Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2018

Σύννεφο με παντελόνια

Ι
Πιστεύετε πως τούτα δω είναι μαλάριας λόγια;
Κι όμως συνέβη,
όλα στην Οδησσό έγιναν.
"Θα'ρθω στις τέσσερις", είπε η Μαρία.
Οκτώ.
Εννιά.
Δέκα.
Ήρθε το βράδυ
μέσ'στης νυχτιάς την φρίκη
κι έφυγε από τα παράθυρα
ο σκυθρωπός Δεκέμβρης.
Γελούν και χαχανίζουν
πίσ'απ'την γερασμένη πλάτη μου
τα κηροπήγια.
Να με αναγνωρίσετε τώρα δεν θα'ταν δυνατό:
ετούτος ο σκληρός ο κολοσσός
στενάζει
και σφαδάζει.
Τι θέλει άραγε τούτος ο σβώλος;
Είναι πολλά εκείνα που ζητά ο σβώλος!
Για μένα, βλέπετε, σημαντικό δεν είναι
ούτε να είμαι μπρούτζινος
μήτ'η καρδιά μου από ατσάλι να'ναι.
Τη νύχτα θέλω μοναχά η ταραχή μου
εκεί όπου είναι μαλακά να καλυφθεί,
εκεί όπου η γυναίκα είναι.
Και να,
τεράστιος
στο παραθύρι σκύβω
το τζάμι με το κούτελο ακουμπώ.
Θα έρθει ο έρωτας ή όχι;
Θα'ναι τρανός
ή μήπως μισερός;
Μα σε τέτοιο κορμί μπορεί μεγάλος να'ναι;
Μικρός θα πρέπει να'ναι,
ένας ερωτάκος ταπεινός.
Με των αυτοκινήτων τις κόρνες να τρομάζει
μα των αλόγων τα σήμαντρα ν'αγαπά.
Το πρόσωπο μου
όλο και βυθίζω
στη βλογιοκομμένη όψη της βροχής,
είμαι εκεί και περιμένω
απ'τα βογκητά της πόλης σαστισμένος.
Το μεσονύχτι, με μαχαίρι σημαδεύει,
τον φτάνει,
τον σφάζει,
πάρ'τον!
Έπεσε η δωδεκάτη ώρα,
σαν εκτελεσμένου κεφαλή.
Σταγόνες γκρίζες
στα τζάμια μαζεύτηκαν
μεγάλωσε η γκριμάτσα, πελώρια πια
σαν των χιμαίρων τα ουρλιαχτά
στου Παρισίου την Παναγία
Καταραμένη!
Ακόμα δεν σου φτάνει ούτε αυτό;
Το στόμα θα σκιστεί απ'τ'ουρλιαχτό.
Στήνω τ'αυτί κι ακούω:
ησυχία,
σαν άρρωστος πετιέμαι
απ'το κρεβάτι ευθύς.
Και να-
αφού πρώτα ανακάθισα
μετά να τρέχω άρχισα
ανήσυχος
μα συνεπής.
Μα τώρα πια αυτός και δύο άλλοι
της απόγνωσης σημαδεύουν την κάννη.
Έπεσε ο σοβάς στο κάτω πάτωμα.
Νεύρα-
μεγάλα,
μικρά,
πολλά!
Τρέχουν μανιασμένα
και απο τα νεύρα
κόβονται τα πόδια!
Στην κάμαρα η νύχτα ρίχν'ολοένα τις σκιές
μα απ'το κουρασμένο βλέμμα δεν φεύγουνε αυτές.
Σώπασαν άξαφνα οι πόρτες
στο ξενοδοχείο
ερημιά.
Μπήκες εσύ,
απότομη σα μούντζα
σφίγγοντας τα καστόρινα σου γάντια,
είπες:
"Ξέρετε, παντρεύομαι..."
Εντάξει, λοιπόν, παντρευτείτε.
Και τι μ'αυτό.
Θα επιβιώσω.
Πόσο είμαι ήρεμος κοιτάξτε.
Σαν του νεκρού
τον σφυγμό.
Θυμάστε;
Είχατε πει:
"Τζάκ Λόντον,
χρήματα,
έρωτας,
πάθος".
Εγώ όμως τότε άλλο είχα δει:
Είστε μια Τζοκόντα
που πρέπει να κλαπεί!
Και κλάπηκε.
Στο παιχνίδι θα ριχτώ ξανά ερωτευμένος
μια φλόγα θα φωτίσει των φρυδιών την ένταση.
Και λοιπόν!
Ακόμη και στο σπίτι που κάηκε κάποτε
ζουν, κάποιες φορές, αλήτες άστεγοι!
Εκνευριστήκατε;
"Έχει λιγότερα λεφτά ένας ζητιάνος
απ'ό,τι εσείς σμαράγδια τρέλας".
Θυμηθείτε!
Η Πομπηία εχάθηκε
σαν ο Βεζούβιος θύμωσε.
Έι!
Κύριοι!
Εραστές
των ιεροσυλιών
των εγκλημάτων
των σφαγών,
είδατε
ότι το πιο παράξενο απ'όλα
είναι το πρόσωπό μου
όταν είμαι ήρεμος απολύτως;
Το "Εγώ"
μου πέφτει λίγο.
Άλλος από μέσα μου θα ξεπεταχτεί.
Allo!
Ποιος είμαι;
Μαμά;
Μαμά!
Ο γιος σας είναι εξαιρετικά άρρωστος!
Μαμά!
Η καρδιά του φλέγεται!
Πείτε στις αδελφές μου, στη Λιούντα και στην Όλια,
πως δεν θα ξεφύγει πλέον.
Κάθε λέξη,
ακόμα κι αστεία,
που το καυτό του στόμα θα πει
σαν γυμνή πουτάνα θα πέσει
απ'το φλεγόμενο μπουρδέλο.
Οι άνθρωποι οσφρίζονται-
μύρισε καμένο!
Κόσμος μαζεύτηκε.
Αστράφτουν!
Τα κράνη!
Όχι οι μπότες!
Πείτε στους πυροσβέστες
στην φλεγόμενη καρδιά να πλησιάσουν τρυφερά.
Είμαι μόνος μου.
Τα δακρυσμένα μάτια μου κουβάδες θα γεμίσουν.
Στο πλάι σας αφήστε με να στηριχτώ.
Αδειάζω! Αδειάζω! Αδειάζω! Αδειάζω!
Σωριάστηκα.
Δεν την αδειάζεις την καρδιά!
Απ'το καμένο πρόσωπο,
απ'τις ρυτίδες μέσα
καρβουνιασμένο προβάλλει ένα χαμόγελο.
Μαμά!
Να ψάλω δεν μπορώ.
Μέσ'στης καρδιάς την εκκλησιά κλήρος λειτουργεί!

Καμένες λέξεων και αριθμών φιγούρες
απ'το κρανίο φεύγουν,
σαν παιδιά που τρέχουν μακριά απ'την πυρκαγιά!
Κι ο φόβος
απ'τον ουρανό αφανίζεται
υψώνοντας
της "Λουζιτάνιας" τα φλεγόμενα χέρια.
Στο διαμέρισμα
όπου τρέμοντας οι άνθρωποι κάθονται ήσυχα
μια λάμψη εκατόφεγγη ορμά απ'την προκυμαία.
Τελευταία κραυγή-
εσύ, τουλάχιστον,
πρόσφτασε όσα λέω, εις τους αιώνες.


Влади́мир Влади́мирович Маяко́вский (Σύννεφο με παντελόνια, Ι)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου