Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

Οι Ορτανσίες

Το κουδούνι της εξώπορτας χτυπούσε επίμονα, 
εγώ αργοπορούσα ν'ανοίξω, απολαμβάνοντας όπως πάντα
την αγωνία μου. Όταν άνοιξα ένας νέος στεκόταν έξω.
¨Είσαι ο Αρθούρος Ρεμπώ απ'τη Σαρλεβίλ, είπα - τί θέλετε;¨
¨Κινδυνεύουμε κι οι δύο¨ μου λέει. Όμως εγώ δεν έδωσα σημασία.
Συνέχισα να σηκώνομαι αργά το πρωί, έψηνα τσάι και διόρθωνα
λίγο το καπέλο μου που για να παραπλανώ τους διώκτες μου
το φορούσα ακόμα και στον ύπνο. Αλλά το πρόβλημα ήταν μετά.
Πώς θα περνούσαν οι ώρες; Η μικρή κόρη του κηπουρού είχε πεθάνει
σ'ένα νοσοκομείο απόρων, οι φυλακισμένοι έκοβαν βόλτες
στα γκρίζα προαύλια χωρίς να κοιτάζουν τον ουρανό
και το καφενείο ¨Η Ωραία Εποχή¨ που μαζευόμαστε νέοι είχε κλείσει.
Καθόμουν λοιπόν και χαιρόμουν την ησυχία ή ξεφύλλιζα δρομολόγια
τραίνων ή πλοίων (η αεροπλοΐα ήταν ακόμα για τους πολύ τολμηρούς
κι η λήθη πάντα για τους χαμένους).
¨Αρθούρε, του λέω, πώς μ'ανακάλυψες, εμένα κανείς δε με ξέρει.¨
Χαμογέλασε. ¨Πάντα αγαπούσα τις ορτανσίες¨ είπε.
Και κατεβήκαμε τη σκάλα και πήραμε τους μεγάλους δρόμους
που δε βγάζουν πουθενά...

Τάσος Λειβαδίτης (Οι Ορτανσίες)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου