Τρίτη, 26 Ιουνίου 2018

Ελεγείο της ανέφικτης ανάμνησης

Και τι δε θα'δινα να'ρχόταν στη μνήμη
κείνος ο χωματόδρομος με τις ξερολιθιές
κι ένας ψηλός καβαλάρης ν'ανατέλλει ξημερώνοντας
(με το φαρδύ και τριμμένο του πόντσο)
κάποια μέρα στις μέρες του κάμπου,
κάποια μέρα όπως όλες.
Και τι δε θα'δινανα μου'ρχόταν στη μνήμη
η μητέρα μου κοιτώντας τα χαράματα
στο κτήμα της Σάντα Ιρένε,
δίχως να ξέρει ότι τ'όνομα της θα γινόταν Μπόρχες.
Και τι δε θα΄δινα για κείνη τη μνήμη
πως πολεμούσα, λέει, στη Σεπέδα
κι είδα τον Εστανίσλαο δελ Κάμπο
να χαιρετάει το πρώτο βόλι
με την έξαψη του θάρρους.
Και τι δε θα'δινα να θυμηθώ
μια εξώπορτα στο απόμερο σπίτι
που κάθε βράδυ άνοιγε ο πατέρας μου
προτού παραδοθεί στον ύπνο
και που την άνοιξε για τελευταία φορά
στις δεκατέσσερις Φεβρουαρίου του '38.
Και τι δε θα'δινα να μου'ρχονταν στη μνήμη
τα καράβια του Χένγκιστ
καθώς σηκώναν άγκυρες από τις αμμουδιές τις Δανίας
για να κυριεύσουν ένα νησί
που δεν ήταν ακόμα η Αγγλία.
Και τι δε θα'δινα να θυμηθώ
(κάποτε τον θυμόμουν μα τώρα πια όχι)
έναν πίνακα χρυσαφή του Τέρνερ,
αχανή σαν τη μουσική.
Και τι δε θα'δινα να μου'ρχοταν στη μνήμη
πως ακούω τη φωνή του Σωκράτη
που, εκείνο το απόβραδο, πίνοντας το κώνειο
εξέταζε γαλήνιος το πρόβλημα της αθανασίας
εναλλάσοντας συλλογισμούς και μύθους
καθώς ο θάνατος σκαρφάλωνε κυανός
από τα παγωμένα κιόλας πόδια του.
Και τι δε θα'δινα να θυμηθώ
που μου'χες πει πως μ'αγαπούσες
κι εγώ δεν είχα κλείσει μάτι ώς το πρωί
έτσι κατάπληκτος κι ευτυχισμένος.

Jorge Luis Borges (Ελεγείο της ανέφικτης ανάμνησης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου