Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

Τα μάτια της

Σύ που δεν υπάρχεις μες σ'αυτά τα στάχια,
τα χρυσά απ'τον ήλιο, που ανεμίζουν
σύ που δεν υπάρχεις, πέρα ως πέρα,
μέσα στον πλατύ, γαλανό ουρανό
σύ που δεν υπάρχεις μέσα στην καρδιά μου,
άκουσε με!

Άν χρειαστεί,
άν έρθει κείνη η ώρα,
δε θέλω
δε μπορώ να πεθάνω.

Γιατί όταν έφευγα,
όσες φορές κι αν ξαναγύρισα,
να την ξαναδώ,
τόσες φορές τη δίψασα,
και τα μάτια της
δεν μπόρεσα ακόμα
να τα ξεκολλήσω
πάνω απ'την πλάτη μου.
Στέκει ακόμα εκειπέρα,
στο περβάζι του παραθυριού
και με κοιτάει να φεύγω...
Διώξε την, Κύριε, απο κεί,
ξεκόλλα απο πάνω μου τα μάτια της,
αν πρέπει να πεθάνω.

Κάνε να με δεί να χάνομαι
στο βάθος κάποιου δρόμου
σιγά-σιγά...
Νάναι βέβαιη πως είν'ολόισιος ο δρόμος,
πως πουθενά δεν έστριψα.

Κ'έτσι, ησυχασμένη,
να πάψει πιά να με κοιτάει, 
να φύγει απο'το παράθυρο,
και να κλείσει μόνη της
τα παραθυρόφυλλα...

Κάνε το αυτο Κύριε
κάνε το αυτό.

Και τα μάτια της,
τα καρφωμένα στην πλάτη μου,
κάνε τα να κοιμηθούν
και να με ξεχάσουν...

Και τότε,
αν είναι θέλημά σου,
πάρε με, Κύριε ανύπαρχτε.

Ρένος Αποστολίδης (Τα μάτια της)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου