ηδονή
του εαυτού των.

Έτσι
οι έντονες του καλοκαιριού μέρες
φαίνονται ακέριες,
καθώς τις περιβάλλουν νύχτες εξαίσιες,
με πολύν έρωτα, μυστικόν.

Ζωή Καρέλλη (Σας ωραίες γυναίκες, γυμνές...)

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2019

Το Τραγούδι του Νικημένου

Είν'η ψυχή μου Βενετιά χαμένη
σ'έν'ακύμαντο πέλαγο, νεκρό...

Βουβά και σκοτεινά τα μαύρα της παλάτια, τα ερημωμένα,
με τα βαριά παραθυρόφυλλα κλειστά για πάντα,
θλίβουν μ'ίσκιους ψυχρούς τα κοιμισμένα τα κανάλια,
που δεν θεν'αυλακώσουν πλέον, ποτές, ποτές,
γόντολες της χαράς, του έρωτα γόντολες,
μήτε απ'τον ανεξύπνητο τον ύπνο
θα κράξουν απαλόχορδες κιθάρες
βαθιούς αντίλαλους, σαν άλλοτε,
κάτου απ'τα τόξα των θλιμμένων γεφυριών.

Είν'η ψυχή μου Βενετιά χαμένη
σ'έν'απέραντο πέλαγο, νεκρό...

Κάτου από μακρινούς νοσταλγικούς ορίζοντες
έγειρε κάποιο δείλι ξεχασμένο
σε λήθαργου θανατερού την κλίνη ο Ήλιος`
και σέρνοντας απέλπιδη, σε στήθη βαρυκύμαντα,
χείμαρρο ολόχρυσων μαλλιών η Δύση
τα φωτεινά της ρόδα τ'απαλότρεμα
ξεφύλλισε για πάντα...
Κι απλώθη ολόγυρα το αιώνιο βράδι,
το αφέγγαρο, το άναστρο, το στείρο βράδι,
που δεν μηνάει την νέαν Αυγή.

Είν'η ψυχή μου Βενετιά που αποκοιμήθη
σ'ύπνου ανονείρευτου τα κρύα τα βύθη...

Ένας ίσκιος που μου μοιάζει πλανιέται
στ'άφωνα πλάτη των διαδρόμων
του Δουκικού του παλατιού,
τον κυβερνήτη Δόγη καρτερώντας,
το Λογισμό, που δε θα ξαναρθεί,
γιατί έριξε την αρρεβώνα στο νεκρό το πέλαγο,
και τη βαριά κορώνα του στ'ακίνητα νερά,
κ'εχάθη στο μυστήριο των βαθύτατων κρυπτών
που τα κλειδιά τους πήρε η Λήθη.

Πέρα, σε ξένους, μακρινούς ορίζοντες,
δειλές κι αδύναμες σταμάτησαν οι ώρες,
διπλώνοντας τ'ακούραστα φτερά,
γιατ'είδαν μες στα σκότη τη γιγάντια
σκιά της Αιωνιότητος μπροστά τους πυργωμένη
με το αυστηρό το δάκτυλο της προσταγής στο στόμα`
κ'είναι μια θλίψη ολόγυρα απλωμένη,
νοσταλγική, σαν το στεφάνι, που αλησμονημένο
τρόπαιο μιας θρυλικής πρωτομαγιάς,
μαράθηκε από χρόνια στο μπαλκόνι
του έρμου κλειστού σπιτιού, που το αρνηθήκαν
ως και τα χελιδόνια κι όλο ρέβει
το Μάη προσμένοντας που δε θα ξαναρθεί.

Είν'η ψυχή μου Βενετιά χαμένη
σ'άβυθο πέλαγο, μαρμαρωμένο, νεκρικό...

Κάποιες ώρες στο σκοτάδι προβαίνει
κι αρμενίζει ανοιχτά λευκό καράβι,
νύχτιο φάντασμα αχνόφωτο και διάφανο...
-ποιός αγέρας φουσκώνει τα πανιά του
στο αρυτίδωτο πέλαο του θανάτου;..-
και στην πλώρη του εμπρός, σ'άσκεπο φέρετρο,
με τα χείλη σφιγμένα σ'αδύναμο πείσμα,
με τα μάτια κλειστά και με χέρια που σφίγγουν
στα στήθη τα ψυχρά το μάταιο πλέον σπαθί του,
βαριοκοιμάται ο νικημένος κυνηγός του Ονείρου,
κ'είμ'εγώ -...κ'είμ'εγώ...-

Στου παλατιού του Δουκικού τον πιο αψηλό τον πύργο
τότες προβάλλει ο ίσκιος που μου μοιάζει,
που μοιάζει του νεκρού ταξιδευτή,
κι απέλπιδος τα κουρασμένα χέρια απλώνει
σ'αφωνη και βαριά λαχτάρα`
μα του κάκου προσμένει` αργοδιαβαίνει
το μυστικό το πλοίο, που δε φλοισβίζει
στη πλώρη του ο αφρός, μηδέ αυλακώνει
το πέλαγο ξοπίσω του η ανάμνηση,
και σβιέται στα σκοτάδια και στα μάκρη...

Είναι η ψυχή μου Βενετιά χαμένη...

Της δύναμης τα μπρούτζινα λιοντάρια
δεν είν'γραφτό ν'ανατινάξουνε την πλούσια χήτη
με μούγκρισμα χαράς` σιωπούν για πάντα
κάτου απ'τους θόλους τους ψηλούς τ'αρμόνια
της πίστεως, κ'η αδάμαστη των πύργων περιφάνια
στο αιώνιο βράδι τώρα έχει σβηστεί.

...Ένας ίσκιος που μου μοιάζει πλανιέται,
κατάδικος της Μοίρας, κάτου απ'τις καμάρες
του πικρού Γεφυριού των Στεναγμών,
φουρτούνα ή χαλασμό μάταια προσμένοντας
τα βουβά τα νερά να συνταράξει
ή να γκρεμίσει στο βυθό την πολιτεία την έρμη.

Είν'η ψυχή μου Βενετιά χαμένη
που μήτε και το θάνατο προσμένει...


Νίκος Καρβούνης (Το τραγούδι του νικημένου)