Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

Ο Τρίτος

Τότε ήρθε κι ο άλλος, κρατούσε μια παλιά φθαρμένη βαλίτσα,
όπου έκρυβε τα φαντάσματα της ζωής του, για να
μήν κάνουν τον κόπο να τον κυνηγούν,
ήμασταν στο ίδιο πνιγηρό δωμάτιο, και το μεγάλο
ζώο που ήταν ζωγραφισμένο στο χαλί μας έτρωγε κιόλας τα γόνατα,
¨μητέρα, ρώτησα κάποτε, που μπορούμε να βρούμε
λίγο νερό για τ'άλογο μου;¨ ¨μα δέ βλέπω κανένα άλογο¨,
¨κι εσύ, μητέρα!¨,
μια σειρά κεριά ήταν κι απ'τις δυό μεριές του διαδρόμου,
και στο βάθος το σκοτεινό μαγαζί που πουλούσε
παλιά μουσικά όργανα κρεμασμένα απ'το ταβάνι,
σαν τους φτωχούς, και στη μέση ο παλαιοπώλης, γέρος και 
βρόμικος, κούρντιζε πάνω στα γόνατα του το πεθαμένο
χέρι, ¨μας γέλασαν, φώναξα, μας έδωσαν άλλο σπίτι¨,
μά δεν υπήρχε κανείς γύρω, μονάχα μια φουρκέτα κάτω στις
πλάκες σαν ένα μικρό έντομο, που μόλις έκανα να την
αγγίξω πέταξε και χάθηκε απ'το παράθυρο.
Κι όλη τη νύχτα ακούγαμε τους σιδεράδες που ετοιμάζαν
τα καρφιά, σαν να υπήρχε κάποιος Ιησούς ανάμεσα στους τρείς μας.

Τάσος Λειβαδίτης (Ο Τρίτος)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου