Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Τα Βουνά


Τα ψηλά βουνά εκεί πέρα, 
κουβεντιάζουν σα νυχτώνει 
και μιλάνε για τη μέρα 
που στα πόδια τους τελειώνει.

Η πιο γέρικη κορφή 
με τα χιονισμένα φρύδια 
έχει μια φωνή βραχνή 
γιατί τρώει πολλά κρεμμύδια 
σαν ξυπνήσει την αυγή.

Η άλλη εκεί πιο χαμηλά 
είναι μια χοντρή κοπέλα 
με ολοπράσινα μαλλιά 
ξαπλωμένη σα βαρέλα 
που στον ύπνο της μιλά.

Πάνω από τις λαγκαδιές 
που σφυρίζουν σαν καλάμια 
είναι ακόμη τρεις κορφές 
τυλιγμένες με ποτάμια 
και φωνάζουν σαν τρελές.

Μα το πιο καλό βουνό 
μοναχό του ψιθυρίζει 
όταν με το δειλινό 
το θυμάρι του μυρίζει 
κάτω από τον ουρανό.

Τάκης Μαλικόκος ¨Γιώργος Σεφέρης¨ (Τα βουνά)

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Δώδεκα τα Μεσάνυχτα

Δώδεκα τα μεσάνυχτα ακριβώς
δύο συντροφιασμένα χέρια
ακριβώς
όπως οι Κούρδοι κι όπως η θλίψη

Δώδεκα τα μεσάνυχτα
όπως η φαντασία μου
ένα φωτεινό τραπέζι για το δείπνο
είκοσι τσιγάρα
και μια μονάχα λέξη-κλειδί

μετά τη μία η ώρα
δυο δάχτυλα στο ρολόι χωρισμένα
όπως εγώ απ’ την πατρίδα μου

Μετά τις δύο η ώρα
σαν τους εξόριστους και τους πρόσφυγες που γυρεύουν άσυλο
η πένα, το χαρτί μου και τ’ άλλα σκόρπια στο τραπέζι
όλα αλλιώτικα και μπερδεμένα

Μετά τις τρεις η ώρα
τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα
και στάχτη από τσιγάρα
το δωμάτιο γεμάτο καπνό

Στο πλάι ένας ποιητής που αποκοιμήθηκε
κι ένα ποίημα που αγρυπνά.

Şêrko Bêkes (ΧΙΙ)

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Φθινοπωρινός Άνεμος


Άρχισε ψύχρα.
Το γύρισε ο καιρός σε αναχώρηση.
Η πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη
ξοδεύτηκε σε κάποια υδρορροή.
Ως χθες ακόμα όλα έρχονταν.
Ζέστες, η διάθεση για φως,
λόγια, πουλιά,
πλαστογραφία ζωής.
Γονιμοποιούνταν κάθε βράδυ τα φεγγάρια,
πολλοί διάττοντες έρωτες
ήρθαν στον κόσμο τον περασμένο μήνα.
Τώρα η γνωστή ψύχρα
κι όλα να φεύγουν.
Ζέστες, πουλιά, η διάθεση για φως.
Φεύγουν τα πουλιά, ακολουθούν τα λόγια
η μία ερήμωση τραβάει πίσω της την άλλη
με λύπη αυτοδίδακτη.
Ήδη αποσυνδέθηκε το φως από την επανάπαυση
κι από τις καλημέρες σου.
Τα παράθυρα ενδίδουν.
Το χέρι του μεταβλητού κλείνει τα τζάμια,
άλλοι λεν ως την άνοιξη,
άλλοι φοβούνται διά βίου.
Κι εσύ τι κάθεσαι;
Καιρός να μπεις κι εσύ στα αλλαγμένα.
Να γίνεις ό,τι αναρωτιόμουν πέρυσι:
«ποιος ξέρει τ᾿ άλλο μου φθινόπωρο;».
Καιρὸς να γίνεις «τ᾿ άλλο μου φθινόπωρο».
Άρχισε ψύχρα.
Ρῖξε στην πλάτη σου ένα ρούχο αποδημίας.

Κική Δημουλά (Οι Αποδημητικές Καλημέρες)

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Χρυσάφι

Κάποτε
θὰ σταματήσουμε
σὰ μιὰ γαλάζια ἅμαξα
μέσ᾿ στὸ χρυσάφι
δὲ θὰ μετρήσουμε τὰ μαῦρα
ἄλογα
δὲ θά ῾χουμε τίποτα ν᾿ ἀθροίσουμε
δὲ θά ῾χουμε πιὰ τίποτα
γιὰ νὰ μοιράσουμε

κρατώντας
ἕνα ξύλο
θὰ περάσουμε
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὴ μαύρη τρύπα
τοῦ ἥλιου
ποῦ θὰ καίει
Μίλτος Σαχτούρης (Το χρυσάφι)

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

ο Κόλπος του Σάρωνα

Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.
Ντίνος Χριστιανόπουλος (Η Θάλασσα)


Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

Το Κατσίκι

Βέλαζε το κατσίκι επίμονα βραχνά.
Άνοιξα το φούρνο με θυμό τι φωνάζεις είπα
σε ακούνε οι καλεσμένοι.
Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλαξε
κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική
χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας.

Έβαλα μέσα το χέρι μου. Πράγματι.
Παγωμένο το μέτωπο τα πόδια ο σβέρκος
το χορτάρι η βοσκή τα κατσάβραχα
η σφαγή.

Κική Δημουλά (Πάσχα στο Φούρνο)

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Κατοχή

Ἀλήθεια, δάση καὶ βουνὰ
ὑπάρχουνε στὸν κόσμο ἀκόμη; 
Ὑπάρχουν οἱ μεγάλοι δρόμοι
ποὺ πᾶν σὲ μέρη ἀλαργινά;

Ἀνθίζουν πάντοτε οἱ βραγιές; 
Στοὺς κάμπους εἶναι φῶς κι εἰρήνη; 
Κι ἔμεινε λίγη καλοσύνη
μὲς τὶς ἀνθρώπινες καρδιές;

Ἀπίστευτα μᾶς φαίνονται ὅλα
σ᾿ ἐμᾶς ποὺ ζοῦμε τώρα χρόνια 
σὰν σ᾿ ὀρεινά φτωχὰ καλύβια
ποὺ τ᾿ ἀποκλείσανε τὰ χιόνια...

Θὲ νἄρθει τάχα μιὰν ἡμέρα
σὰν ἀπὸ τόπους μακρινοὺς
ἡ Ἄνοιξη ποὺ λαχταρᾶμε; 
Καὶ θὰ μᾶς εὕρει ζωντανούς;
Κώστας Ουράνης (Κατοχή)

Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Επίδαυρος

   ]Ἠμειβόμην· 
“γύναι, φάτιν μὲν τὴν πρὸς ἀνθρώπων κακὴν 
μὴ τετραμήνῃς μηδέν· ἀμφὶ δ' εὐφρόνῃ, 
ἐμοὶ μελήσει· θυμὸν ἵλαον τίθεο. 
Ἐς τοῦτο δὴ τοι τῆς ἀνολβίης δοκέω 
ἥκειν; Ἀνὴρ τοι δειλὸς ἆρ᾽ ἐφαινόμην, 
οὐδ' οἷός εἰμ' ἐγὼ οὗτος οὐδ' οἵων ἄπο. 
Ἐπίσταμαί τοι τὸν φιλέοντα μὲν φιλεῖν, 
τὸν δ' ἐχθρὸν ἐχθαίρειν τε καὶ κακοστομέειν 
μύρμηξ. Λόγῳ νυν τῷδ' ἀληθείη πάρα. 
Πόλιν δὲ ταύτην ἐπιστρέφεαι 
οὔτοί ποτ' ἄνδρες ἐξεπόρθησαν, σὺ δὲ 
νῦν εἷλες αἰχμῇ καὶ μέγ' ἐξήρω κλέος. 
Κείνης ἄνασσε καὶ τυραννίην ἔχε· 
πολλοῖ σίθην ζηλωτὸς ἀνθρώπων ἔσεαι.”

...

 Κι ἐγὼ τῆς ἀντιγύρισα: 
Μὴ σὲ φοβίζει ἡ γλώσσα τῶν ἀνθρώπων. 
Ἡ ὑπόληψη εἶναι λέξη νυχτερινή. 
Σκέψου γιὰ μένα κάτι φωτεινότερο. 
Τέλειωσα μήπως, δείλιασα ποτὲ ἢ ἀκούγομαι ἄλλος; 
Διατηρῶ ἀκόμη τὴ δύναμη ν᾽ ἀναγνωρίζω 
μιὰν ἀγάπη στὴν ἀγάπη κι ἕνα μυρμήγκι στὸ μίσος. 
Θὰ φροντίσω σχετικά. 
Ἐξ' ἄλλου, αὐτὴ ἡ ἐπιστροφή σου παραῆταν αἰχμηρὴ 
γιὰ μιὰ πόλη ποὺ δὲ γνώρισε ποτὲ κατακτητές. 
Ἐπέβαλες ὁμόφωνα τὴν τυραννία τῶν μιμητῶν σου· 
κυβέρνα τώρα τὴν ἀκατάσχετη ρητορικὴ τῶν ἐπιθυμιῶν τους.
Αρχίλοχος (Ίαμβος 51 [Δα.24]

Κυριακή, 1 Μαΐου 2016

Σπέτσες ΙΙ

Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει

Στὸ Πήλιο μέσα στὶς καστανιὲς τὸ πουκάμισο τοῦ Κενταύρου
γλιστροῦσε μέσα στὰ φύλλα γιὰ νὰ τυλιχτεῖ στὸ κορμί μου
καθὼς ἀνέβαινα τὴν ἀνηφόρα κι ἡ θάλασσα μ᾿ ἀκολουθοῦσε
ἀνεβαίνοντας κι αὐτὴ σὰν τὸν ὑδράργυρο θερμομέτρου
ὡς ποὺ νὰ βροῦμε τὰ νερὰ τοῦ βουνοῦ.

Στὴ Σαντορίνη ἀγγίζοντας νησιὰ ποὺ βουλιάζαν
ἀκούγοντας νὰ παίζει ἕνα σουραύλι κάπου στὶς ἀλαφρόπετρες
μοῦ κάρφωσε τὸ χέρι στὴν κουπαστὴ
μιὰ σαΐτα τιναγμένη ξαφνικὰ
ἀπὸ τὰ πέρατα μιᾶς νιότης βασιλεμένης.

Στὶς Μυκῆνες σήκωσα τὶς μεγάλες πέτρες καὶ τοὺς θησαυροὺς τῶν Ἀτρειδῶν
καὶ πλάγιασα μαζί τους στὸ ξενοδοχεῖο τῆς «Ὡραίας Ἑλένης τοῦ Μενελάου»
χάθηκαν μόνο τὴν αὐγὴ ποὺ λάλησε ἡ Κασσάντρα
μ᾿ ἕναν κόκορα κρεμασμένο στὸ μαῦρο λαιμό της.

Στὶς Σπέτσες στὸν Πόρο καὶ στὴ Μύκονο
μὲ χτίκιασαν οἱ βαρκαρόλες.
Τί θέλουν ὅλοι αὐτοὶ ποὺ λένε
πὼς βρίσκουνται στὴν Ἀθήνα ἢ στὸν Πειραιά;
Ὁ ἕνας ἔρχεται ἀπὸ Σαλαμίνα καὶ ρωτάει τὸν ἄλλο μήπως «ἔρχεται ἐξ Ὁμονοίας»
«Ὄχι ἔρχομαι ἐκ Συντάγματος» ἀπαντᾶ κι εἶν᾿ εὐχαριστημένος
«βρῆκα τὸ Γιάννη καὶ μὲ κέρασε ἕνα παγωτό».

Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει
δὲν ξέρουμε τὴν πίκρα τοῦ λιμανιοῦ σὰν ταξιδεύουν ὅλα τὰ καράβια
περιγελᾶμε ἐκείνους ποὺ τὴ νιώθουν.
Παράξενος κόσμος ποὺ λέει πὼς βρίσκεται στὴν Ἀττικὴ
καὶ δὲ βρίσκεται πουθενὰ
ἀγοράζουν κουφέτα γιὰ νὰ παντρευτοῦνε
κρατοῦν «σωσίτριχα» φωτογραφίζουνται
ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶδα σήμερα καθισμένος σ᾿ ἕνα φόντο μὲ πιτσούνια καὶ μὲ λουλούδια
δέχουνταν τὸ χέρι τοῦ γέρο φωτογράφου νὰ τοῦ στρώνει τὶς ρυτίδες
ποὺ εἶχαν ἀφήσει στὸ πρόσωπό του
ὅλα τὰ πετεινὰ τ᾿ οὐρανοῦ.

Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει ὁλοένα ταξιδεύει
κι ἂν «ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς»
εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θέλησαν νὰ πιάσουν τὸ μεγάλο καράβι μὲ τὸ κολύμπι
ἐκεῖνοι ποὺ βαρέθηκαν νὰ περιμένουν τὰ καράβια ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κινήσουν
τὴν ΕΛΣΗ τὴ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τὸν ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.

Σφυρίζουν τὰ καράβια τώρα ποὺ βραδιάζει στὸν Πειραιὰ
σφυρίζουν ὁλοένα σφυρίζουν μὰ δὲν κουνιέται κανένας ἀργάτης
καμμιὰ ἁλυσίδα δὲν ἔλαμψε βρεμένη στὸ στερνὸ φῶς ποὺ βασιλεύει
ὁ καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μὲς στ᾿ ἄσπρα καὶ στὰ χρυσά.

Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
παραπετάσματα βουνῶν ἀρχιπέλαγα γυμνοὶ γρανίτες...
τὸ καράβι ποὺ ταξιδεύει τὸ λένε ΑΓΩΝΙΑ 937.

Α/Π Αὐλίς, περιμένοντας νὰ ξεκινήσει Καλοκαίρι 1936

Γιώργος Σεφέρης (Με τον τρόπο του Γ.Σ.)


Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Θήρα (Ηλιοβασίλεμα)

 Βγήκες από τα σωθικά βροντής
Ανατριχιάζοντας μες στα μετανιωμένα σύννεφα
Πέτρα πικρή, δοκιμασμένη, αγέρωχη
Ζήτησες πρωτομάρτυρα τον ήλιο
Για ν' αντικρίσετε μαζί τη ριψοκίνδυνη αίγλη
Ν' ανοιχτείτε με μια σταυροφόρο ηχώ στο πέλαγος

Θαλασσοξυπνημένη, αγέρωχη
Όρθωσες ένα στήθος βράχου
Κατάστιχτου απ' την έμπνευση της όστριας
Για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η οδύνη
Για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η ελπίδα
Με φωτιά με λάβα με καπνούς
Με λόγια που προσηλυτίζουν το άπειρο
Γέννησες τη φωνή της μέρας
Έστησες ψηλά
Στην πράσινη και ρόδινη αιθεροβασία
Τις καμπάνες που χτυπάει ο ψηλορείτης νους
Δοξολογώντας τα πουλιά στο φως του μεσαυγούστου

Πλάι από ρόχθους, πλάι από καημούς αφρών
Μέσ' από τις ευχαριστίες του ύπνου
Όταν η νύχτα γύριζε τις ερημιές των άστρων
Ψάχνοντας για το μαρτυρίκι της αυγής,
Ένιωσες τη χαρά της γέννησης
Πήδησες μες στον κόσμο πρώτη
Πορφυρογέννητη, αναδυόμενη
Έστειλες ως τους μακρινούς ορίζοντες
Την ευχή που μεγάλωσε στις αγρυπνίες του πόντου
Για να χαϊδέψει τα μαλλιά της πέμπτης πρωινής.
Ρήγισσα των παλμών και των φτερών του Αιγαίου
Βρήκες με λόγια που προσηλυτίζουν το άπειρο
Με φωτιά με λάβα με καπνούς
Τις μεγάλες γραμμές του πεπρωμένου σου
Τώρα μπροστά σου ανοίγεται η δικαιοσύνη
Τα μελανά βουνά πλέουν στη λάμψη
Πόθοι ετοιμάζουν τον κρατήρα τους
Στην παιδεμένη χώρα της καρδιάς
Κι από το μόχθο της ελπίδας νέα γη ετοιμάζεται
Για να βαδίσει εκεί με αετούς και λάβαρα
Ένα πρωί γεμάτο ιριδισμούς
Η φυλή που ζωντανεύει τα όνειρα
Η φυλή που τραγουδάει στην αγκαλιά του ήλιου.

Ω κόρη κορυφαίου θυμού
Γυμνή αναδυομένη
Άνοιξε τις λαμπρές πύλες του ανθρώπου
Να ευωδιάσει ο τόπος από την υγεία
Σε χιλιάδες χρώματα ν' αναβλαστήσει το αίσθημα
Φτεροκοπώντας ανοιχτά
Και να φυσήξει από παντού η ελευθερία

Άστραψε μες στο κήρυγμα του άνεμου
Την καινούρια και παντοτινή ομορφιά
Όταν ο ήλιος των τριών ωρών υψώνεται
Πάνγλαυκος παίζοντας το αρμόνιο της Δημιουργίας.
Οδυσσέας Ελύτης (Ωδή στη Σαντορίνη)