Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Οι μοιραίοι

Μὲς στὴν ὑπόγεια τὴν ταβέρνα,
μὲς σὲ καπνοὺς καὶ σὲ βρισιές,
(ἀπάνου ἐστρίγγλιζε ἡ λατέρνα)
ὅλη ἡ παρέα πίναμε ἐψές,
ἐψές, σὰν ὅλα τὰ βραδάκια,
νὰ πᾶνε κάτου τὰ φαρμάκια.

Σφιγγόταν ὁ ἕνας πλάι στὸν ἄλλο
καὶ κάπου ἐφτυοῦσε καταγῆς,
ὤ! πόσο βάσανο μεγάλο
τὸ βάσανο εἶναι τῆς ζωῆς!
Ὅσο κι ὁ νοῦς ἂν τυραννιέται
ἄσπρην ἡμέρα δὲ θυμιέται!

(Ἥλιε καὶ θάλασσα γαλάζα
καὶ βάθος τοῦ ἄσωτου οὐρανοῦ,
ὤ! τῆς αὐγῆς κροκάτη γάζα
γαρούφαλλα τοῦ δειλινοῦ,
λάμπετε-σβήνετε μακριά μας,
χωρὶς νὰ μπεῖτε στὴν καρδιά μας!)

Τοῦ ἑνοῦ ὁ πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος - ἴδιο στοιχειὸ
τοῦ ἄλλου κοντόμερη ἡ γυναῖκα
στὸ σπίτι λιώνει ἀπὸ χτικιό,
στὸ Παλαμήδι ὁ γυιὸς τοῦ Μάζη
κ᾿ ἡ κόρη τοῦ γιαβῆ στὸ Γκάζι.

-Φταίει τὸ ζαβὸ τὸ ριζικό μας!
-Φταίει ὁ θεὸς ποὺ μᾶς μισεῖ!
-Φταίει τὸ κεφάλι τὸ κακό μας!
-Φταίει πρώτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ κρασί!
«Ποιὸς φταίει; Ποιὸς φταίει;... κανένα στόμα
δὲν τὅβρε καὶ δὲν τὄπε ἀκόμα.

Ἔτσι, στὴν σκοτεινὴ ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
σὰν τὰ σκουλήκια κάθε φτέρνα
ὅπου μᾶς εὕρει, μᾶς πατεῖ:
δειλοί, μοιραῖοι κι ἄβουλοι ἀντάμα!
προσμένουμε, ἴσως, κάποιο θάμα!
Κώστας Βάρναλης (Οι Μοιραίοι)

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

Θανάσιμο Ανάπλι


 Φίλε ρωτώ αν έχεις άλλοτε δει τ’ Ανάπλι.
Όλη νύχτα μπορείς ν’ ανεβαίνεις
τις σκάλες των ενετών
με αναπλιώτισσες απέλπιδες εκεί ψηλά
στα ζωγραφικά μπαλκόνια των ψαράδων
να βλέπεις του φεγγαριού
το μονοπάτι της αγάπης από σμάλτο
στην ακούσια θάλασσα νυχτερινή.
Αλλά πρέπει να μείνεις εδώ κάτω ξένος
μακρινός
ξένος και λέω να δυναμώσεις το ραδιόφωνο που κρατάς
κι αν όχι
να φύγουμε
πάλι στην εμπορική φωταψία των δρόμων.
Υπάρχει κι άλλο φεγγάρι
μπηγμένο σε μια στέγη και τη λιώνει.
Μείνε ξένος —
αν πιέσω το κουμπί της μνήμης μου
ο τρόμος θα με ανατινάξει.
Εδώ είναι η αποθήκη του ξένου στόλου
οι ενετοί μας κοιτάζουν απ’ τον αναπλιώτικο ουρανό
με θυμούνται φυλακισμένο στην αποθήκη
σήμερα μουσείο
τα χρόνια για την ελευθερία πρόχειρη φυλακή
με θυμούνται.
Άνθος του κινδύνου αριστερά στο στήθος
κι ο θάνατος
μοίρα των παλικαριών φίλων μου που χάθηκαν.
Γιάννη Άγγελε Μιχάλη ψηλά πολύ ψηλά…
«Ακούσατε αγαπημένα σας
τραγούδια» λέει το ραδιόφωνο στο χέρι του ξένου
και σεις
Γιάννη Άγγελε Μιχάλη τόσο ψηλά πολύ ψηλά. 

Νίκος Καρούζος (Θανάσιμο Ανάπλι)



Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

Στ'Ανάπλι Χαίρομαι



Μια φορά μεγάλωσα μια και η πατρίδα
με περιπάτους ορθρινούς
χειμώνες καλοκαίρια ο δομέστικος του ονείρου
σ’ ένα μεγάλο στεναγμό του Ιησού πριν απ’ το Πάσχα
στα σύνθετα μάτια της μύγας βλέποντας
όλη τη μακρινή ουσία
μέσ’ στους ωραίους αετούς της άμωμης ηλικίας
ευλογημένος με καθαρά ποδήματα
στη μυθική χαρά της μητρικής θρησκείας
και πάντα η μικρή ζωή της μύγας ανοιγότανε
στον αέρα της ψυχής μου.

Λατίνι στο πλατύ λουλάκι σ’ έχω θύμηση
χρωματισμένο με φλούδες από πεύκα
ψηλά που ονειρεύτηκα χιλιάδες άνθη
πλάι στο εικονοστάσι μ’ ένα δρομικό καντήλι
να καίει παραμύθια σε φλόγα μικρή κι αθώα
το πήλινο θυμίαμα
κι όρθιο το σκονισμένο μπουκάλι για το λάδι.
Ώρες από μέθη στην αιθρία πρωινή
Κ’ ύστερα νύχτα, νύχτα
η θάλασσα σπιθίζει έξω απ’ τα’ ανθρώπινα
μέσ’ στην πανσέληνη ευτυχία οι βράχοι
κ’ ένα πουλί μοναχικό με λούζει.
Λειμώνες ονείρων η ωραιότητα θάλλει
ο λυχνοστάτης ήλιος κ’ οι μελισσοκόμοι τ’ ουρανού
δουλεύουν τη λάμψη χρόνια και χρόνια.
Η φαντασία πλαταίνει στα πολύφυλλα νερά
και τραγουδώ τη θάλασσα που φεύγει απ’ το στήθος.
Ένας αέρας αγκαλιάζει τα δέντρα υγιής
με πρόσχαρους κυματισμούς κ’ ένας αέρας
δέρνει την ψυχή μου
σαν το μεγάλο θάνατο της φλόγας.

Ολημερίς χαρίζω δηλητήρια στο σώμα
κι ο ύπνος έγινε
για μένα η πρώτη ευτυχία.

                                 Νίκος Καρούζος (Στ'Ανάπλι Χαίρομαι)




Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Ρόδου Μοσκοβόλημα

Ἐφέτος ἄγρια μ᾿ ἔδειρεν ἡ βαρυχειμωνιὰ

ποὺ μ᾿ ἔπιασε χωρὶς φωτιὰ καὶ μ᾿ ηὗρε χωρὶς νιάτα,

κι ὥρα τὴν ὥρα πρόσμενα νὰ σωριαστῶ βαριὰ

στὴ χιονισμένη στράτα.

Μὰ χτὲς καθὼς μὲ θάρρεψε τὸ γέλιο τοῦ Μαρτιοῦ

καὶ τράβηξα νὰ ξαναβρῶ τ᾿ ἀρχαῖα τὰ μονοπάτια,

στὸ πρῶτο μοσκοβόλλημα ἑνὸς ρόδου μακρινοῦ

μοῦ δάκρυσαν τὰ μάτια

Κωστής Παλαμάς (Ρόδου Μοσκοβόλημα)

Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Στον Ακροκόρινθο


Στον Ακροκόρινθο έπεφτεν η δύση
πυρώνοντας το βράχο. Κ’ευωδάτη
φυκιού πνοή, απ’το πέλαο, είχε αρχίσει
να μεθά το λιγνό βαρβάτο μου άτι...

Αφροί στο χαλινάρι΄ κι απ’το μάτι
τ’ασπράδι φαινόταν΄ και να λύσει
τη φούχτα μου, απ’τα γκέμια του γεμάτη,
πάλευε προς τα πλάτη να χιμήσει...

Ήτανε η ώρα; Ήτανε τα πλήθια μύρα;
Ήταν βαθιά του πέλαγου η αρμύρα;
Η αναπνοή η απόμακρη του δάσους;

Α! Λιγο ακόμα να κράταε το μελτέμι,
ήξερα εγώ πως σφίγγεται το γκέμι
Και τα πλευρά του μυθικού Πηγάσου!
Άγγελος Σικελιανός (Στον Ακροκόρινθο)



Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Που φτάνουν πάντα απο μακριά


Είμαστ' εκείνοι οι άνθρωποι που αργοπορούνε πάντα,
είμαστ' εκείνοι οι άνθρωποι που φτάνουν πάντα από μακριά.
Βαριά, κατάκοπα τα βήματα μας, λυπημένα,
είμαστ' εκείνοι οι άνθρωποι που αργοπορούνε πάντα.

Καν δεν γνωρίζουμε πώς να πεθάνουμε εν ειρήνη. 
Κι όταν το πρόσωπο τ' απόμακρου θανάτου πλησιάζει,
πύρινο πανδαιμόνιο ανατινάζεται η ψυχή μας.
Καν δεν γνωρίζουμε πώς να πεθάνουμε εν ειρήνη.

Είμαστ' εκείνοι οι άνθρωποι που αργοπορούνε πάντα.
Δεν φτάνουμε στην ώρα μας ποτέ με επιτυχία,
στο παράδεισο, στην αγκαλιά, στα όνειρα μας
Είμαστ' εκείνοι οι άνθρωποι που αργοπορούνε πάντα.
Ady Endre (Που φτάνουν πάντα απο μακριά)



Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Μέρες του 1909,'10,και '11

Ενός τυραννισμένου, πτωχοτάτου ναυτικού
(από νησί του Aιγαίου Πελάγους) ήταν υιός.
Εργάζονταν σε σιδερά. Παληόρουχα φορούσε.
Σχισμένα τα ποδήματά του της δουλειάς κ’ ελεεινά.
Τα χέρια του ήσαν λερωμένα από σκουριές και λάδια.

Το βραδυνό, σαν έκλειε το μαγαζί,
αν ήταν τίποτε να επιθυμεί πολύ,
καμιά κραβάτα κάπως ακριβή,
καμιά κραβάτα για την Κυριακή,
ή σε βιτρίνα αν είχε δει και λαχταρούσε
κανένα ωραίο πουκάμισο μαβί,
το σώμα του για ένα τάλληρο ή δυο πουλούσε.

Διερωτώμαι αν στους αρχαίους καιρούς
είχεν η ένδοξη Aλεξάνδρεια νέον πιο περικαλλή,
πιο τέλειο αγόρι από αυτόν — που πήε χαμένος:
δεν έγινε, εννοείται, άγαλμά του ή ζωγραφιά·
στο παληομάγαζο ενός σιδερά ριχμένος,
γρήγορ’ απ’ την επίπονη δουλειά,
κι από λαϊκή κραιπάλη, ταλαιπωρημένη, είχε φθαρεί.

Κ.Π. Καβάφης (Μέρες του 1909,'10,και '11)