Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Δώδεκα τα Μεσάνυχτα

Δώδεκα τα μεσάνυχτα ακριβώς
δύο συντροφιασμένα χέρια
ακριβώς
όπως οι Κούρδοι κι όπως η θλίψη

Δώδεκα τα μεσάνυχτα
όπως η φαντασία μου
ένα φωτεινό τραπέζι για το δείπνο
είκοσι τσιγάρα
και μια μονάχα λέξη-κλειδί

μετά τη μία η ώρα
δυο δάχτυλα στο ρολόι χωρισμένα
όπως εγώ απ’ την πατρίδα μου

Μετά τις δύο η ώρα
σαν τους εξόριστους και τους πρόσφυγες που γυρεύουν άσυλο
η πένα, το χαρτί μου και τ’ άλλα σκόρπια στο τραπέζι
όλα αλλιώτικα και μπερδεμένα

Μετά τις τρεις η ώρα
τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα
και στάχτη από τσιγάρα
το δωμάτιο γεμάτο καπνό

Στο πλάι ένας ποιητής που αποκοιμήθηκε
κι ένα ποίημα που αγρυπνά.

Şêrko Bêkes (ΧΙΙ)

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Φθινοπωρινός Άνεμος


Άρχισε ψύχρα.
Το γύρισε ο καιρός σε αναχώρηση.
Η πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη
ξοδεύτηκε σε κάποια υδρορροή.
Ως χθες ακόμα όλα έρχονταν.
Ζέστες, η διάθεση για φως,
λόγια, πουλιά,
πλαστογραφία ζωής.
Γονιμοποιούνταν κάθε βράδυ τα φεγγάρια,
πολλοί διάττοντες έρωτες
ήρθαν στον κόσμο τον περασμένο μήνα.
Τώρα η γνωστή ψύχρα
κι όλα να φεύγουν.
Ζέστες, πουλιά, η διάθεση για φως.
Φεύγουν τα πουλιά, ακολουθούν τα λόγια
η μία ερήμωση τραβάει πίσω της την άλλη
με λύπη αυτοδίδακτη.
Ήδη αποσυνδέθηκε το φως από την επανάπαυση
κι από τις καλημέρες σου.
Τα παράθυρα ενδίδουν.
Το χέρι του μεταβλητού κλείνει τα τζάμια,
άλλοι λεν ως την άνοιξη,
άλλοι φοβούνται διά βίου.
Κι εσύ τι κάθεσαι;
Καιρός να μπεις κι εσύ στα αλλαγμένα.
Να γίνεις ό,τι αναρωτιόμουν πέρυσι:
«ποιος ξέρει τ᾿ άλλο μου φθινόπωρο;».
Καιρὸς να γίνεις «τ᾿ άλλο μου φθινόπωρο».
Άρχισε ψύχρα.
Ρῖξε στην πλάτη σου ένα ρούχο αποδημίας.

Κική Δημουλά (Οι Αποδημητικές Καλημέρες)