Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Επίδαυρος

   ]Ἠμειβόμην· 
“γύναι, φάτιν μὲν τὴν πρὸς ἀνθρώπων κακὴν 
μὴ τετραμήνῃς μηδέν· ἀμφὶ δ' εὐφρόνῃ, 
ἐμοὶ μελήσει· θυμὸν ἵλαον τίθεο. 
Ἐς τοῦτο δὴ τοι τῆς ἀνολβίης δοκέω 
ἥκειν; Ἀνὴρ τοι δειλὸς ἆρ᾽ ἐφαινόμην, 
οὐδ' οἷός εἰμ' ἐγὼ οὗτος οὐδ' οἵων ἄπο. 
Ἐπίσταμαί τοι τὸν φιλέοντα μὲν φιλεῖν, 
τὸν δ' ἐχθρὸν ἐχθαίρειν τε καὶ κακοστομέειν 
μύρμηξ. Λόγῳ νυν τῷδ' ἀληθείη πάρα. 
Πόλιν δὲ ταύτην ἐπιστρέφεαι 
οὔτοί ποτ' ἄνδρες ἐξεπόρθησαν, σὺ δὲ 
νῦν εἷλες αἰχμῇ καὶ μέγ' ἐξήρω κλέος. 
Κείνης ἄνασσε καὶ τυραννίην ἔχε· 
πολλοῖ σίθην ζηλωτὸς ἀνθρώπων ἔσεαι.”

...

 Κι ἐγὼ τῆς ἀντιγύρισα: 
Μὴ σὲ φοβίζει ἡ γλώσσα τῶν ἀνθρώπων. 
Ἡ ὑπόληψη εἶναι λέξη νυχτερινή. 
Σκέψου γιὰ μένα κάτι φωτεινότερο. 
Τέλειωσα μήπως, δείλιασα ποτὲ ἢ ἀκούγομαι ἄλλος; 
Διατηρῶ ἀκόμη τὴ δύναμη ν᾽ ἀναγνωρίζω 
μιὰν ἀγάπη στὴν ἀγάπη κι ἕνα μυρμήγκι στὸ μίσος. 
Θὰ φροντίσω σχετικά. 
Ἐξ' ἄλλου, αὐτὴ ἡ ἐπιστροφή σου παραῆταν αἰχμηρὴ 
γιὰ μιὰ πόλη ποὺ δὲ γνώρισε ποτὲ κατακτητές. 
Ἐπέβαλες ὁμόφωνα τὴν τυραννία τῶν μιμητῶν σου· 
κυβέρνα τώρα τὴν ἀκατάσχετη ρητορικὴ τῶν ἐπιθυμιῶν τους.
Αρχίλοχος (Ίαμβος 51 [Δα.24]

Κυριακή, 1 Μαΐου 2016

Σπέτσες ΙΙ

Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει

Στὸ Πήλιο μέσα στὶς καστανιὲς τὸ πουκάμισο τοῦ Κενταύρου
γλιστροῦσε μέσα στὰ φύλλα γιὰ νὰ τυλιχτεῖ στὸ κορμί μου
καθὼς ἀνέβαινα τὴν ἀνηφόρα κι ἡ θάλασσα μ᾿ ἀκολουθοῦσε
ἀνεβαίνοντας κι αὐτὴ σὰν τὸν ὑδράργυρο θερμομέτρου
ὡς ποὺ νὰ βροῦμε τὰ νερὰ τοῦ βουνοῦ.

Στὴ Σαντορίνη ἀγγίζοντας νησιὰ ποὺ βουλιάζαν
ἀκούγοντας νὰ παίζει ἕνα σουραύλι κάπου στὶς ἀλαφρόπετρες
μοῦ κάρφωσε τὸ χέρι στὴν κουπαστὴ
μιὰ σαΐτα τιναγμένη ξαφνικὰ
ἀπὸ τὰ πέρατα μιᾶς νιότης βασιλεμένης.

Στὶς Μυκῆνες σήκωσα τὶς μεγάλες πέτρες καὶ τοὺς θησαυροὺς τῶν Ἀτρειδῶν
καὶ πλάγιασα μαζί τους στὸ ξενοδοχεῖο τῆς «Ὡραίας Ἑλένης τοῦ Μενελάου»
χάθηκαν μόνο τὴν αὐγὴ ποὺ λάλησε ἡ Κασσάντρα
μ᾿ ἕναν κόκορα κρεμασμένο στὸ μαῦρο λαιμό της.

Στὶς Σπέτσες στὸν Πόρο καὶ στὴ Μύκονο
μὲ χτίκιασαν οἱ βαρκαρόλες.
Τί θέλουν ὅλοι αὐτοὶ ποὺ λένε
πὼς βρίσκουνται στὴν Ἀθήνα ἢ στὸν Πειραιά;
Ὁ ἕνας ἔρχεται ἀπὸ Σαλαμίνα καὶ ρωτάει τὸν ἄλλο μήπως «ἔρχεται ἐξ Ὁμονοίας»
«Ὄχι ἔρχομαι ἐκ Συντάγματος» ἀπαντᾶ κι εἶν᾿ εὐχαριστημένος
«βρῆκα τὸ Γιάννη καὶ μὲ κέρασε ἕνα παγωτό».

Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει
δὲν ξέρουμε τὴν πίκρα τοῦ λιμανιοῦ σὰν ταξιδεύουν ὅλα τὰ καράβια
περιγελᾶμε ἐκείνους ποὺ τὴ νιώθουν.
Παράξενος κόσμος ποὺ λέει πὼς βρίσκεται στὴν Ἀττικὴ
καὶ δὲ βρίσκεται πουθενὰ
ἀγοράζουν κουφέτα γιὰ νὰ παντρευτοῦνε
κρατοῦν «σωσίτριχα» φωτογραφίζουνται
ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶδα σήμερα καθισμένος σ᾿ ἕνα φόντο μὲ πιτσούνια καὶ μὲ λουλούδια
δέχουνταν τὸ χέρι τοῦ γέρο φωτογράφου νὰ τοῦ στρώνει τὶς ρυτίδες
ποὺ εἶχαν ἀφήσει στὸ πρόσωπό του
ὅλα τὰ πετεινὰ τ᾿ οὐρανοῦ.

Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει ὁλοένα ταξιδεύει
κι ἂν «ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς»
εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θέλησαν νὰ πιάσουν τὸ μεγάλο καράβι μὲ τὸ κολύμπι
ἐκεῖνοι ποὺ βαρέθηκαν νὰ περιμένουν τὰ καράβια ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κινήσουν
τὴν ΕΛΣΗ τὴ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τὸν ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.

Σφυρίζουν τὰ καράβια τώρα ποὺ βραδιάζει στὸν Πειραιὰ
σφυρίζουν ὁλοένα σφυρίζουν μὰ δὲν κουνιέται κανένας ἀργάτης
καμμιὰ ἁλυσίδα δὲν ἔλαμψε βρεμένη στὸ στερνὸ φῶς ποὺ βασιλεύει
ὁ καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μὲς στ᾿ ἄσπρα καὶ στὰ χρυσά.

Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
παραπετάσματα βουνῶν ἀρχιπέλαγα γυμνοὶ γρανίτες...
τὸ καράβι ποὺ ταξιδεύει τὸ λένε ΑΓΩΝΙΑ 937.

Α/Π Αὐλίς, περιμένοντας νὰ ξεκινήσει Καλοκαίρι 1936

Γιώργος Σεφέρης (Με τον τρόπο του Γ.Σ.)