Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

Το κλάμα του μουζίκου

Ω γενέτειρα γη μου, πες μου ένα μονάχα
φτωχόσπιτο δείξε μου, ένα μόνο τραγούδι
όπου ο δούλος, ο φύλακας των αγρών σου, ω γη μου,
ο μουζίκος ο Ρώσος, που να μην έχει κλάψει!

Κλαίει όπου βρεθεί, στα χωράφια, στο δρόμο
στα κρασοπούλια, στη βάρβαρη φυλακή κλειδωμένος,
στ'αλέτρι σφιγμένος ή στα κάρα που τρίζουν,
σαν ξανοίγεται μέσα στην άγονη στέπα.

Κλαίει έξω λιχνίζοντας μες στα πύριν'αλώνια,
κλαίει μέσα στην τρώγλη του τη μισογκρεμισμένη
δίχως ήλιο να βλέπει, Θεού δώρο για όλους,
κλαίει, κλαίει σε χωριά αμένα στους κάμπους
και μπροστά στα σκληρά δικαστήρια τρέμει!
Όπου είναι λαός, εκεί κλάμα! Λαέ μου

γιατί τέτοιος ύπνος να σ'αποχαυνώσει;
Θα'ρθει μέρα που, απ'αυτή σου τη θέση,
όπου σκυφτό σε κρατά αδυσώπητη μοίρα,
κι αφού έδωσες όσα να δώσεις μπορούσες,

θα ορμήσεις αγέρωχος και βογγώντας θλιμμένο
τραγούδι, στον κόσμο ν'αποδείξεις, πως όχι,
για πάντα δεν σβήστηκε στο μυαλό σου η σκέψη...

Никола́й Алексе́евич Некра́сов (Το κλάμα του μουζίκου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου