Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

El Escorial


Όχι μόνο το μυρωδάτο σήμερα αγαπώ των ματιών σου

αλλά και το μυστικό κορίτσι που εκεί μέσα
κοιτάει την απλωσιά του κόσμου με αμηχανία στρογγυλή,
κι αγαπώ το παράξενο γκρίζο που μου θυμίζει
σε μια γωνιά του χρόνου πως ο χειμώνας υποθάλπει..

Το πλήθος από σένα, τη φούγκα των ωρών σου,
αγαπώ τις χίλιες σου εικόνες σε πτήση
σαν μιαν αναγγελία από άγρια πουλιά.
Όχι μόνο την Κυριακή σου τη σύντομη από χάρες
αλλά επίσης και μια τραγική Παρασκευή, ποιος ξέρει,
κι ένα Σάββατο από θρίαμβο και δόξα
που δεν θα δω ποτέ, αλλά επαινώ.

Κορίτσι κοριτσάκι και νεαρά ήδη γυναίκα, εσύ όλες,
γεμίζουν την καρδιά μου, και ήσυχος σας αγαπώ.
Eliseo Diego (Τραγούδι για όσες είσαι)

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Salzburg II

Ω, ο μαύρος άγγελος που φάνηκε σιγά μέσα απ’ το δέ-
ντρο,
πράοι όταν μαζί, το βράδυ, παίζαμε
στο χείλος του γαλάζιου πηγαδιού.
Ήσυχο ήταν το βήμα μας και τα στρογγυλά μάτια μες
στη σκούρα παγωνιά του φθινοπώρου,
κι αχ η πορφυρή γλυκύτητα των άστρων.

Αυτός όμως κατέβηκε τα πέτρινα σκαλιά του Μένχ-
σμπεργκ:
γαλάζιο χαμόγελο στην όψη, παράξενα κουκουλωμέ-
νος
στα πιο ήσυχα παιδικά του χρόνια’ και πέθανε
κι απέμεινε η ασημένια όψη του φίλου στον κήπο
να κρυφακούει στη φυλλωσιά ή στο παλιό πέτρωμα.

Η ψυχή τραγούδησε το θάνατο, την πράσινη σήψη της
σάρκας,
κι ήταν το θρόισμα του δάσους,
κι ο φλογερός ο θρήνος του αγριμιού.
Διαρκώς ηχούσαν από μισοσκότεινους πύργους οι γα-
λάζιες καμπάνες του βραδινού.

Κι ήρθε η ώρα, όταν εκείνος είδε τους ίσκιους στον
πορφυρό ήλιο,
τους ίσκιους της σαπίλας στο γυμνό κλαδί’
βράδυ, όταν σε μισοσκότεινα τείχη τραγούδησε ο κό-
τσυφας,
γαλήνια στο δωμάτιο φάνηκε το πνεύμα του πρώιμα
νεκρού.

Ω το αίμα, που τρέχει απ’ το λαρύγγι εκείνου που α-
κούστηκε,
γαλάζιο λουλούδι’ ω το πύρινο
δάκρυ μες στη νύχτα.

Σύννεφο χρυσό και χρόνος. Συχνά στο έρημο δωμάτιο
προσκαλείς τον νεκρό,
βαδίζεις κάτω από φτελιές κι εμπιστευτικά συνο-
μιλείς κατεβαίνοντας τον πράσινο ποταμό.
Georg Trakl (Σ'εναν πρώιμα νεκρό)

Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

Ποδηλάτης

Ερχόταν από μακριά πολύ μακριά
σαν υπνοβάτης σαν αερικό
στη σέλλα ενός φανταστικού ποδήλατου

δίχως φτερά
ποδηλατάρης-ποιητάρης
ώσπου με μια ορθοπεταλιά μπήκε
και χάθηκε πίσω
απ’ τα σύδεντρα ενός σύννεφου
Γιάννης Δάλλας (Ποδηλάτης)