Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Το κόκκινο φρούριο


Σεριανούσε στη Γρανάδα
ο Μαυριτάνος βασιλιάς

κι απ' τη πύλη Βιβαρράλμπα
φτάνει η είδηση πως να,
κυριεύτηκ' η Αλχάμα.
Αχ Αλχάμα μου, Αλχάμα!

Στη φωτιά ρίχνει το γράμμα,
σφάζει και τον ταχυδρόμο
και τραβούσε τα μαλλιά του
και ξερρίζωνε τα γένεια.
Ξεπεζεύει απ' τη φοράδα,
γερό άτι καβαλλάει.
Τον ανήφορο αψύς παίρνει
του Ζακάτιν κι άψε-σβήσε
έξω απ' την Αλάμπρα φτάνει.
Αχ Αλχάμα μου, Αλχάμα!

Βάζει ευτύς ν' αχολογήσουν
οι τρουμπέτες κι οι ψηλές του
σάλπιγγες, οι ασημένιες
οι Μαυριτανοί ν' ακούσουν
σκορπισμένοι στα χωράφια.
Αχ Αλχάμα μου, Αλχάμα!

Πέντε-πέντε, έξι-έξι
εσυνάχτη πλήθος μέγα
κι ένας γέροντας μιλούσε,
σοφός μ' άσπρη γενειάδα!
-Τί συμβαίνει ω βασιλιά
και μας φώναξες δω να;
Συ δε φώναξες ποτέ σου.
-Για να μάθετε, ω φίλοι,
τη μεγάλη συμφορά μας:
Πάει χάθηκ' η Αλχάμα.
Αχ Αλχάμα μου, Αλχάμα!

-Τα 'θελες καλέ μας Ρήγα,
καλά τώρα τα παθαίνεις.
Σκότωσες τους Μπενσεράγιες
που 'ταν της Γρανάδας άνθος.
Μάζεψες τους αποστάτες
Κόρδοβας της ξακουσμένης.
Βασιλιά, γι' αυτό σου πρέπει
τιμωρία πιο μεγάλη:
Να γκρεμίσει το βασίλειο
και μ' αυτό κι εσύ μαζί του
και να χάσεις τη Γρανάδα.
Αχ Αλχάμα μου, Αλχάμα!
(Η πτώση της Αλχάμα) 
(Ρομανθέρο)

Granada II


Ο ποταμός Γουαδαλκιβίρ

πορτοκαλιές και λιόδεντρα διασχίζει.
Τα δυο ποτάμια της Γρανάδας
απ' το χιόνι στα στάρια κατεβαίνουν.

'Αι αγάπη,
που 'φυγε και δεν έρχεται!

Ο ποταμός Γουαδαλκιβίρ
γένια έχει χρώμα του ροδιού.
Τα δυο ποτάμια της Γρανάδας
το 'να θρηνεί, τ' άλλο ματώνει.

'Αι αγάπη
που 'φυγε μες στον αγέρα!

Για τις βαρκούλες με πανιά
έχει η Σεβίλλια δρόμο,
μα στης Γρανάδας το νερό
λάμνουν μονάχα οι στεναγμοί.

'Αι αγάπη,
που 'φυγε και δεν έρχεται!

Γουαδαλκιβίρ, πύργος ψηλός
κι άνεμος στις πορτοκαλιές.
Πυργίσκοι, ο Ντάουρο κι ο Χενίλ,
νεκροί πάνω στα τέλματα.

'Αι αγάπη,
που 'φυγε μες στον αγέρα!

Ποιος θα πει το νερό πως σηκώνει
φωσφορίζουσαν ατμίδα από κραυγές!

'Αι αγάπη,
που 'φυγε και δεν έρχεται!

Φέρε πορτοκαλάνθι, ελιά
Ανδαλουσία, στις θάλασσές σου.

'Αι αγάπη,
πού 'φυγε μες στον αγέρα!
 Federico Garcia Lorca (Μικρή μπαλάντα των τριών ποταμών)

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Ζωή

Από τη στάση μου 
προς τη ζωή 
βγαίνουν 
τα ποιήματά μου. 

Μόλις υπάρξουν 
τα ποιήματά μου 
μια στάση μού επιβάλλουν 
αντίκρυ στη ζωή. 
Τίτος Πατρίκιος (Στάσεις)

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Revolución

Είμαι από μία χώρα αλλιώτικη απ’ την δική σας 
μία αλλιώτικη γειτονιά μία αλλιώτικη μοναξιά 
ανακαλύπτω απόψε δρόμους που θα διαβώ 
του δικού σας κόσμου πια δεν είμαι 
μα προσμένω αποτελέσματα μεταλλάξεων 
βιολογικά βολεμένος με την ιδέα που έχω 
για την βιολογία κατουράω, χύνω και κλαίω 
υπάρχει άραγε κάποια ανάγκη να φτιάξουμε τις ιδέες μας 
λες και τάχα ήταν βιομηχανοποιημένα προϊόντα;  
εγώ έτοιμος είμαι πάντως να σας προμηθεύσω τα καλούπια 
μα… 
η μοναξιά… 
τα καλούπια αυτά είναι καινούργιου τύπου,  
σας το λέω πως χύθηκαν αύριο το πρωϊ  
κι αν δεν διαθέτετε απ’ απόψε την σχετική αίσθηση διάρκειας 
δεν κάνει να σας την μεταδώσω 
και είν’ ανώφελο να κοιτάζετε μπρος 
γιατί το μπρος είναι τελικά πίσω και η νύχτα μέρα 
και… 
η μοναξιά… 
είναι απόλυτη ανάγκη τ’ αυτόματα πλυντήρια στις γωνίες των δρόμων 
να μείνουν ελεύθερα σαν τους σηματοδότες 
οι μπάτσοι της λευκότητας να σας υποδείχνουν 
το σε ποιο κουτί σας επιτρέπεται να πλύνετε 
εκείνο που εκλαμβάνετε για συνείδησή σας 
αλλά δεν είναι παρά ένας εθισμός του όργανου του νευροφυτικού 
που χρησιμεύει γα εγκέφαλός σας 
και όμως… 
η μοναξιά… 
η απελπισία είναι η ύψιστη μορφή κριτικής 
για την ώρα ας την πούμε συμβατικά «ευτυχία» 
οι λέξεις που ξεστομίζετε δεν είναι πια «οι λέξεις» 
μα κάποιο είδος αγωγού για ν’ αποκτήσουν καλή συνείδηση 
οι αναλφάβητοι, μα… 
η μοναξιά…   
ο αστικός κώδικας αλλά γι’ αυτόν αργότερα ας τα πούμε 
γιατί τώρα θα ’θελα να συστηματοποιήσω το ασυστηματοποίητο 
θα ’θελα να μετρήσω τις δαναϊδες δημοκρατίες σας 
θα ’θελα να κλειστώ στο απόλυτο κενό και να γίνω 
το ανείπωτο, το μη πραγματοποιήσιμο 
το μη αγνό μέσα στην έλλειψη κάθε διαύγειας. 
Η διαύγεια κρύβεται μες στα παντελόνια μου.
Leo Ferre (Η Μοναξιά)

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

Πολυέλαιος


Σε κάμαρη άδεια και μικρή, τέσσαρες τοίχοι μόνοι,
και σκεπασμένοι με ολοπράσινα πανιά,
καίει ένας πολυέλαιος ωραίος και κορώνει`
και μες στη φλώγα του την καθεμιά πυρώνει
μια λάγνη πάθησις, μια λάγνη ορμή.

Μες στην μικρή του κάμαρη, που λάμπει αναμένη
απο του πολυελαίου την δυνατή φωτιά,
διόλου συνειθισμένο φώς δεν είν' αυτό που βγαίνει.
Γι' άτολμα σώματα δεν είναι καμωμένη
αυτής της ζέστης η ηδονή.
Κ. Καβάφης (Πολυέλαιος)

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

Córdoba II


Χτες εγεννήθης κι αύριο θα πεθάνεις.

Τη λίγη ποιός σου δώρησε ζωή;

Φέγγος λαμπρό, η ψυχή σου φυλλοροεί,

μα κι έτσι τη περφάνεια σου δε χάνεις.

Τη μάταιη ομορφιά σου δε προφτάνεις
να τη χαρείς πριν σβήσει σα πνοή
μια κι η ίδια της αγνότητα αναζητεί
την ευκαιρία πριν να ζήσεις, να πεθάνεις.

Κι αν κάποιο χέρι δύστροπο σε λυώσει
αφού τ' αγρού 'ναι νόμος να χαθείς
βαρυοστενάζοντας η μοίρα σου θα τελειώσει

Μη προς στον άκαρδο εβγείς τον τύραννό σου.
Διαλύσου ακόμα πριν να γεννηθείς.
Ζωή σου δίνει κι είναι ο θάνατός σου...




Luis de Gongora y Argote (Στο Ρόδο)