Σάββατο, 14 Ιουλίου 2018

Παντάρκης

Βαθιά η κοιλάδα η μυστική, κι ογρό το Κρόνιο το δασιό είχε πάρει
ίσκιους θαμπούς και ξάστερους, απο άνεμο μανόν αποβροχάρη.

Και στα καταχυτά των ναών, που τρέχανε οι ρονιές αηδόνια,
μαύρος συρτός μαζώνονταν, του μάκρου, αραδαριά τα χελιδόνια.

Μελιού ευωδίαν ανάδινε, που τα ρουθούνια ετέντωνε, η κουφάλα
και τα ξερά πευκόφυλλα που κρέμονταν απ'τα κλαριά διχάλα.

Γοργή ριπή τα μάζωνε κι άλλη ριπή τα σκόρπαγε τα μύρα, φτεροπόδα,
κι απ'το αξεχώριστο αγαθό των άφαντων ανθών, η γης σαν ένα στόμα ευώδα.
 Ατέλειωτον, εδώ κ'εκεί, μακρύ συμπόσιο μυστικόν εκέρνα,
καθώς της εκυκλόφερνε μια πλούσια χάρη κι άφαντην η φτέρνα.

Έτσι κι ο κόρφος κι ο λαιμός αποβροχάρης πάγωσε κ'ευφράνθη
του εφήβου, οπού τα δόντια του στην πλέρια ανάσα εφέγγανε
σά νερατζάνθι.

κι ως τα χλωρά τα μύγδαλα στα σφιχτά γούλια τα'νιωθε, δεμένα,
τί ήταν ώς μέσα, απ'το δροσιό, τα φρένα τα παρθενικά συνεπαρμένα...

Αργά, σαν απλωθήκανε βαθιά τα δροσερά σκοτάδια,
αμολητή βουβή αστραπή άναψ'ολούθε, ώσαν ξερά αποκλάδια`

κι απ'το ρετσίνι του δέντρου του νοτισμένου, ανάπνεεν ευωδία,
σά να κρεμόνταν προς της γης μ'έρωτα γνώμη οι βόστρυχοι του Δία...

Περίδροσα τα βλέφαρα, διάπλατα εκράτει ο στοχασμός και δεν τα ζύγωνε ύπνος`
τόσο ήτανε ποτιστικός των αρωμάτων και γλυκός ο δείπνος...

Ο λυχνοστάτης τρίφλογος, στο τρίποδο στητός μες στ'αργαστήρι,

εφώταε το συλλογισμό τ'αντρός που στην παλάμη του είχε γείρει...

Κι ο εφηβικός πενταθλητής εδιάνευεν αργός στ'ολύμπιο μάτι,

ανάμεσ'απ'τα σύνεργα, γυμνός, μπροστά απ'το τρίφλογο του λυχνοστάτη.

Με τη γαλήνη και τη θεία νοτιά ο τεχνίτης έμενε κι αγρύπνα,

στα μυστικά συμπόσια συνηθισμένος με τους θεούς που εδείπνα...

Και μες στο νου του το λαμπρό, π'ως ο Αλφειός αβόγκητα κυλούσε,

του ελέφαντα και του χρυσού μπροστά του ο θησαυρός αναρροούσε,

κι ως τον ανθό του λιναριού ή τ'αγανά του λουλακιού ζαφείρια,

κρύα τα πετράδια ελάμπανε, βαθιά του, μυστικά και μύρια,

να ξεδιαλέξει ανάμεσα κι από τα γαλανότερα διαμάντια

την γύμνια την ανείποτη των ολυμπίων ματιών στη Φύση αγνάντια...

Κι ως στα κλεισμένα βλέφαρα μύρια λουλούδια υφαίνουνε χιλιόχροα τα σκοτίδια,

του έβενου εστοχαζόντανε στο θρόνο να λαμπίζουνε τ'ακροπρεπίδια`

κι όλο το πλούσιο αστέρωμα, οπού αναπνέει την τρίσβαθη γαλήνη,

σαν την ουρά του παγονιού στα πόδια του γυρίζοντας, να κλείνει...

Έτσι του ανάφανε ο θεός, ο Καταιβάτης αιώνια κάθε Νιότης,

κι ο νους του στο χαμόγελο λουζόντανε ως της Αίγινας τοξότης,

που αγάλλεται γονατιστός πιθώνοντας στο τόξο του το χέρι,

σά να είναι λύρας η νευρή, κ'η ζωή κι ο θάνατος διπλόν αστέρι...

Κι όπως τα μάτια εσήκωσε κ'είδε ψυχή τον Έφηβο χορτάτη

απ'την ολύμπια σιγαλιά κι απ'τη νυχτιάν οπόσβηε μυρωδάτη,

το βλέμμα, οπού της ηδονής συνήθισε ως αιτός το δρόμο,

κατέβασε στα στήθια του, στα χέρια, στους λαγόνες του, στον ώμο,

κι αναλογίστη: Ολύμπιον, ώ Δία άν αναστήσω Σε, δική μου ας είν'η χάρη

να γράψω μόνο στου ποδιού Σου μια γωνιάν: "Είν'όμορφο ο Παντάρκης παλικάρι!..."

Άγγελος Σικελιανός (Παντάρκης, ο παίς καλός)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου