Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

Μονοβάσια


 Πανάρχαιες ἐλιές, κούφιοι κορμοὶ συστραμμένοι·

τὸ δύστυχο σταχτί· τὸ καπνισμένο κίτρινο·
ἴσκιοι τῶν σύννεφων στοὺς ἀπέναντι λόφους.
Ἔρχεται ὑπάκουο τὸ μακρινό, σὲ κοιτάει ἀπ᾿ τὸ πλάι·
ξεχνᾶς ἐκεῖνο πού ῾θελες νὰ τοῦ ζητήσεις· τὸ χέρι σου
ἀφηρημένο περπατᾶ στὴ μαλακιὰ ράχη τοῦ ζώου.
Ἦταν αὐτό; Καὶ τί ἦταν; Ἀντεστραμμένος χρόνος;
Οἱ γριὲς τυλίγουνε τὰ πόδια τους μ᾿ ἐφημερίδες,
τὰ δένουνε μὲ σπάγκους. Προφυλάξεις, προφυλάξεις, -
ὦ, σιωπηλὴ διάρκεια· καθόμαστε χάμου στὸ χῶμα
μ᾿ ἕνα καλάθι φραγκόσυκα, μὲ τό ῾να παπούτσι τοῦ δρομέα, -
κι αὐτὴ ἡ ἐπίμονη γυναίκα, ἡ ἀποστεωμένη, ἡ ἄγρια,
κάτω ἀπ᾿ τὸ δέντρο, μέσ᾿ στὴν πεισμωμένη λάμψη,
κρατώντας στὰ δύο χέρια της τὸ ἀπαρηγόρητο βρέφος.

Τότε ἀκριβῶς ἦταν ποὺ μάθαμε πὼς τίποτα δὲν εἶχε χαθεῖ.

Γιάννης Ρίτσος (Φεύγοντας απ'τη Μονοβάσια)


Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

Κωνσταντινούπολη (Στοά Συρίας)

Κλείνω τα μάτια μου κ’ ακούω την Κωνσταντινούπολη
Στην αρχή φυσάει ένα ελαφρό αεράκι
Αργοσαλεύουν
Τα φύλλα στα δέντρα
Από μακριά, πολύ μακριά
Το ασταμάτητο κουδούνισμα των νερουλάδων
Κλείνω τα μάτια μου κι ακούω την Κωνσταντινούπολη

Κλείνω τα μάτια μου κι ακούω την Κωνσταντινούπολη
Η κλειστή αγορά μες στην δροσιά
Πολύβουο το Μαχμούτ πασά
Οι αυλές γεμάτες περιστέρια
Σφυροκοπήματα έρχονται απ΄τα ντόκ
Το όμορφο ανοιξιάτικο αγεράκι σκορπάει μυρωδιές ιδρώτα
Κλείνω τα μάτια μου κι ακούω την Κωνσταντινούπολη

Κλείνω τα μάτια μου κι ακούω την Κωνσταντινούπολη
Μια κοκέτα περνάει το καλντερίμι
Βρισιές , πειράγματα, τραγούδια , μουρμουρίσματα
Κάτι πέφτει απ το χέρι της στο χώμα
Μάλλον είναι ένα τριαντάφυλλο
Κλείνω τα μάτια μου κι ακούω την Κωνσταντινούπολη

Κλείνω τα μάτια μου κι ακούω την Κωνσταντινούπολη
Ένα πουλί σπαρταράει στα πεζούλια της
Αν το μέτωπό σου είναι ζεστό ή όχι, εγώ το ξέρω
Αν τα χείλη σου αν είναι υγρά ή όχι, εγώ το ξέρω
Ένα άσπρο φεγγάρι γεννιέται πίσω απ΄τις φιστικιές
Το νοιώθω από τους χτύπους της καρδιάς σου
Ακούω την Κωνσταντινούπολη



İstanbul’u dinliyorum, gözlerim kapalı.
Önce hafiften bir rüzgar esiyor,
Yavaş yavaş sallanıyor
Yapraklar ağaçlarda,
Uzaklarda, çok uzaklarda
Sucuların hiç durmayan çıngırakları,
İstanbul’u dinliyorum, gözlerim kapal

İstanbul’u dinliyorum, gözlerim kapalı.
Serin serin Kapalı Çarşı
Cıvıl cıvıl Mahmutpaşa,
Güvercin dolu avlular.
Çekiç sesleri geliyor doklardan,
Güzelim bahar rüzgarında ter kokuları,
İstanbul’u dinliyorum, gözlerim kapalı.

İstanbul’u dinliyorum, gözlerim kapalı.
Bir yosma geçiyor kaldırımdan,
Küfürler, şarkılar, türküler, laf atmalar.
Bir şey düşüyor elinden yere,
Bir gül olmalı,
İstanbul’u dinliyorum, gözlerim kapalı.

İstanbul’u dinliyorum, gözlerim kapalı.
Bir kuş çırpınıyor eteklerinde,
Alnın sıcak mı değil mi, biliyorum,
Dudakların ıslak mı değil mi, biliyorum,
Beyaz bir ay doğuyor, fıstıkların arasından
Kalbinin vuruşundan anlıyorum,
İstanbul’u dinliyorum.

Orhan Veli Kanık(Ακούω την Κωνσταντινούπολη)