Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

Μπουένος Άιρες

Τι είναι το Μπουένος Άιρες; Είναι η πλατεία Μαΐου όπου
επιστρέφουν κουρασμένοι κι ευτυχισμένοι άντρες που
πολεμώντας όργωσαν μια ολόκληρη ήπειρο.
Είναι ο τεράστιος λαβύρινθος των φώτων, που απλώνονται
έτσι όπως χαμηλώνει το αεροπλάνο και απο κάτω του
οι ταράτσες, οι αυλές, τα πεζοδρόμια, τα απλά πράγματα.
Είναι ο τοίχος του νεκροταφείου Ρεκολέτα, όπου έστησαν κι
εκτέλεσαν κάποιον πρόγονο μου.
Είναι ένα μεγάλο δέντρο στην οδό Χουνίν που, δίχως να το ξέρει,
μας δίνει ίσκιο και δροσιά.
Είναι ένας δρόμος μακρύς με χαμηλά σπιτάκια, που σβήνει
κι ομορφαίνει μες στο δειλινό.
Είναι η Νότια Προβλήτα, απ'όπου σαλπάρανε έναν καιρό ο
Κρόνος και ο Κόσμος.
Είναι το πεζοδρόμιο στην οδό Κιντάνα, όπου ο πατέρας μου,
που ήταν τυφλός, έκλαψε όταν είδε τα πανάρχαια άστρα.
Είναι μια πόρτα ενός θαλάμου με αριθμό, που πίσω της πέρασα
ακίνητος δέκα μερόνυχτα μες στο σκοτάδι, δέκα μερόνυχτα
που τώρα πια στη μνήμη μου δεν κρατούν ούτε μια στιγμή.
Είναι ο μπρούτζινος ιππέας που απλώνει απο ψηλά την σκιά του.
Είναι πάλι ο ίδιος ιππέας μες στη βροχή.
Είναι κάποια γωνία στην οδό Περού, όπου ο Ιούλιος Καίσαρ Νταμπόβε
μας έλεγε ότι το πιο βαρύ αμάρτημα του ανθρώπου
είναι να κάνει ένα παιδί καταδικάζοντάς το σ'αυτή την
ανυπόφορη ζωή.
Είναι η Ελβίρα δε Αλβεάρ, γράφοντας σ'όμορφα τετράδια ένα
μεγάλο μυθιστόρημα, που άρχιζε με λέξεις και τελείωνε
σ'ακατανόητα ορνιθοσκαλίσματα.
Είναι το χέρι της Νόρας, σχεδιάζοντας το πρόσωπο μιας φίλης
που ήταν ταυτόχρονα το πρόσωπο ενός αγγέλου.
Είναι ένα ξίφος που υπηρέτησε σε μάχες και τώρα έχει
καταντήσει σουβενίρ.
Είναι ένα ξεβαμμένο έμβλημα ή μια ξεθωριασμένη δαγκεροτυπία,
πράγματα που ανήκουνε στο χρόνο πια.
Είναι η μέρα που εγκαταλήψαμε κάποια γυναίκα κι η μέρα
που κάποια γυναίκα μας εγκατέλειψε.
Είναι κείνη η κάμαρα στην οδό Μπολίβαρ, απ'όπου 
διακρίνεται η βιβλιοθήκη.
Είναι η αίθουσα της βιβλιοθήκης εκεί που, γύρω στο '57, 
ανακαλύψαμε τη γλώσσα των σκληρών σαξόνων, γλώσσα
του θάρρους και του καημού.
Είναι το διπλανό γραφείο, εκεί που πέθανε ο Πωλ Γκρουσσάκ.
Είναι ο τελευταίος καθρεύτης που αντιφέγγισε την όψη
του πατέρα μου.
Είναι η μορφή του Χριστού, που είδα μες στη σκόνη,
κομματιασμένη από σφυριές, σε κάποιο κλίτος της Πιετά.
Είναι ο Λουγόνες, κοιτάζοντας απ'το παράθυρο του τρένου τις
μορφές που χάνονται, καθώς συλλογίζεται πως δεν τον
κυριεύει πια η ανάγκη να τις εκφράσει με λέξεις για το
μέλλον, γιατί το ταξίδι του αυτό θα'ναι το τελευταίο.
Είναι, μέσα στο κενό της νύχτας, κάποια γωνιά του Όνσε,
όπου ο Μασεδόνιο Φερνάντες, πεθαμένος τώρα πια, μου
εξηγούσε πως ο θάνατος είναι απλώς μια πλάνη.
Φτάνει ώς εδώ` αυτά είναι πράγματα εντελώς προσωπικά, είναι
ακριβώς αυτά που είναι, για να'ναι ταυτοχρόνως και το Μπουένος Άιρες.
Το Μπουένος Άιρες είναι ο παραδίπλα δρόμος, εκείνος που δεν
πέρασα ποτέ, είναι τα βάθη τα κρυφά της κάθε γειτονιάς,
είναι οι μεσαυλές, είναι αυτά που κρύβουν οι προσόψεις,
είναι ο εχθρός μου, αν έχω εχθρό, έιναι αυτός που δεν
τ'αρέσουνε οι στίχοι μου (ούτε κι εμένα μ'αρέσουν),
εκείνο το απόμερο βιβλιοπωλείο που ίσως μπήκαμε κάποια φορά
και τώρα το'χουμε ξεχάσει, είναι αυτή η γοητεία ενός
τραγουδιού παλιού, που κάποιος έξω σιγοσφυρίζει και δεν
μπορείς αμέσως να το θυμηθείς κι όμως κάπου σ'αγγίζει,
είναι αυτό που χάθηκε κι εκείνο που θα'ρθει, είναι αυτό
που βρίσκεται μακριά, αυτό που ανήκει σ'άλλους, κάτι
που στρίβει τη γωνία, η γειτονιά μας που δεν ανήκει ούτε
σ'εσένα ούτε σ'εμένα, είναι εκείνο που δεν ξέρουμε κι
εκείνο που αγαπάμε.

Jorge Luis Borges (Μπουένος Άιρες)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου