Παρασκευή, 4 Μαΐου 2018

Το εκτροχιασμένο Τραμ

Ενώ βάδιζα σ'άγνωστες λεωφόρους
στριγγό τραγούδι γερανών ήρθε στ'αφτιά μου,
ήχοι λαγούτων, μακρινό μπουμπουνητό...
Γοργό ενα τραμ περνούσε από μπροστά μου.

Πήδηξα στο σκαλί του` το'κανα ίσως
από μια τρέλα, ένα παιχνίδι, όταν πια
η φόρα του στον αίθριο τον αιθέρα
άνοιγε μονοπάτι απο φωτιά.

Κι εκτροχιάστηκε μες σε μια αιώνια
άβυσσο αδηφάγα, σκοτεινή.
Ε, οδηγέ, σταμάτησε, σταμάτα
του βαγονιού σου την τρελή ορμή!

Αργά. Σαν ριπές γρήγορα να φεύγουν
στον ορίζοντα πέρα φοινικιές θωρούμε.
Του Νείλου τα νερά, του Νέβα, του Σηκουάνα,
καβάλα σε τρεις γέφυρες περνούμε.

Σπαρταριστή αστραπή πίσω απ'το τζάμι
μας ακολουθεί αχόρταγη ματιά
του γέρου κείνου επαίτη, που είχε πεθάνει
στην Βηρυτό την περασμένη τη χρονιά.

Που βρίσκομαι; Ρωτά η καρδιά μου
βροντοχτυπώντας: Μην ανησυχείς.
Στη στάση βρίσκεσαι οπού για τη Ινδία
το εισιτήριο αγοράζεις της Ψυχής.

Να μια επιγραφή που λέει πως είναι,
πρατήριο, που πουλά λαχανικά.
Μα εγώ δεν βλέπω ουτ'ένα κουνουπίδι,
μόνο νεκρών κεφάλια στη σειρά.

Никола́й Степа́нович Гумилёв (Το εκτροχιασμένο τραμ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου