Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Η άγνωστη

Τα βραδινά στα εστιατόρια
ακούς της πόλης τον αχό,
μα τις θαμπές φωνές των μέθυσων
σκορπά ο αγέρας κει και δω.

Έξω απ'το κέντρο προς τ'απόμερα
η αιώνια πλήξη βασιλιάς:
ενός εδώ μικρού τα κλάματα
κει κάτω κάποιο καφέ-μπάρ.

Και πέρα κείθε απ'τη μητρόπολη
με τα μαλλιά τους "ντερνιέρ-κρι",
πάνε μ'ωραίες αριστοκράτισσες
δανδήδες έμπειροι, σαχλοί.

Στη λίμνη κει κουπιά σπαράζουνε
ούρλιασμα ηχεί,σιγή μετά,
τρελή δαιμόνισσα η πανσέληνος
που΄δες, καγχάζει απο ψηλά.

Το πελιδνό του φίλου πρόσωπο
πίνοντας τρέμει` μην κοιτάς,
με το στυφό υγρό της κούπας του
νιώθει θεός και βασιλιάς.

Και τα γκαρσόνια πάνε κι έρχονται
με κουρασμένο το κορμί,
ενώ φωνάζουν οι μεθύστακες:
"Η αλήθεια είναι στο κρασί!"

Μια γυναικεία εικόνα φάνηκε
-δεν ξέρω, σάρκινη; ή σκιά;-
στάθη δειλή πίσω απ'τα κρύσταλλα
άγνωστη σ'όλους, τι ζητά;

Αργά σεμνά περνά απ'τους μέθυσους
-δεν έχει συνοδό ποτέ-
με αύρες ντυμένη και με σύννεφα,
πλάι μου κάθισε, θεέ!

Παραμυθιών ανάδινε άρωμα
καιρών που δεν υπάρχουν πια,
σειούνται τα πένθιμα της πούπουλα
σαν εύθραστα μαύρα φτερά.

Απ'το θολό κοιτάζω βέλο της
που αιχμάλωτό του με κρατεί,
όχθη απαλή βλέπω παράξενη,
ανύπαρκτη σ'αυτή τη γη.

Και των αγγέλων τα μυστήρια
μαθαίνω, ήλιο εξωτικό
μου δίνει, ως το στυφό ποτήρι μου
αδειάζω στις γωνίες κι εγώ.

Γλυτσίνες τρέμουνε τα πούπουλα
στο στοιχειωμένο μου το νου,
τα μάτια ανθίζουν απο ίλιγγο
σαν απο κόχη ενός γκρεμού.

Κι είν'ένα το κλειδί του θαύματος
κι είναι βαθειά μες στη ψυχή:
ο μαγικός λόγος ο δαίμονας
"Η αλήθεια είναι στο κρασί!"

Александр Александрович Блок (Η άγνωστη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου