Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Πάσχα

Λοξά, επιμήκη μάτια, χείλη, 
αρώματα σαν από πρώιμο ουρανό 
μεγάλης θηλυκής γλυκύτητας και θανάσιμου πότου.

Έγειρα με το πλάι -σχεδόν μπατάρισα- 
μες στους ψαλμούς των Χαιρετισμών 
και την ψύχρα των ανοιχτών κήπων.

Έτοιμος για τα χείριστα.

Οδυσσέας Ελύτης (Παρασκευή)

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Απομόνωση








Βάλε το ξυπνητήρι γυναίκα
για να ξυπνήσουμε αύριο ακριβώς
την ώρα που πρέπει
για τον καθημερινό μας μινιφόνο
της ψυχής.
Και το βράδυ
Όταν πλατιάζει το μαβί φως γυναίκα
ας ευτηχήσουμε
σκεπτόμενοι τι θα αγοράσουμε
με το αντίτιμο
της καθημερινής δολοφονίας της ψυχής.
Βάλε το ξυπνητήρι γυναίκα
για να ξυπνήσουμε αύριο ακριβώς
την ώρα που πρέπει
για την καθημερινή μινικηδεία
της ανθρώπινης αξιοπρέπειας
Και το μεσημέρι
σαν σηκώνεται ομίχλη από πάνω
στο κοινωνικό παχνί του εργάτη
έλα να χαρούμε για το παιδί με δόσεις
που μας ‘δώσαν από το παιδοφορβείο
Βάλε το ξυπνητήρι γυναίκα
για να ξυπνήσουμε αύριο ακριβώς
στην πρεπούμενη ώρα
για το εθνικό βουτηροεισόδημα
για τη διατήρηση της ελευθερίας
του ιδρώτα μας
και βαλε το ξυπνητηρι δυνατα ·
Πολυ δυνατά.
Peter-Paul Zahl (Βάλε το ξυπνητήρι γυναίκα... ποίημα απο την απομόνωση)

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Tevere

Το λεύκωμα με τις φωτογραφίες
Που δεν τραβήχτηκαν ποτέ, ξεφύλλιζα
Και πάλι απόψε. Κομμάτια κινήσεων
Που δεν ολοκληρώθηκαν, μισόλογα
Κι υπονοούμενα και χειρονομίες ακέραιες,
Κι η μικρή αμαρτία να λάμπει αμιγής
Σε πείσμα κάθε πιθανής μετανοίας,
Και πρόσωπα να φλέγονται ακόμη περισσότερο
Όσο περνούν τα χρόνια, ακόμη πιο οικεία
Και προσιτά και αναστάσιμα,
Και οι πόλεις να ονειρεύονται τρυφερά
Η μια την άλλη, να λέγεται Τίβερης
Το μεγάλο ποτάμι που φαίνεται ψηλά,

Απ’ το Λυκαβηττό.
Σωτήρης Παστάκας (Επέτειος)

Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Portschach στην WortherSee

Καρπούς γεμάτη είναι η κουφοξυλιά· ήσυχα κατοικούσαν τα
Παιδικά χρόνια σε γαλάζια σπηλιά. Το σιωπηλό κλαρί
Συλλογιέται ένα παλιό μονοπάτι όπου τώρα μουρμουρίζουν
Καστανόχρωμα τα αγριόχορτα. Το θρόισμα των φυλλωμάτων.

Και όταν το γαλανό νερό κελαρύζει στους βράχους, γλυκός
Είναι του κότσυφα ο θρήνος. Ένας βοσκός αμίλητος ακολουθεί τον ήλιο,
Που κυλά πίσω από τον φθινοπωρινό λόφο.

Μια γαλάζια στιγμή, σημαίνει μόνο περισσότερη ψυχή. Στην εσχατιά
Του δάσους προβάλλει δειλά ένα αγρίμι και στο βάθος αναπαύονται ειρηνικά
Τα παλαιά σήμαντρα και τα σκοτεινά υποστατικά.

Ευλαβικότερος τώρα, γνωρίζεις το νόημα των σκοτεινών χρόνων,
Ψύχος και φθινόπωρο σε μοναχικές κάμαρες·
Και μέσα σε ιερή γαλαζοσύνη
Ηχούν και απομακρύνονται βήματα φωτεινά.

Σιγοτρίζει ένα ανοιχτό παράθυρο·
Στη θέα του ερειπωμένου νεκροταφείου στο λόφο
Δάκρυα τρέχουν απ’ τα μάτια.

Ανάμνηση ιστορημένων θρύλων. Όμως κάποτε φωτίζεται η ψυχή
Όταν αναπολεί ανθρώπους χαρωπούς, σκουρόχρυσες εαρινές ημέρες.
Georg Trakl (Παιδικά Χρόνια)

Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Ρωμαϊκές νύχτες


Για που το έβαλες νυχτιάτικα στη Ρώμη,
Σε δρόμους, όπου με τρόλεϊ και τραμ ο κόσμος
Επιστρέφει; Βιαστικός, ανυπόμονος
Λες και σε περιμένει εξοντωτική εργασία,
Απ’ την οποία οι άλλοι τυχαίνει και γυρίζουν;
Είναι ακριβώς το απόδειπνο, όταν ο αέρας
Μυρίζει ζεστή οικογενειακή απελπισία,
Που ξεχειλίζει σε χίλιες κατσαρόλες, σε μεγάλους
Ηλεκτροδοτημένους δρόμους, και σε άλλους
Όπου πιο ευδιάκριτα λάμπουν τα αστέρια.
Στο μικροαστικό προάστιο, βασιλεύει η γαλήνη
Που ικανοποιεί ενδόμυχα τον καθένα,
Και τον παραδίδει στην ελεεινή ευτυχία
Που εύχεται να τον καλύπτει όλες τις νύχτες
Της ύπαρξής του. Αχ! αν είσαι διαφορετικός
-μέσα σε έναν επίσης ένοχο κόσμο-σημαίνει
Πως δεν είσαι αθώος…Τράβα, κατέβα, γλίστρησε
Στο σκοτεινό στρόβιλο που βγάζει Τραστέβερε:
Ιδού, ακίνητη και αναστατωμένη, λες και βγήκε
Από τη λάσπη άλλων αιώνων-έτοιμη να παραδοθεί
Σε όποιον μπορεί να απολαύσει άλλη μια μέρα,
Που την ξέκλεψε από τον θάνατο και την οδύνη-
Έχεις στα πόδια σου μπροστά όλη τη Ρώμη…

Κατεβαίνω από το Πόντε Γκαριμπάλντι,
Χαϊδεύοντας με τα ακροδάχτυλα την κουπαστή
Τη φθαρμένη επιφάνεια της πέτρας, σκληρή
Μες τη ζεστή αποφορά που τρυφερά η νύχτα
Αντανακλάει προς τα ψηλά πλατάνια. Διαφάνειες
Μιας μισοσβησμένης σεκάνς, στην απέναντι όχθη,
Γεμίζουν τον ξασπρουλιάρη ουρανό, μελανά
Και τετράγωνα τα ρετιρέ των πολυκατοικιών.
Κοιτάζω, βαδίζοντας πάνω στο γυαλιστερό
Σαν κόκαλο πλακόστρωτο, θα έλεγα οσφραίνομαι
Πεζός και μεθυσμένος-διάτρητος από γερασμένα
Αστέρια και μουσικά παράθυρα-
Τη μεγάλη, οικεία συνοικία:
Το μαύρο, υγρό Καλοκαίρι την επιχρυσώνει,
Με τις αναθυμιάσεις που φέρνει ο αέρας
Από τους λόφους του Λάτσιο, καλύπτοντας
Με χρυσόσκονη σιδηροτροχιές και προσόψεις.

Και πως ευωδιάζει, μέσα στην αποπνικτική
Ζέστη που γίνεται χώρος κι αυτή, διάστημα,
Αυτό το διάζωμα: από το Πόντε Σουμπλίσιο
Ως το Τζανίκολο, η βρώμα ανακατεύεται με την έκσταση
Της ζωής που δεν είναι ζωή. Μιαρά σημάδια
Που άφησαν μεθύστακες των γεφυριών,
Αρχαίες πουτάνες, ορδές ανυπότακτων νεολαίων:
Μιάσματα ανθρωπιάς, ανθρωπινώς μεταδιδόμενα,
Παραμένουν εκεί να μαρτυρούν, βιαίως και σιωπηλώς,
Αυτούς τους ανθρώπους τα χαμηλά τους κι αθώα
Ένστικτα, τους μίζερους απώτερους σκοπούς τους.

Pier Paolo Pasolini (Ρωμαϊκή Νύχτα)


Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Amsterdam III

Καθιστός στο παλιό ντιβάνι
γράφεις αράδες

και σιωπηλά αμφιβάλλεις.


Μια μυστική πυξίδα δείχνει

το νότο καθώς

οι πλανήτες βγήκαν απ’ την τροχιά τους
κρυφά και
το ω-Μέγα του έρωτα
έγινε ο-Μικρόν
μικρότατον.

Θλιβερός ρομαντισμός
γοητευτικός σαν τη μοναξιά
να τον αποφεύγεις, λένε.
Το ραδιόφωνο σου μεταδίδει ειδήσεις
εκρήξεις.

Παίρνεις κλήση για καθυστερημένες
οφειλές.
Από το βάθος της κάμαρας ακούς
τη διαδήλωση που περνάει.


Πίσω στην αράδα -τόπος μαγείας-
καθώς οι ώρες προχωρούν

φτιαγμένες μόνο από λυκόφως

επιτέλους αναθαρρείς.



Αιμίλιος Χαρμπής (Απόψε δε νυχτώνει στο Άμστερνταμ)

Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

Alexanderplatz II

Σύντροφε, κοιμάσαι;
Ήθελα να μου πεις, ξέρεις καμιά σελίδα μαρξισμού
που να βουλιάζουν οι λέξεις στο χαρτί
σαν τη σιωπή μου
στις κόρες των ματιών της;
Άρης Αλεξάνδρου (13)

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Χρόνος



Ο χρόνος
τούτο τ' ανεπαίσθητο κύλισμα τ' ανελέητο
όλα τα συνθλίβει και τ' αφανίζει
στον αλόγιστο δρόμο του
με τις ανάριθμες πέτρες, χωρίς τέρμα.

Οι μνήμες...
σ' αυτές τις καμένες βραγιές φυτρώνει μόνο
ο σπόρος της λήθης.

Μακάριοι όσοι αφήνουν πίσω
τα σημάδια ενός βίου που δαπανήθηκε μ' ευπρέπεια.
Ο χρόνος και η μνήμη πάνω από την ύπαρξη
οροθετούν μια σύμβαση αιώνιας ταυτότητας.
Sabino d'Acunto (Ο Χρόνος και η Μνήμη)

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

H υπηρεσία της ηδονής


Mη ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης.
 Όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας·
 όταν ριγούν και τρέμουν αι αισθήσεις, 
άφρων και ασεβής είναι όστις μένει μακράν,
 όστις δεν ορμά εις την καλήν εκστρατείαν, 
την βαίνουσαν επί την κατάκτησιν των απολαύσεων και των παθών.


Όλοι οι νόμοι της ηθικής –κακώς νοημένοι, 
κακώς εφαρμοζόμενοι– είναι μηδέν 
και δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν, 
όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.


Mη αφήσης καμίαν σκιεράν αρετήν να σε βαστάξη. 
Mη πιστεύης ότι καμία υποχρέωσις σε δένει. 
Tο χρέος σου είναι να ενδίδης, 
να ενδίδης πάντοτε εις τας Eπιθυμίας, 
που είναι τα τελειότατα πλάσματα των τελείων θεών. 
Tο χρέος σου είναι να καταταχθής πιστός στρατιώτης,
 με απλότητα καρδίας, 
όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.

Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου 
και πλανάσαι με θεωρίας δικαιοσύνης, 
με τας περί αμοιβής προλήψεις της κακώς καμωμένης κοινωνίας. 
Mη λέγης, Tόσον αξίζει ο κόπος μου 
και τόσον οφείλω να απολαύσω. 
Όπως η ζωή είναι κληρονομία και δεν έκαμες τίποτε δια να την κερδίσης ως αμοιβήν, 
ούτω κληρονομία πρέπει να είναι και η Hδονή.
 Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου· 
αλλά κράτει τα παράθυρα ανοικτά, ολοάνοικτα, 
δια να ακούσης τους πρώτους ήχους της διαβάσεως των στρατιωτών,
 όταν φθάνη το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.

Mη απατηθής από τους βλασφήμους 
όσοι σε λέγουν ότι η υπηρεσία είναι επικίνδυνος και επίπονος. 
H υπηρεσία της ηδονής είναι χαρά διαρκής. 
Σε εξαντλεί, αλλά σε εξαντλεί με θεσπεσίας μέθας.
 Kαι επί τέλους όταν πέσης εις τον δρόμον, 
και τότε είναι η τύχη σου ζηλευτή. 
Όταν περάση η κηδεία σου, 
αι Mορφαί τας οποίας έπλασαν αι επιθυμίαι σου 
θα ρίψουν λείρια και ρόδα λευκά επί του φερέτρου σου, 
θα σε σηκώσουν εις τους ώμους των έφηβοι Θεοί του Oλύμπου, 
και θα σε θάψουν εις το Kοιμητήριον του Iδεώδους 
όπου ασπρίζουν τα μαυσωλεία της ποιήσεως.
Κ. Καβάφης (Το Σύνταγμα της Ηδονής)




Παράθυρα


Σ' αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, 
που περνώ μέρες βαρυές, 
επάνω κάτω τριγυρνώ για νάβρω τα παράθυρα.
 - Οταν ανοίξει ένα παράθυρο θάναι παρηγορία. -
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, 
ή δεν μπορώ να τάβρω. 
Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιός ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει.
Κ. Καβάφης (Τα παράθυρα)