Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2018

Απ'τα μικρά παντζούρια

Απ'τα μικρά παντζούρια οι πνοές του λιοπυριού περνούσαν.
Στην ασπρισμένη κάμαρα σκοτάδι κι ασφυξία.
Τα παλιά χρόνια τους απείθαρχους λιθοβολούσαν`
τώρα κι οι πέτρες έγιναν όλο αδιαφορία.
Τώρα κι οι πέτρες δε θυμούνται, ούτε το χέρι
που τις κομμάτιαζε. Στο λατομείο το εγκαταλειμμένο,
άγονο λαμπαδιάζει το καταραμένο μεσημέρι,
έρημο, μελαγχολικό και διψασμένο.
Πιο φοβερή απ'το θάνατο τούτη η αδιαφορία.
Ένας πεθαίνει. Οι άλλοι πάνε δίχως να κοιτάζουν πίσω.
Τους πνίγει η μοναξιά και η ερημιά`
όλοι τους ξεχασμένοι μες στην ίδια ματαιότητα, ίσως.
Κι όμως τυχαίνει, εσύ ο απελπισμένος, ο αγριεμένος,
να σταματήσεις μια στιγμή και να κοιτάξεις γύρω,
κι από'να χαμοκέρασο να νιώσεις μαγεμένος,
και να ξυπνήσει μέσα σου της παιδικότητας το μύρο:
Ο κούκος με τα χρόνια του τ'ανόητα, το συντρίμμι
των άσπρων σύγνεφων, τα θρύψαλα από μια ευτυχία,
της αγριοφράουλας η γεύση και τα νοτισμένα βρύα.
Όλα τυχαία και γνώριμα σαν μνήμη...

Илья́ Григо́рьевич Эренбу́рг (Απ'τα μικρά παντζούρια)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου