Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

Ένας εαυτός είναι λίγος


Τρέχω...
Θάθελα νάχω μακριά μαλλιά
να μέ χτενίζουν οι άνεμοι,
να νοιώθω.
Γελώ...
Ένα μωρό σκάβει τα σπλάχνα μου
γελώ.
Μή με ρωτάς.
Τα μεσάνυχτα
θα πάρω στον κόρφο τ'αστέρια,
να τα ζεστάνω,
και στολισμένη
θα πορευτώ στα διάσελα.
Τα μεσάνυχτα
θα ξαπλώσω...
Έλα!
Στα μάτια σου
ξαστέρωσαν τα όνειρα.
Έλα! Στις φλέβες μου
τρέχει το γέλιο σου.
Έλα, ντυμένος τη βροχή,
να με νοτίσεις,
ερωτεμένε της νυχτιάς.
Θ'απλώσω τα μπράτσα στους πόλους
να στηριχτώ,
να τεντωθώ - 
ολόγυμνη και κελαηδώ!
Ρίξε το σπέρμα σου στη γή
- η γή είμ'εγώ! -
να λευτερώσω απο τα στήθια μου βουνά
κι απ'την κοιλιά ποτάμια.
Μοσκοβολούν οι φυλλωσιές -
μήν είμ'εγώ;
Σταμάτ'Αυγή να χτενιστώ
να κρύψω τα σημάδια.
Ο ήλιος σήμερα δε θάβγει'
τον σφίγγω στην ποδιά,
σαν παιδί
και σαν άντρα -
σά νάσαι σύ, αγαπημένε!
Στα πόδια μου
απόμειν'ο ίσκιος σου.
Δέσαν τ'αμύγδαλα!
Πετώ
την κάπα στον αέρα.
Κάτω απ'το χώμα που πατώ
χορεύουν οι νεκροί
(με τα τραγούδια τους
πηγαίνουν κ'έρχονται τα σύννεφα).
Μεθώ
κι απλώνω τη χούφτα πάτημα
για ν'ανεβούνε - πρίν γεννηθώ
πόνεσα νάχω τα χέρια δεμένα.
Τα λύνω, κι όλα τ'άστρα
πάνω μου λύνονται και πέφτουν.
Κι ώς ψάχνω γύρω μου βουνά
για ν'ανασάνω ανέμους,
ξάφνου, πως μούρχεται
να πιάσω αντάμα τις κορφές
και να χορεύω!
Άαα!..
Τα δάσα μάτωσαν στις ρίζες
μ'ένα συρτό αναστεναγμό
και πήραν την κατηφοριά
με το τραγούδι του βοριά
στ'αψά τους χείλη.
Άι - άι, και νάχα μιά ψυχή,
ξάρμενο μες στα δάσα,
να δρασκελά τη γής!
Και μια κραυγή
να τα καλώ
-άι, μια χαρά! -
σ'ένα χορό
να δέναμε τον ουρανό
πηδώντας απ'τη γή.

Δεν ξέρω αν χαίρουμαι - 
αγαπώ!
Μι'ανάσα ν'ανασάνω - 
λίγο νερό,
κοιλοπονώ'
ένα φιλί
και τραγουδώ!..
Ώ,λα! ξεκίνησα - 
θάρθεις;
Μες στην καρδιά μου πάλλουν
τα στήθια κ'η καρδιά της γής.
Δίνω κλωτσιά στον ουρανό
να λυτρωθώ, να λυτρωθώ!
Ώ,λα! τον ισημερινό
να πάρω γύρα
να πατήσω!

Έλλη Αμιρά (Ένας εαυτός είναι λίγος)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου