Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Ο Όρκος του Δαίμονα

Ορκίζομαι στο πρώτο ηλιοβασίλεμα,
στης Πλάσης την ημέρα την στερνή.
Ορκίζομαι στης αμαρτίας το ρεζίλεμα
και στην Αλήθεια, τη νικήτρια, την τρανή.
Ορκίζομαι στης πτώσης μου τον πόνο,
στο ρεμβασμό τον σύντομο, του μαχητή.
Ορκίζομαι σ'αυτή μας τη συνάντηση την ποθητή
και στο χωρισμό που πάλι θα μ'αφήσει μόνο.
Ορκίζομαι, εις των πνευμάτων τους αμέτρητους στρατούς,
στ'αδέλφια μου που κυβερνώ μοιραία,
στων αγαθών αγγέλων την ρομφαία,
στους ακοίμητους αυτούς και άσπονδους εχτρούς.
Ορκίζομαι στα Ουράνια, στον Άδη,
και σε σένα. Σε ό,τι η Γή έχει πιο ιερό.
Ορκίζομαι στο πρώτο σου δάκρυ το πικρό
και στων ματιών σου το τελευταίο χάδι.
Στην πνοή σου, και στ'αθώα σου χειλάκια,
στα μεταξένια σου μαλλάκια τα σγουρά.
Ορκίζομαι στην ευδαιμονία, στου πόνου τα φαρμάκια,
και στου Έρωτα μου τη χαρά.
Αρνήθηκα κάθε περήφανη σκέψη, δολερή,
η παλιά εκδίκηση έχει για πάντα σβήσει.
Από τώρα, νου κανενός ποτέ δεν θα κεντρίσει
της πονηρής της κολακείας το κεντρί`
θέλω με τον Ουρανό να φιλιωθώ,
θέλω ν'αγαπώ, σε προσευχή να γονατίσω,
θέλω να πιστεύω στο αγαθό.
Με δάκρυα μετάνοιας εγω θα σβήσω
απ'το μέτωπό μου, το άξιο για σένα,
κάθε ίχνος της Ουράνιας της φωτιάς που θα χαθεί,
κι απο δω κι εμπρός, ο κόσμος χωρίς εμένα,
σε μιαν άγνοια ήρεμη αιώνια ας ανθεί.
Ω, πίστεψε, μονάχα εγώ, πνεύμα του πόνου,
σ'εκτίμησα και σ'εννόησα σωστά.
Κι αφού σ'εδιάλεξα σαν ιερό δικό μου,
την εξουσία μου έριξα στα πόδια σου μπροστά.
Τον έρωτα σου, περιμένω σαν δώρο, με λαχτάρα,
για μια στιγμή, σου δίνω το αιώνιο φως.
Σαν στην κακία, πίστεψε στον Έρωτα, Ταμάρα,
είμαι αμετάβλητος εγώ, μεγάλος και τρανός.
Ελεύτερο τέκνο εγώ, του αιθέρα,
πέρ'απ'τ'άστρα θα σε πάω μακριά,
κι εκεί, βασίλισσα. Εκεί, νύχτα και μέρα
θα σ'έχω πάντα, γλυκειά μου συντροφιά.
Αμέτοχη, χωρίς καμιά συμπόνια
θα ρίχνεις το βλέμμα σου πάνω στη Γή,
όπου δεν υπάρχει ούτ'ευτυχία αληθινή
ούτ'όμορφιά που να βαστάει αιώνια,
όπου μόνον εγκλήματα και αίματα ποτάμι.
Χυδαία πάθη μόνο βλέπεις, ποταπά,
που άφοβα κανείς δεν ξέρει τι να κάνει,
ή να μισεί ελεύτερα, ή ν'αγαπά.
Ή μήπως σου είναι άγνωστο αυτό το ψέμα,
των θνητών ο έρωτας, που βαστάει ένα λεπτό,
ανάβει το νεανικό το αίμα
μα με τον καιρό παγώνει κι αυτό;
Ποιος μπορεί αλλού να μην πετάξει
με άλλα όνειρα, πρόθυμος στο χωρισμό;
Ώ όχι, καλή μου φίλη, δεν είναι για σένα
να το ξέρεις, απ'τη μοίρα γραφτό,
στην προστυχιά τα νιάτα δοσμένα,
βουβά να μαραθείς σ'ένα χώρο κλειστό.
Ανάμεσα σε όντα λιγόψυχα και κρύα
σε φίλους διπρόσωπους κι εχτρούς
σε φόβους, χωρίς καμιά παρηγοριά
σε κόπους άκαρπους και βαρετούς.
Η μοναξιά είναι κατάρα, συμφορά
χωρίς πάθη δεν θα ζήσεις.
Στην προσευχή δεν θα βρεις τη χαρά
ανθρώπους και θεούς δεν θα γνωρίσεις.
Ώ όχι, ωραία κόρη ζηλεμένη,
εσύ, για άλλους προορίστηκες καημούς`
βάσανο αλλιώτικο σε περιμένει,
άλλους πιο μεγάλους θα νιώσεις κραδασμούς.
Άσε λοιπόν όσους πόθους είχες πρώτα,
τον άμοιρο κόσμο στο δρόμο του το φυσικό,
και τα βαθειά περήφανα της γνώσης φώτα
θα τα πάρεις από μένα, δώρο μαγικό.
Μύρια πνεύματα, όλα όργανα δικά μου,
θα φέρω να τα ρίξω στα πόδια σου μπροστά,
σκλάβες μαγευτικές, ανάλαφρες, βασίλισσα μου,
θα σου'χω έτοιμες να σε λατρεύουν πιστά.
Κι απ'της ανατολής τ'αστέρι
θα κόψω ενα στεφάνι, ολόχρυσο, αστραφτερό
με μεσονυχτιακή δροσιά απο λούλουδα, γλυκό μου ταίρι,
θα το ραντίσω για να'ναι πάντα δροσερό.
Μ'αχτίδα δύσης άλικης θε να στολίσω
σαν με κορδέλα το σώμα σου τ'αρμονικό
και τον αγέρα γύρω σου θα τον ποτίσω με άρωμα καθάριο και μεθυστικό.
Αψίδες ανθοστόλιστες γύρω σου θα στήσω,
την ακοή σου θα ευφραίνω με τραγούδια τρυφερά`
παλάτια όμορφα και πλούσια θα χτίσω,
με κεχριμπάρι και πετράδια λαμπερά.
Στα σύγνεφα ψηλά θε να πετάξω,
στο βυθό της θάλασσας θα βουτηχτώ,
όλα τ'αγαθά της γης στα πόδια σου θα ρίξω.
Αγάπα με, αυτό μονάχα σου ζητώ.

Михаил Юрьевич Лермонтов (Ο Όρκος του Δαίμονα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου