Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

Η μικρή χορεύτρια

Εχθές στο τσίρκο εχόρεψε κάποια μικρή χορεύτρια,
ωραία, μες στην τζεργκέρζικη, πολεμική στολή της,
κι όλοι με λάγνα, λαμπερά την εκοιτούσαν μάτια,
κι όλοι με κρύφια επιθυμιά ποθούσαν το φιλί της.
Χορεύοντας τραγούδαγε κάποιο γλυκό τραγούδι,
σε ξένη γλώσσα, που έλεγε για μακρινές πατρίδες,
για δέντρα, για ψηλά βουνά, για βρύσες κρουσταλλένιες,
και για Αμαζόνων πόλεμους, για θρύλους, για ηρωίδες.
Και χόρευε με ρυθμικές κι ανάλαφρες κινήσεις,
σαν το λουλούδι ετάνιζε τη λυγερή της μέση,
ορθώνοντας τα δάχτυλα, ύψωνε το κορμί της,
κι ύστερα πάλι ελύγιζε, σα να ΄θελε να πέσει.
Και το τραγούδι ετέλειωσε, κι έπαψε τον χορό της,
όμως κανείς δεν τόλμησε τα χέρια να χτυπήσει,
όλοι άφωνοι κοιτάζανε τα κόκκινά της χείλη,
όπου θριάμβου πρόσκαιρου χαμόγελο είχε ανθίσει.
Μα τη στιγμή που αλάλαξαν απ' τη συγκίνησή τους,
σαν όλους κάποια μυστική φωνή να τους οδήγει,
η όμορφη χορεύτρια, με τα βαμμένα χείλη,
κάνοντας μιαν απότομη στροφή είχε πια φύγει.
Νίκος Καββαδίας (Η μικρή χορεύτρια)

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

εν ανθος

Και στην Ακρόπολη, στο βράχο
τον Ιερό
ξανοίγω τάνθος το μονάχο
και το ρωτώ:
- Ανθος, που μοιάζεις με ανεμώνη
περαστική,
ποιά μοίρα σ’ έρριξε εδώ, μόνη
και φτωχική;

Εδώ από τάστρα η Τέχνη φτάνει,
και λάμπει η γη,
κ’ έπλασε η Φύση εσέ βοτάνι
για μιαν αυγή.

Εδώ δεν έρχεται η παρθένα
η γελαστή
για να σε κόψη και μ’ εσένα
να στολιστή.

Εδώ μ’ ευλάβεια και το αγέρι
μόλις φυσά
ποτέ σ’ εσέ δεν έχει φέρει
λόγια χρυσά,

γλυκά φιλιά από τα ταιράκια
κι από Ομορφιές
δεν έχεις άλλα λουλουδάκια
για συντροφιές.

Ο Παρθενώνας με φεγγάρι
τη νύχτα εδώ
νικάει στη δόξα και στη χάρη
τον ουρανό.

Κ’ οι έξι αλύγιστες Παρθένες
στέκουν κι αυτές
λαμπρόστηθες και λαβωμένες
και λατρευτές.

Κι αγάλματα, πέτρες, κολώνες
χωρίς χαρά
σκόρπια τα βλέπουν οι αιώνες
και παγερά.

Σμίγουν εδώ θεοί και χρόνοι
παλιοί, χρυσοί.

Κωστής Παλαμάς (εν ανθος)

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Σεμινάριο

Ἂν μὲ βλέπουν νὰ στέκομαι
ὄρθιος, ἀκίνητος, μὲς
στὰ λουλούδια μου, ὅπως
αὐτὴ τὴ στιγμή,
θὰ νόμιζαν πὼς τὰ διδάσκω. Ἐνῷ
εἶμαι ἐγὼ ποὺ ἀκούω
κι αὐτὰ ποὺ μιλοῦν.
Ἔχοντας μὲ στὸ μέσο
μοῦ διδάσκουν τὸ φῶς.
Νικιφόρος Βρεττάκος (Σεμινάριο)

Μάθημα Ερωτικό

Κορίτσι μου, άκου συμβουλή που κατηχεί:
στο δόσιμο πιο λάσκα νά ’σαι... κι άλλο ακόμα.
Σωματικά αγαπώ με πάθος την ψυχή
και ψυχικώς λατρεύω ολόθερμα το σώμα.

Η αγνότης τη λαγνεία δεν μειώνει, κι όλο
χορτάτη πείνα θά ’θελα να με κατέχει.
Κι η αρετή διαθέτει –να το ξέρεις– κώλο,
αλλά κι ο κώλος μι’ αρετή –όσο νά ’ν’– την έχει.

Αφόταν γίνηκε ο θεός ο Δίας κύκνος
στου ντροπαλού να πέσει κοριτσιού το χάσμα,
η γλύκα με τον πόνο ενώθηκαν κι επύκνωσ’
ο πόθος ’κείνο που είν’ το κύκνειό μας άσμα.
Bertolt Brecht (Μάθημα Ερωτικό)

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Κίχλη

«Το ξύλο αυτό που δρόσιζε το μέτωπο μου
τις ώρες που το μεσημέρι πύρωνε τις φλέβες
σε ξένα χέρια θέλει ανθίσει. Παρ' το, σου το χαρίζω'
δες, είναι ξύλο λεμονιάς...»

...Άκουσα τη φωνή
καθώς εκοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω
ένα καράβι που το βούλιαξαν εδώ και χρόνια'
το 'λεγαν «Κίχλη»' ένα μικρό ναυάγιο' τα κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια
ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του
στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού
σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη.

Κι άλλες φωνές σιγά-σιγά με τη σειρά τους
ακολουθήσαν' ψίθυροι φτενοί και διψασμένοι
που βγαίναν από του ήλιου τ' άλλο μέρος, το σκοτεινό'
θα 'λεγες γύρευαν να πιουν αίμα μια στάλα'
ήτανε γνώριμες μα δεν μπορούσα να τις ξεχωρίσω.
Κι ήρθε ή φωνή του γέρου, αυτή την ένιωσα
πέφτοντας στην καρδιά της μέρας
ήσυχη, σαν ακίνητη:
«Κι α με δικάσετε να πιω φαρμάκι, ευχαριστώ'
το δίκιο σας θα 'ναι το δίκιο μου' πού να πηγαίνω
γυρίζοντας σε ξένους τόπους, ένα στρογγυλό λιθάρι.

Το θάνατο τον προτιμώ
ποιος πάει για το καλύτερο ο θεός το ξέρει».

Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν' αντικρίσετε τον ήλιο.
Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν' αντικρίσετε τον άνθρωπο
Γιώργος Σεφέρης (το ναυάγιο της Κίχλης)