Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Φωτογράφος κι Ομορφιά



Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
σ᾿ αὐτὰ ἐδῶ τὰ μερὴ
ὁ φωτογράφος θά ῾πρεπε
νὰ ἤτανε ξεφτέρι
νά ῾ταν τεχνίτης, μερακλὴς
κι ἀπ᾿ ὀμορφιὰ νὰ ξέρει.

Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
ἂς ἤμουν φωτογράφος
νὰ ὑπηρετῶ τὴν ὀμορφιὰ
μὲ τέχνη καὶ μὲ πάθος.

Νά ῾ρχοντ᾿ ὀμορφοκόριτσα
καὶ λαϊκὲς παρέες
νὰ παίρνουν πόζες ὄμορφες
καμαρωτὲς κι ὡραῖες
γιὰ εἰκοσιτετράωρες
καὶ ἑβδομαδιαῖες.
Ντίνος Χριστιανόπουλος (ο Φωτογράφος)

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Καράβι Νοσταλγία


We plainly saw that not a soul lived in that fated vessel! 
                                                   Edgar Allan Poe

Το ύφος μιας μέρας που ζήσαμε πριν δέκα χρόνια σε ξένο τόπο
ο αιθέρας μιας παμπάλαιης στιγμής που φτερούγισε κι εχάθη σαν άγγελος Κυρίου
η φωνή μιας γυναίκας λησμονημένης με τόση φρόνηση και με τόσο κόπο∙
ένα τέλος απαρηγόρητο, μαρμαρωμένο βασίλεμα κάποιου Σεπτεμβρίου.

Καινούργια σπίτια, σκονισμένες κλινικές εξανθηματικά παράθυρα φερετροποιεία...
Συλλογίστηκε κανένας τι υποφέρει ένας ευαίσθητος φαρμακοποιός που διανυκτερεύει;
Ακαταστασία στην κάμαρα: συρτάρια παράθυρα πόρτες ανοίγουν το στόμα τους σαν άγρια θηρία∙
ένας απαυδισμένος άνθρωπος ρίχνει τα χαρτιά ψάχνει αστρονομίζεται γυρεύει.

Στενοχωριέται: ά χτυπήσουν την πόρτα ποιος θ' ανοίξει; 
Αν ανοίξει βιβλίο ποιον θα κοιτάξει; Αν ανοίξει την ψυχή του ποιος θα κοιτάξει; Αλυσίδα.
Πού 'ναι η αγάπη που κόβει τον καιρό μονοκόμματα 
στα δυο και τον αποσβολώνει;
Λόγια μονάχα και χειρονομίες. Μονότροπος μονόλογος 
μπροστά σ' έναν καθρέφτη κάτω από μια ρυτίδα.
Σα μια στάλα μελάνι σε μαντίλι η πλήξει απλώνει.

Πέθαναν όλοι μέσα στο καράβι, μα το καράβι ακολουθάει το στοχασμό του που άρχισε σαν άνοιξε από το λιμάνι.
Πώς μεγαλώσαν τα νύχια του καπετάνιου... κι ο ναύκληρος αξούριστος που 'χε τρεις ερωμένες σε κάθε σκάλα...
Η θάλασσα φουσκώνει αργά, τ' άρμενα καμαρώνουν κι 
η μέρα πάει να γλυκάνει.
Τρία δελφίνια μαυρολογούν γυαλίζοντας, χαμογελά η γοργόνα, κι ένας ναύτης γνέφει ξεχασμένος στη γάμπια καβάλα.

Γιώργος Σεφέρης (Το ύφος μιας ημέρας)

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Παλαμήδι

Μὲς στὴν ὑπόγεια τὴν ταβέρνα,
μὲς σὲ καπνοὺς καὶ σὲ βρισιές,
(ἀπάνου ἐστρίγγλιζε ἡ λατέρνα)
ὅλη ἡ παρέα πίναμε ἐψές,
ἐψές, σὰν ὅλα τὰ βραδάκια,
νὰ πᾶνε κάτου τὰ φαρμάκια.

Σφιγγόταν ὁ ἕνας πλάι στὸν ἄλλο
καὶ κάπου ἐφτυοῦσε καταγῆς,
ὤ! πόσο βάσανο μεγάλο
τὸ βάσανο εἶναι τῆς ζωῆς!
Ὅσο κι ὁ νοῦς ἂν τυραννιέται
ἄσπρην ἡμέρα δὲ θυμιέται!

(Ἥλιε καὶ θάλασσα γαλάζα
καὶ βάθος τοῦ ἄσωτου οὐρανοῦ,
ὤ! τῆς αὐγῆς κροκάτη γάζα
γαρούφαλλα τοῦ δειλινοῦ,
λάμπετε-σβήνετε μακριά μας,
χωρὶς νὰ μπεῖτε στὴν καρδιά μας!)

Τοῦ ἑνοῦ ὁ πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος - ἴδιο στοιχειὸ
τοῦ ἄλλου κοντόμερη ἡ γυναῖκα
στὸ σπίτι λιώνει ἀπὸ χτικιό,
στὸ Παλαμήδι ὁ γυιὸς τοῦ Μάζη
κ᾿ ἡ κόρη τοῦ γιαβῆ στὸ Γκάζι.

-Φταίει τὸ ζαβὸ τὸ ριζικό μας!
-Φταίει ὁ θεὸς ποὺ μᾶς μισεῖ!
-Φταίει τὸ κεφάλι τὸ κακό μας!
-Φταίει πρώτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ κρασί!
«Ποιὸς φταίει; Ποιὸς φταίει;... κανένα στόμα
δὲν τὅβρε καὶ δὲν τὄπε ἀκόμα.

Ἔτσι, στὴν σκοτεινὴ ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
σὰν τὰ σκουλήκια κάθε φτέρνα
ὅπου μᾶς εὕρει, μᾶς πατεῖ:
δειλοί, μοιραῖοι κι ἄβουλοι ἀντάμα!
προσμένουμε, ἴσως, κάποιο θάμα!
Κώστας Βάρναλης (Οι Μοιραίοι)

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

Ανάπλι ΙΙ


 Φίλε ρωτώ αν έχεις άλλοτε δει τ’ Ανάπλι.
Όλη νύχτα μπορείς ν’ ανεβαίνεις
τις σκάλες των ενετών
με αναπλιώτισσες απέλπιδες εκεί ψηλά
στα ζωγραφικά μπαλκόνια των ψαράδων
να βλέπεις του φεγγαριού
το μονοπάτι της αγάπης από σμάλτο
στην ακούσια θάλασσα νυχτερινή.
Αλλά πρέπει να μείνεις εδώ κάτω ξένος
μακρινός
ξένος και λέω να δυναμώσεις το ραδιόφωνο που κρατάς
κι αν όχι
να φύγουμε
πάλι στην εμπορική φωταψία των δρόμων.
Υπάρχει κι άλλο φεγγάρι
μπηγμένο σε μια στέγη και τη λιώνει.
Μείνε ξένος —
αν πιέσω το κουμπί της μνήμης μου
ο τρόμος θα με ανατινάξει.
Εδώ είναι η αποθήκη του ξένου στόλου
οι ενετοί μας κοιτάζουν απ’ τον αναπλιώτικο ουρανό
με θυμούνται φυλακισμένο στην αποθήκη
σήμερα μουσείο
τα χρόνια για την ελευθερία πρόχειρη φυλακή
με θυμούνται.
Άνθος του κινδύνου αριστερά στο στήθος
κι ο θάνατος
μοίρα των παλικαριών φίλων μου που χάθηκαν.
Γιάννη Άγγελε Μιχάλη ψηλά πολύ ψηλά…
«Ακούσατε αγαπημένα σας
τραγούδια» λέει το ραδιόφωνο στο χέρι του ξένου
και σεις
Γιάννη Άγγελε Μιχάλη τόσο ψηλά πολύ ψηλά. 

Νίκος Καρούζος (Θανάσιμο Ανάπλι)




Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

Το Πλούσιο Σπίτι

Το πλούσιο σπίτι είχε στην είσοδο
έναν καθρέπτη μέγιστο, πολύ παλαιό·
τουλάχιστον προ ογδόντα ετών αγορασμένο. 

Ένα εμορφότατο παιδί, υπάλληλος σε ράπτη
(τες Κυριακές, ερασιτέχνης αθλητής), 
στέκονταν μ' ένα δέμα. Το παρέδοσε 
σε κάποιον του σπιτιού, κι αυτός το πήγε μέσα
να φέρει την απόδειξι. Ο υπάλληλος του ράπτη 
έμεινε μόνος, και περίμενε. 
Πλησίασε στον καθρέπτη και κυττάζονταν 
κ' έσιαζε την κραβάτα του. Μετά πέντε λεπτά 
του φέραν την απόδειξι. Την πήρε κ' έφυγε. 

Μα ο παλαιός καθρέπτης που είχε δει και δει, 
κατά την ύπαρξίν του την πολυετή, 
χιλιάδες πράγματα και πρόσωπα· 
μα ο παλαιός καθρέπτης τώρα χαίρονταν, 
κ' επαίρονταν που είχε δεχθεί επάνω του 
την άρτιαν εμορφιά για μερικά λεπτά. 
Κ. Καβάφης (ο Καθρέπτης στην Είσοδο)

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

Ανάπλι



Μια φορά μεγάλωσα μια και η πατρίδα
με περιπάτους ορθρινούς
χειμώνες καλοκαίρια ο δομέστικος του ονείρου
σ’ ένα μεγάλο στεναγμό του Ιησού πριν απ’ το Πάσχα
στα σύνθετα μάτια της μύγας βλέποντας
όλη τη μακρινή ουσία
μέσ’ στους ωραίους αετούς της άμωμης ηλικίας
ευλογημένος με καθαρά ποδήματα
στη μυθική χαρά της μητρικής θρησκείας
και πάντα η μικρή ζωή της μύγας ανοιγότανε
στον αέρα της ψυχής μου.

Λατίνι στο πλατύ λουλάκι σ’ έχω θύμηση
χρωματισμένο με φλούδες από πεύκα
ψηλά που ονειρεύτηκα χιλιάδες άνθη
πλάι στο εικονοστάσι μ’ ένα δρομικό καντήλι
να καίει παραμύθια σε φλόγα μικρή κι αθώα
το πήλινο θυμίαμα
κι όρθιο το σκονισμένο μπουκάλι για το λάδι.
Ώρες από μέθη στην αιθρία πρωινή
Κ’ ύστερα νύχτα, νύχτα
η θάλασσα σπιθίζει έξω απ’ τα’ ανθρώπινα
μέσ’ στην πανσέληνη ευτυχία οι βράχοι
κ’ ένα πουλί μοναχικό με λούζει.
Λειμώνες ονείρων η ωραιότητα θάλλει
ο λυχνοστάτης ήλιος κ’ οι μελισσοκόμοι τ’ ουρανού
δουλεύουν τη λάμψη χρόνια και χρόνια.
Η φαντασία πλαταίνει στα πολύφυλλα νερά
και τραγουδώ τη θάλασσα που φεύγει απ’ το στήθος.
Ένας αέρας αγκαλιάζει τα δέντρα υγιής
με πρόσχαρους κυματισμούς κ’ ένας αέρας
δέρνει την ψυχή μου
σαν το μεγάλο θάνατο της φλόγας.

Ολημερίς χαρίζω δηλητήρια στο σώμα
κι ο ύπνος έγινε
για μένα η πρώτη ευτυχία.

                                           Νίκος Καρούζος (Στ'Ανάπλι Χαίρομαι)




Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Στο μπαρ, στο δρόμο...

Μήτε σε απέκτησα, μήτε θα σε αποκτήσω
ποτέ, θαρρώ. Μερικά λόγια, ένα πλησίασμα
όπως στο μπαρ προχθές, και τίποτε άλλο.
Είναι, δεν λέγω, λύπη. Aλλά εμείς της Τέχνης
κάποτε μ’ έντασι του νου, και βέβαια μόνο
για λίγην ώρα, δημιουργούμεν ηδονήν
η οποία σχεδόν σαν υλική φαντάζει.
Έτσι στο μπαρ προχθές —βοηθώντας κιόλας
πολύ ο ευσπλαχνικός αλκολισμός—
είχα μισή ώρα τέλεια ερωτική.
Και το κατάλαβες με φαίνεται,
κ’ έμεινες κάτι περισσότερον επίτηδες.
Ήταν πολλή ανάγκη αυτό. Γιατί
μ’ όλην την φαντασία, και με το μάγο οινόπνευμα,
χρειάζονταν να βλέπω και τα χείλη σου,
χρειάζονταν να ’ναι το σώμα σου κοντά.
Κ.Π. Καβάφης (Μισή Ώρα)

Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

Γοργωπίς ΙΙ

Η πόρτα που άνοιξες με τόσο πάθος
άνοιξε στο θάνατο
και δε μπορούν να τον σκεπάσουν τρία λουλούδια
και δε μπορούν να τον ξορκίσουν
τα ζαχαρένια μάγουλα του κοριτσιού
πίσω απ’ την πόρτα
πίσω απ’ την πόρτα το κορίτσι γδύνεται στον άνεμο
τα κυπαρίσσια ψιθυρίζουνε μια προσευχή χιονιού
βογκάει λυγάει τα κλαδιά ο βοριάς ο μαύρος
οι ξυλοκόποι χάθηκαν στη θάλασσα
χλωμά καΐκια κατεβάσαν τις σημαίες τους
σάλπιγγες στο βυθό σημάνανε το τέλος
ενώ στο λιμάνι βγαίνουν κυριακάτικο περίπατο
γυναίκες μες στα μαύρα σέρνουν τ’ αγόρια τους
πεταλωτές παιδεύουνε τ’ άμοιρα τ’ άλογά τους
άγριες λατέρνες μαχαιρώνουνε τα ντέφια τους
παιδιά πουλάνε κοκοράκια κόκκινα σα χιόνι
καράβια και πουλιά σφυρίζουν φεύγουνε
κατάρτια ανοίγουν δρόμο ανάμεσα από τ’ άστρα
η πόρτα που άνοιξες με προσοχή
έχει άλλες χίλιες πόρτες πίσω της
πίσω από κάθε μια και μια κραυγή
πίσω από κάθε μια κι ένα στητό κορίτσι

Μίλτος Σαχτούρης (Η πόρτα)