Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Καλοκαιρινές Άλπεις










Ωραιότερος και από την αξιοπρόσεκτη σελήνη και
Ωραιότερος από τα διάσημα παράσημα, τα’ αστέρια

Ωραιότερος από το φλογερό θέαμα ενός κομήτη
Ταγμένος όσο κανένας άλλος αστερισμός για τα Ωραία
Είναι ο Ήλιος.


Ωραίος ήλιος, ήλιος που ανατέλλει και το έργο του ποτέ

Δεν το’ χει λησμονήσει

Και το ολοκληρώνει ομορφότερα το καλοκαίρι, όταν η μέρα
Στ’ ακρογιάλια αργοσβήνει κι αδύναμη τα ιστία αντανακλά
Αυτά που μπρος στα μάτια σου αρμενίζουν, μέχρι να κουραστείς
Και γίνει ελάχιστο το τελευταίο.


Χωρίς τον ήλιο η Τέχνη τα πέπλα της ξαναφορά
Πια δεν μου φανερώνεσαι, κι η θάλασσα κι η άμμος

Από σκιές μαστιγωμένες φεύγουν και χάνονται
Κάτω από το βλέφαρό μου μακριά


Ωραίο φως που μας ζεσταίνει, μας προφυλάσσει και μεριμνά
Θαυμάσια για μας

Να έβλεπα ξανά, να σ’ έβλεπα ξανά!

Τίποτε ωραιότερο κάτω απ’ τον ήλιο από το να είσαι κάτω απ’ τον ήλιο…
Τίποτε ωραιότερο απ’ το ραβδί μες στο νερό και το πουλί ψηλά

Που συλλογίζεται το πέταγμά του, και κάτω το σμάρι των ψαριών
Πολύχρωμο, σχηματισμένο, γεννιέται από μια εκπομπή φωτός.


Και να θωρείς το κυκλικό, το τετραμερές σχήμα των αγρών
Το χιλιόγωνο της χώρας μου.

Και το φόρεμα που φόρεσες. Το φόρεμά σου γαλάζιο στο σχήμα της καμπάνας.

Ωραίο γαλάζιο, μέσα του παγώνια περπατούν και υποκλίνονται
Γαλάζιο των αποστάσεων, των πεδίων ευτυχίας με θύελλες

Για το αίσθημά μου.
Γαλάζια σύμπτωση του ορίζοντα! Και τα έκθαμβά μου μάτια
Ανοίγουν διάπλατα και βλεφαρίζουν, φλέγονται και γίνονται πληγές


Ωραίος ήλιος, ακόμα και η σκόνη τού οφείλει θαυμασμό.
Γι’ αυτό δεν θα παραπονεθώ

Για τη σελήνη και τ’ αστέρια και για τη νύχτα που για τ’ άστρα της καυχιέται
Και σε μένα ψάχνει τον τρελό.
Αλλά για σένα και σύντομα πολύ
Και όσο για τίποτε άλλο,
Για την αναπόφευκτη απώλεια των ματιών μου 

Ingeborg Bachmann (Προς τον Ήλιο)

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Εγκατάλειψη II








1
Τίποτα πια δεν ταράζει τη σιωπή της εγκατάλειψης. Τα σύννεφα ταξιδεύουν πάνω από τις σκούρες πανάρχαιες κορφές των δέντρων και καθρεφτίζονται στα γαλαζοπράσινα νερά της λίμνης που μοιάζει με άβυσσο. Βυθισμένη σε πένθιμη αφοσίωση, η ακίνητη επιφάνειά της ηρεμεί - μέρα νύχτα.
Στο κέντρο της σιωπηλής λίμνης υψώνεται ένα κάστρο ως τα σύννεφα, με τους αιχμηρούς, φθαρμένους πύργους και τις σκεπές του. Οι μαύρες ρωγμές του περιβόλου του είναι γεμάτες αγριόχορτα, και στα στρογγυλά παράθυρα πάλλεται το φως του ήλιου. Περιστέρια πετούν κάτω στις σκοτεινές αυλές, ψάχνοντας για κρυψώνες στους ερειπωμένους τοίχους.
Μοιάζουν κάτι πάντα να φοβούνται, γιατί πετάνε δειλά και βιαστικά ως τα παράθυρα. Κάτω στην αυλή στάζει η κρήνη ήρεμα και όμορφα. Τα διψασμένα περιστέρια πίνουν ξανά και ξανά από τη μπρούντζινη λεκάνη της.
Μες στους στενούς, σκονισμένους διαδρόμους του κάστρου, κάποιες στιγμές πλανιέται μια ζεστή ανάσα που κάνει τις νυχτερίδες να φτερουγίζουν τρομαγμένες.
Όμως τίποτα άλλο δεν ταράζει τη βαθιά σιωπή.
Τα δωμάτια είναι όλα μαύρα απ’ τη σκόνη. Ψηλοτάβανα και γυμνά και κρύα και γεμάτα με νεκρά αντικείμενα.
Μέσα από τα τυφλά παράθυρα φτάνει που και που μια απειροελάχιστη φωτεινή αχτίδα που την καταπίνει το σκοτάδι. Εδώ βρίσκεται το νεκρό παρελθόν.
Το παρελθόν που έγινε το απολίθωμα ενός μαδημένου τριαντάφυλλου. Ο χρόνος δεν λογαριάζει την απουσία του.
Και όλα τα διαπερνά η σιωπή της εγκατάλειψης.


2
Κανείς πια δεν τριγυρνά στον κήπο. Τα κλαδιά των δέντρων κρατιούνται αγκαλιασμένα, και ολόκληρος έχει γίνει μια γιγάντια ζωντανή παρουσία.
Αιώνια νύχτα διαρκεί κάτω από την πελώρια φυλλοσκεπή. Και βαθιά σιγή! Και ο αέρας είναι ποτισμένος με ατμούς σήψης!
Υπάρχουν όμως φορές που ο κήπος ξυπνά από πικρά όνειρα. Τότε μια ανάμνηση γλιστρά τις ψυχρές ξάστερες νύχτες, μέσα σε βαθείς κρυψώνες, γιατί ο κήπος ήταν κάποτε μάρτυρας σε πυρετώδη φιλιά και αγκαλιές, τις καλοκαιρινές βραδιές που έσφυζαν από λαμπρό μεγαλείο, όταν το φεγγάρι μάγευε με ανάμικτες εικόνες στο σκοτάδι τους ανθρώπους που τριγυρνούσαν ερωτικά, ναζιάρικα, με ρυθμικές κινήσεις, κάτω από τη φυλλοσκεπή, και σιγοκουβέντιαζαν λόγια γλυκά, εξαίρετα, και αντάλλαζαν όμορφα ζεστά χαμόγελα.
Και ο κήπος βυθίζεται πάλι στον ύπνο του θανάτου.
Πάνω στα νερά της λίμνης αιωρούνται σκιές από έλατα και οξιές, ενώ ένα υπόκωφο θλιμμένο μουρμουρητό ακούγεται από τον βυθό.
Κύκνοι ταξιδεύουν ανάμεσα σε λάμψεις κυμάτων, αργά, δίχως κινήσεις, ορθώνοντας τους λεπτούς λαιμούς τους. Και ταξιδεύουν! Γύρω από το νεκρό κάστρο! Μέρα νύχτα!
Στην όχθη της λίμνης, μέσα από το ζωηρόχρωμο χορτάρι ξεπετιούνται χλωμά κρίνα. Οι σκιές τους στο νερό είναι ακόμη πιο χλωμές.
Και όταν πεθαίνουν, γεννιούνται και άλλα κρίνα που μοιάζουν με νεκρά γυναικεία χεράκια.
Γύρω από τα χλωμά λουλούδια κολυμπούν, όλο περιέργεια, μεγάλα ψάρια, με στιλπνά ορθάνοικτα μάτια, και μετά εξαφανίζονται - δίχως τον παραμικρό ήχο!
Και όλα τα διαπερνά η σιωπή της εγκατάλειψης.

3
Σε ένα πελώριο πύργο απάνω στέκεται ο κόμης. Μέρα νύχτα.
Κοιτά τα σύννεφα που ταξιδεύουν πέρα από τις κορφές των δέντρων, και είναι φωτεινά και καθάρια. Του αρέσει να τα κοιτά, όταν ο ήλιος λάμπει ανάμεσά τους, απογεύματα, με το ηλιοβασίλεμα. Ακούει τους ήχους από τα ύψη: την κραυγή ενός πτηνού, καθώς πετά πάνω από τον πύργο, ακούει τα βουητά του ανέμου, που τον περιζώνουν.
Κοιτά τον κήπο που κοιμάται βαριά, και τους κύκνους που κολυμπούν τριγύρω, ανάμεσα σε λάμψεις κυμάτων. Μέρα! Νύχτα!
Και τα γαλαζοπράσινα νερά της λίμνης αχνολάμπουν. Πάνω τους καθρεφτίζονται τα σύννεφα που τραβούν προς το κάστρο. Και οι διαυγείς σκιές τους στην επιφάνεια της λίμνης φεγγοβολούν, όπως και τα ίδια. Τα νερόκρινα γνέφουν στον κόμη, λες και είναι νεκρά γυναικεία χεράκια, και λικνίζονται στο ψιθύρισμα του ανέμου, ονειρικά και θλιμμένα.
Ο φτωχός κόμης κοιτά τον θάνατο γύρω του, κοιτά σαν χαμένο μικρό παιδί που απειλείται από τη μοίρα, που δεν έχει πια τη δύναμη να ζήσει, και έτσι αποχωρεί σα σκιά του μεσημεριού.
Ακούει μονάχα τη μικρή θλιβερή μελωδία της ψυχής του: το παρελθόν!
Όταν βραδιάζει, ανάβει μια παλιά σκουριασμένη λάμπα και διαβάζει από χοντρά κιτρινισμένα βιβλία για το ένδοξο μεγαλείο περασμένων εποχών.
Διαβάζει με πυρετώδεις χτύπους στην καρδιά, ώσπου να αφανιστεί το παρόν, στο οποίο δεν ανήκει πια. Τότε υψώνονται οι πελώριες σκιές του παρελθόντος. Και ζει την υπέροχη ζωή των προγόνων του.
Τις νύχτες που ο άνεμος σημαδεύει τον πύργο, και οι τοίχοι βροντούν συθέμελα, και τα πουλιά στριγγλίζουν τρομαγμένα στο παράθυρό του, ο κόμης παραδίδεται σε μια άφατη μελαγχολία.
Την πανάρχαια εξαντλημένη ψυχή του τη βαραίνει μια μοιραία απειλή. Και με το πρόσωπο να ακουμπά στο παράθυρο, κοιτά έξω τη νύχτα. Και του φαίνονται όλα τεράστια, ονειρικά, στοιχειωμένα! Και τρομαχτικά. Ακούει τη θύελλα να λυσσομανάει, σαν να προσπαθεί να απομακρύνει καθετί νεκρό και να το σκορπίσει στην ατμόσφαιρα.
Όταν όμως το πλανεμένο φάντασμα της νύχτας φύγει σαν ξορκισμένη σκιά, τότε πάλι τα διαπερνά όλα η σιωπή της εγκατάλειψης.

Georg Trakl (Εγκατάλειψη)

Σάββατο, 10 Αυγούστου 2013

Το σκυλί

Εκείνο τον καιρό ήμουνα 20 χρονών
κι ήμουνα τρελός.
Είχα χάσει μια χώρα
μα είχα κερδίσει ένα όνειρο.
Κι αν είχα αυτό το όνειρο
τα υπόλοιπα δεν με ένοιαζαν.
Ούτε να δουλέψω, ούτε να προσευχηθώ,
ούτε να μελετάω το ξημέρωμα
μαζί με τα ρομαντικά σκυλιά.
Και το όνειρο ζούσε στο κενό του πνεύματός μου.
Ένα δωμάτιο από ξύλο,
στο ημίφως,
σ’ έναν από τους πνεύμονες των τροπικών.
Και φορές γύριζα μέσα μου
κι επισκεπτόμουν το όνειρο: άγαλμα αιώνιο
σε σκέψεις ρευστές,
ένα λευκό σκουλήκι συστρεφόμενο
στον έρωτα.
Ένας έρωτας αφηνιασμένος.
Ένα όνειρο μέσα σε άλλο όνειρο.
Και ο εφιάλτης μου έλεγε: θα μεγαλώσεις.
Θα αφήσεις πίσω τις εκόνες του πόνου και του
λαβυρίνθου και θα ξεχάσεις.
Μα εκείνη την εποχή το να μεγαλώνεις είχε γίνει έγκλημα.
Βρίσκομαι εδώ, είπα, με τα ρομαντικά σκυλιά
κι εδώ θα μείνω.
Roberto Bolaño (Τα ρομαντικά σκυλιά)

Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

Γοργωπίς


Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
μέσα από τα δάχτυλά μου
χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
Ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,
δεν έχω άλλη συντροφιά.
Ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια
που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι
και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου.
Γιώργος Σεφέρης (Μυθιστόρημα ΙΗ')