Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Κίτρινο


Οι ταξιδιώτες ήρθαν κι έφυγαν 
κεκηρυγμένοι εχθροί της ίδιας λησμονιάς και του ίδιου πάθους 
υλοτόμοι πάντα του ίδιου πόθου 
και μπροστά τους ν’ απλώνωνται όσο παίρνει το μάτι κι η καρδιά 
τα ίδια μαύρα κουρελιασμένα σύννεφα 
να μπλέχουν στα κατάρτια τους 
να σκουριάζουνε τις άγκυρές τους 
ναν τους σφυράν κρυφά μέσα στ’ αυτί με τη μπουρού 
την ίδια οδύνη

λες ένα κίτρινο χρυσό
λαμπερό
να βάψη αυτό το μαύρο αισχρό και θλιβερό τοπίο
που το τρυπούν σκληρά
τα νυσταγμένα φώτα των ηλεκτρικών λαμπτήρων
τα νυσταγμένα φώτα μιας αξιοδάκρυτης ιδανικής πορνείας 
και της ψωριάρικιας γκαμήλας το νυσταλέο «che vuoi?»

λες;

σκέψου πως είν’ αδύνατο
πως είναι κι απολύτως περιττό να ξεφωνίσης και να πης 
όλη τούτη τη φλόγα 
όπου τρώει τα σωθικά σου 
και την κρατάς 
ε, συ!
τόσο καλά 
τόσο σφιχτά 
τόσο βαθειά φυλακισμένη
μέσα σου

οι ταξιδιώτες λες εφύγαν ήρθανε
ελύσανε τα μάγια
λύσανε τις πριμάτσες
που τους κρατούσανε δεμένους στο μουράγιο
δεν είταν
ένας χορός ευγενικά θλιμμένος
όλες τούτες οι εξάρσεις των νοσταλγών
που σβει το κύμα
ως δαγκάνει λυσσαγμένο
των πεύκων των αναμαλλιάρικων το δίχτυ;
των πεύκων που εμεταμφιέστηκαν μόνο γι’ απόψε
μόνο
για να γενούν κομμήτες;

ένα πουλί θαλασσινό τανύζει
τα φτερά του
λέει: 
«εσύ ’σαι 
ο νέος προφήτης 

μέσα στην τάφρο των δικών σου λιονταριών» 
 

Νίκος Εγγονόπουλος (Καφφενεία και κομήτες ύστερα από τα μεσάνυχτα)

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Στο Τρένο


Η αργή πορεία ενός νυχτερινού τρένου
σαν πιθανή απεικόνιση της ζωής μου.
Μακριά έσβηναν οι σταθμοί
όπου δεν σταμάτησα:
φοβόμουν το σκοτάδι
ή την ιδέα ότι δεν θα με περίμενε κανείς.


Και παρ’ όλα αυτά βρισκόμουν εκεί,
στο τέρμα της διαδρομής,
ανυπόμονη ομορφιά,
στα μελαγχολικά της μάτια
γραμμένη η απόφαση:
δεν θ’ αντέξω τη λησμονιά
και η επιστροφή μού απαγορεύεται.

José Gutiérrez (Τέλος Διαδρομής)