Κυριακή, 29 Ιουλίου 2018

ο Φρουρός

Μπαίνει το φως και θυμάμαι` εδώ είναι.
Αρχίζει λέγοντάς μου τ'όνομά του, που (τώρα πια είναι φανερό) είναι το δικό μου.
Ξαναγυρίζω στην υποτέλεια που κράτησε πάνω από εφτά δεκαετίες.
Μου φορτώνει τις μνήμες του.
Μου φορτώνει τις καθημερινές κακομοιριές, τη συνηθισμένη ανθρώπινη ρουτίνα.
Είμαι ο γερονοσοκόμος του` με υποχρεώνει να του πλένω τα πόδια.
Με παραμονεύει στους καθρέφτες, στο μαόνι, στις βιτρίνες.
Αυτή ή εκείνη η γυναίκα δεν τον ήθελε και πρέπει να συμμεριστώ τον πόνο του.
Μου υπαγορεύει τώρα δα το ποίημα αυτό που δε μ'αρέσει.
Μου επιβάλλει τη σκοτεινή μαθητεία στον πεισματάρη αγγλοσάξονα.
Με μετέτρεψε σε υμνητή σκοτωμένων στρατιωτικών, ανθρώπων που
με δυσκολία θ'αντάλλαζα μαζί τους δυο κουβέντες.
Στο τελευταίο σκαλοπάτι τον ένιωσα πλάι μου.
Είναι μέσα στα βήματα μου, στη φωνή μου.
Για την ακρίβεια τον μισώ.
Με χαρά υπογραμμίζω το γεγονός ότι σχεδόν δεν βλέπει.
Είμαι σ'ένα κυκλικό κελί κι ο αέναος τοίχος συνέχεια στενεύει.
Κανένας απ'τους δυο μας δεν ξεγελά τον άλλο, αλλά κι οι δυο μας λέμε ψέματα.
Γνωριζόμαστε πολύ καλά, αχώριστε αδερφέ.
Πίνεις νερό απ'το ποτήρι μου και μασουλάς το ψωμί μου.
Η πόρτα της αυτοκτονίας είναι ανοιχτή, μα οι θεολόγοι επιμένουν
πως στο απώτατο σκοτάδι του άλλου βασιλείου θα είμαι εκεί,
περιμένοντάς με.

Jorge Luis Borges (Ο Φρουρός)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου