Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Η Γη

Στα εξοχικά σπίτια της Μόσχας
ορμητικά εισβάλλει η άνοιξη.
Πίσω απ'το ντουλάπι φτερουγίζει ο σκώρος,
τα θερινά καπέλα σύρονται έξω,
ξανατοποθετούνται στα μπαούλα οι γούνες.
Σε ξύλινα μεσαία πατώματα
οι γλάστρες αραδιάζονται, τ'ανθοδοχεία
με ανεμώνες, σουμπογιές και βιόλες,
σκόνη μυρίζουν οι σοφίτες
κι ελευθερία αναπνέουν τα δωμάτια.
Κι ο δρόμος πια πολυσυνηθισμένος
με τα μυσότυφλα τα τζαμωτά.
Και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις πλάι στο ποτάμι
το ηλιοβασίλεμα από την άσπρη νύχτα.
Μπορείς ν'ακούσεις στο διάδρομο
όσα στο ύπαιθρο συμβαίνουν`
τι λέει έξαφνα ο Απρίλης στη σταγόνα
σαν κουβεντιάζει έτσι, στην τύχη.
Αυτός, χιλιάδες ιστορίες
πόνου ανθρώπινου γνωρίζει`
παγώνουν στις πεζούλες οι αυγές
κι όλο αυτό μπροστά τραβάει.
Κι είναι ένα σήμα παράδοξο, ανάκατο με φώς
έξω στους δρόμους, στων σπιτιών τα ενδότερα.
Κι ο αέρας πια δεν είναι ο ίδιος.
Το ίδιο σημβαίνει στις ιτιές,
στις διάφανες τις κλιματσίδες,
στ'άσπρα πρησμένα μάτια των βλαστών,
τόσο στο σταυροδρόμι όσο και στο παράθυρο,
στο δρόμο και στο εργαστήρι.
Γιατί να κλαίει το διάστημα μες στην ομίχλη
και να'χει η γη τόσο πικρή ευωδία;
Μα ίσα ίσα, το κάλεσμα αυτό προστάζει:
να μην μελαγχολούν οι αιθέρες
πέρ'απ'τα σύνορα της πολιτείας,
να μην πονεί η γη από μοναξιά.
Γι'αυτό, μόλις κάνει πως παίρνει άνοιξη
έρχονται οι φίλοι να με συναντήσουν,
κι είν'οι βραδιές μας αποχαιρετισμοί,
τα δείπνα μας οι τελευταίες θελήσεις:
το μυστικό ρεύμα του πόνου
στην παγωνιά της ύπαρξης να δώσει λίγο ζέστα.

Борис Леонидович Пастернак (Η Γη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου