Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

Η Ανάμνηση της Χαλκηδόνος


Μονάκριβή μου ἐσὺ στὸν κόσμο 
μοῦ λὲς στὸ τελευταῖο σου γράμμα: 
«πάει νὰ σπάσει τὸ κεφάλι μου, σβήνει ἡ καρδιά μου, 
Ἂν σὲ κρεμάσουν, ἂν σὲ χάσω θὰ πεθάνω».


Θὰ ζήσεις, καλή μου, θὰ ζήσεις, 
Ἡ ἀνάμνησή μου σὰν μαῦρος καπνὸς 
θὰ διαλυθεῖ στὸν ἄνεμο. 
Θὰ ζήσεις, ἀδελφή με τὰ κόκκινα μαλλιὰ τῆς καρδιᾶς μου 
Οἱ πεθαμένοι δὲν ἀπασχολοῦν πιότερο ἀπό ῾να χρόνο 
τοὺς ἀνθρώπους τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα.


Ὁ θάνατος 
Ἕνας νεκρὸς ποὺ τραμπαλίζεται στὴν ἄκρη τοῦ σκοινιοῦ 
σὲ τοῦτον ῾δῶ τὸ θάνατο δὲν ἀντέχει ἡ καρδιά μου. 
Μὰ νά ῾σαι σίγουρη, πολυαγαπημένη μου, 
ἂν τὸ μαῦρο καὶ μαλλιαρὸ χέρι ἑνὸς φουκαρᾶ ἀτσίγγανου 
περάσει στὸ λαιμό μου τὴ θηλειὰ 
ἄδικα θὰ κοιτᾶνε μὲς στὰ γαλάζια μάτια τοῦ Ναζὶμ νὰ δοῦν τὸ φόβο. 
Στὸ σούρπωμα τοῦ στερνοῦ μου πρωινοῦ 
θὰ δῶ τοὺς φίλους μου καὶ σένα. 
Καὶ δὲ θὰ πάρω μαζί μου κάτου ἀπὸ τὸ χῶμα 
παρὰ μόνο τὴν πίκρα ἑνὸς ἀτέλειωτου τραγουδιοῦ.


Γυναίκα μου 
Μέλισσά μου μὲ τὴ χρυσὴ καρδιὰ 
Μέλισσά μου μὲ τὰ μάτια πιὸ γλυκὰ ἀπ᾿ τὸ μέλι 
Τί κάθησα καὶ σοῦ ῾γραψα πὼς ζήτησαν τὸ θάνατό μου.


Ἡ δίκη μόλις ἄρχισε 
Δὲν κόβουν δὰ καὶ στὰ καλὰ καθούμενα ἔτσι τὸ κεφάλι 
ὅπως ἕνα γογγύλι. 
Ἔλα, ἔλα, μή μου σκᾶς 
Αὐτὰ εἶναι μακρινὰ ἐνδεχόμενα. 
Ἂν ἔχεις τίποτα λεφτὰ 
Ἀγόρασέ μου ἕνα μάλλινο σώβρακο 
Μοῦ μένει ἀκόμα κείνη ἡ ἰσχιαλγία στὸ πόδι


Καὶ μὴν ξεχνᾶς πὼς ἡ γυναίκα ἑνὸς φυλακισμένου 
Δὲν πρέπει νά ῾χει μαῦρες ἔγνοιες.

Nâzım Hikmet (Μονάκριβή μου, απόδοση Γ. Ρίτσος)

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Απέναντι (Ortaköy Beylerbeyi)

Στην απέναντι όχθη ο καθένας μας
αποχαιρετά τον άλλο. Διακρίνονται οι
μορφές μας· τα πρόσωπα θολά μένουνε όμως
και οι φωνές μας ούτε ακούγονται 
εξαιτίας του ανέμου και αποστάσεων
αγεφύρωτων. 
Καθώς σε κοιτώ
ακούω την δική μου φωνή να λέει
είμαι ζωντανός αλλά εσύ έχεις πεθάνει.
Μετά θυμάμαι, σαν φτάσουν τα λόγια μου εκεί 
ο νεκρός θα είμαι εγώ. Όχι εσύ.
Richard Berengarten (V:Οι Αγαπημένοι ΙΙΙ)