Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

1960

Ο καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη μου επέστρεψε στον ήλιο.

Κείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη της πέτρας και του αιθέρος,

Λοιπόν, αυτός που γύρευα, είμαι.

Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,

Χειμώνα ελάχιστε,

Η ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς

Και στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ' ένα μικρό τριζόνι κατακυρώνει πάλι το νόμιμο του Ανέλπιστου.
Οδυσσέας Ελύτης (Λακωνικόν)

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Bratislava II

Το στόμα μου με το δικό σου, πλήρες.

Το χέρι μου με το δικό σου, πλήρες.

Με λυγμό η φωνή σου μουρμουρά στο κρανίο μου
όπως ο άνεμος στα χάσματα της γης.

Συγχώρησε, λοιπόν συγχώρα. Τελείωσε.

Η ντροπή κινεί τη κοφτερή λεπίδα της μέσα μου.

Σε μια στιγμή με τέτοιο προαίσθημα
θα ’πρεπε να ’βλεπες το σταυρό που κουβαλώ.

Μια δειλή ελπίδα, αν και με φευγαλέα ζέση,

μας ζεσταίνει μέσα στα όνειρά μας.

Όποιος σου πει να το ξεχάσεις
είναι πιο αληθινός απ’ την ελπίδα.

Η μέρα που σφυροκοπά μες στις αισθήσεις

θα ηρεμήσει την πάλη όπως την είχε ανάψει.

Απ’ τα χείλη ρέει ο αφρός των λέξεων των πικρών,
απ’ το πρόσωπο η φωτιά των δακρύων σου.
Milan Rúfus (Χωρισμός)

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Φτωχός Σουρεαλισμός











Τι με ωφελεί που μαστιγώνομαι με τη γραμμή
και πιστεύω πως με ακολουθεί τριποδιστά η τελεία ; 

Τι με ωφελεί που έβαλα 
στους ώμους ένα αβγό αντί για μανδύα ;

Τι με ωφελεί που ζω 
Τι με ωφελεί που πεθαίνω ;

Τι με ωφελεί που έχω μάτια ;
Τι με ωφελεί που έχω ψυχή ; 

Τι με ωφελεί που τελειώνει μέσα μου ο πλησίον μου
κι αρχίζει στο μάγουλο μου ο ρόλος του ανέμου  ;

Τι με ωφελεί που μετράω τα δυο μου δάκρυα ,
ολολύζω γη και κρεμάω τον ορίζοντα ; 

Tι με ωφελεί που κλαίω , που δεν μπορώ να κλάψω
και γελάω για το λόγο που έχω γελάσει ;

Τι με ωφελεί που ούτε ζω , ούτε πεθαίνω ; 

Cesar Vallejo (Τι με ωφελεί που μαστιγώνομαι με τη γραμμή...)

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Πάθος

Ἀκούω τὴ γλώσσα ποὺ λαλοῦν τὰ δυό σου χέρια-ὦ χέρια!

καθὼς σιγοσαλεύουνε λευκά,
στὸν Πύργο τῆς ἀπελπισιᾶς κρυμμένα περιστέρια
ἀπὸ μακριὰ τὰ ξαγναντῶ, σύμβολα εἰρηνικά.

Μιλοῦνε, δὲ μιλοῦν; Ἀχεῖ βαθιὰ μέσ᾿ στὴν καρδιά μου

χαιρέτισμα ἑνὸς ρόδου στοὺς γκρεμούς.
Λάμπουν, δὲ λάμπουνε; Τραβάει μαγνήτης τὴ ματιά μου,
ἀνατολὴ τοῦ αὐγερινοῦ στοὺς σκοτεινοὺς χαμούς.

Ξανοίγω τὴν ἀγνώριστην ἀγάπη μου κλεισμένη

στὸ κρίνο τῶν μπλεγμένων σου χεριῶν
καὶ πλέκω τὄνειρο γλυκό. Μὴ μὲ κοιτᾶς, πληθαίνει
στὴ σκοτεινιὰ τὸ χρυσὸ φῶς τῶν πλάνων ἀστεριῶν.

Μαρία Πολυδούρη (Τα χέρια σου)

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Μεγάλο Μετέορο

Εἰς ἕνα μνῆμ᾿ ἀγνώριστο μικροῦ κοιμητηρίου

δὲν θέλω νὰ τὸ βλέπωσιν ἀκτίνες τοῦ ἡλίου,

μηδὲ κυπάρισσος σκαιά, μηδ᾿ ἀπεχθὴς ἰτέα

νὰ τὸ σκιάζῃ. Καταιγὶς ἂς τὸ κτυπᾶ βιαία!
Καὶ δὲν ποθῶ θυμίαμα, δὲν θέλω ψαλμωδίαν,

νὰ ἔλθῃς μόνον σὲ ζητῶ, μίαν θαμβὴν πρωΐαν,

νὰ βρέξῃς μ᾿ ἕνα δάκρυ σου τὸ διψασμένον χῶμα,

κι ἂς σβύσῃ μὲ τὸ δάκρυ σου καὶ τ  ὄνομά μου ἀκόμα...

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Τα Ρόδινα Ακρογιάλια)

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

Catalunya

El padre fusilado.

O, como dice el juez, ejecutado.
La madre, ahora, la miseria, el hambre,
la instancia que le escribe alguien a máquina:
Saludo al Vencedor, Segundo Año Triunfal,
Solicito a Vuecencia poder dejar mis hijos
en esta Casa de Misericordia.

El frío del mañana está en la instancia.
Hospicios y orfanatos fueron duros,
pero más dura era la intemperie.
La verdadera caridad da miedo.
Igual que la poesía: un buen poema,
por más bello que sea, será cruel.
No hay nada más. La poesía es hoy
la última casa de misericordia.

...

Ο πατέρας τουφεκισμένος.
Ή, όπως είπε ο δικαστής, εκτελεσμένος.
Η μητέρα, τώρα η δυστυχία, η πείνα,
Η αίτηση που κάποιος της γράφει στη γραφομηχανή:
Χαιρετίζω τον Νικητή, του Δευτέρου Θριαμβικού Χρόνου,
Αιτούμαι στην Εξοχότητά σας να μπορέσω ν'αφήσω τους γιους μου
στον Οίκο της Ευσπλαχνίας.

Το κρύο του πρωινού βρίσκεται στην αίτηση.
Τα θεραπευτήρια και τα ορφανοτροφεία ήταν σκληρά,
αλλά πιο σκληρή ήταν η κακοκαιρία.
Η πραγματική ελεημοσύνη τρομάζει.
Όπως και η ποίηση: ένα καλό ποίημα,
για να είναι πιο όμορφο, θα είναι σκληρό.
Δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο. Η Ποίηση είναι σήμερα
ο τελευταίος οίκος της ευσπλαχνίας.
Joan Margarit (Οίκος της Ευσπλαχνίας)


Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Μιλοκοπή


Ακόμα χθες εκοίταξα τη θάλασσα να τρέχει
και τ’ ακρογιάλι το ξερό με κύματα να βρέχει.
Σήμερα όλα ήσυχα και τώρα τ’ ακρογιάλι
κατάξερο απλώνεται και διψασμένο πάλι.
Είναι η μοίρα του, ζωή μια μέρα να του δίνει
η θάλασσα και αύριο νεκρό να το αφήνει.
Γιατί δακρύζω; Αχ, γιατί σου μοιάζω ακρογιάλι:
τη μίαν μέρα μ’ αγαπούν και με ξεχνούν την άλλη.
 Νικόλαος Καμπάς (Τ'ακρογιάλι)

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Μονοπάτι

Ω πευκώνα μου, εσύ, απέραντε, φλοίσβε των παρόχθιων κυμάτων, 
σιγανό πηγαινέλα των φώτων, της εκκλησιάς καμπάνα κατάμονη, 
στάλα εσπερινή που ραντίζεις τα δικά σου τα μάτια, παναγιά μου, 
κουκλί μου πεντάμορφο, της στεριάς αχιβάδα, 
μέσα σου εσένα τραγουδάει το χώμα! 

Μέσα σου τραγουδάν τα ποτάμια, 
και η ψυχή μου πλέει μαζί τους και πάει όπου εσύ θέλεις και όπου εσύ αγαπάς. 
Χάραξε μου ένα δρόμο στο τόξο εδώ των προσδοκιών σου, 
κι εγώ, μέσα σε παραλήρημα, εξαπολύω των βελών μου τα σμήνη.

Κι εγώ βλέπω εδώ τώρα γύρω μου να με σφίγγει της ομίχλης σου η ζώνη 
και η σιωπή σου να πνίγει τις αλαφιασμένες μου ώρες, 
σε ξέρω, είσαι εσύ, με τα πέτρινα χέρια σου, 
διάφανη εκεί όπου δένουν οι φελούκες των φιλιών μου 
κι όπου φωλιάζουν οι κάθυγροι πόθοι μου. 

Ω εκείνη η μυστηριακή φωνή σου όπου την αβγαταίνει 
και τη λυγάει στα δυο η αγάπη, 
καθώς αντιλαλεί το σούρουπο και σβήνει πέρα! 
Έτσι σε μύχιες ώρες έχω ιδεί κι εγώ στον κάμπο τα στάχυα 
να λυγάνε απ' το στόμα του ανέμου. 
Pablo Neruda (Ερωτικό Ποίημα...3)


Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Γήρασμα


Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.
Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα·
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.-
Τα φάρμακα σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε - για λίγο - να μη νοιώθεται η πληγή. 
Κ. Καβάφης (Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ.)



Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Museo Arqueologico

'Ηρθες, καλά που έκανες, που τόσο σε ζητούσα 

δρόσισες την ψυχούλα μου, που έκαιγε ο πόθος. 

Από το γάλα πιο λευκή 

απ' το νερό πιο δροσερή 
κι από το πέπλο το λεπτό, πιο απαλή. 
Από το ρόδο πιο αγνή 
απ' το χρυσάφι πιο ακριβή 
κι από τη λύρα πιο γλυκιά, πιο μουσική...
Σαπφώ (Ατθίδα)

Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

Sevilla


Σκαλί-σκαλί πάει ο Ιγνάθιο
το θάνατό του φορτωμένος.

Γύρευε να 'βρει την αυγή
μα πουθενά η αυγή δεν ήταν.
Γυρεύει τη σωστή θωριά του
και τ' όνειρό του αλλάζει δρόμο.
Γύρευε τ' όμορφο κορμί του
και βρήκε το χυμένο του αίμα.

Στιγμή δεν έκλεισε τα μάτια
που είδε τα κέρατα κοντά του,

όμως οι τρομερές μανάδες
ανασηκώσαν το κεφάλι.
Κι από το βοσκοτόπια πέρα
ήρθ' ένα μυστικό τραγούδι
που αγελαδάρηδες ομίχλης
τραγούδαγαν σε ουράνιους ταύρους.

Δεν είχε άρχοντα η Σεβίλλια
μπροστά του για να παραβγεί

ούτε σπαθί σαν το σπαθί του
ούτε καρδιά να 'ν' τόσο αληθινή.
Σαν ποταμός από λιοντάρια
η ξακουσμένη του αντρειοσύνη,
και σαν σε πέτρα σκαλισμένη
η στοχασιά του η μετρημένη.

Τώρα για πάντα πια κοιμάται.
Τώρα τα μούσκλια και τα χόρτα

με δάχτυλα που δε λαθεύουν
το άνθος ανοίγουν του μυαλού του.
Και το τραγουδιστό του αίμα
κυλάει σε βάλτους και λιβάδια,
γλιστράει στο σύγκρυο των κεράτων,
άψυχο στέκει στην ομίχλη,
σε βουβαλιών σκοντάφτει πόδια,
σα μια πλατιά, μια λυπημένη,
μια σκοτεινή γλώσσα, ώσπου τέλμα
να γίνει από αγωνία, πλάι
στον Γουαδαλκιβίρ των άστρων.
Federico Garcia Lorca (Σκόρπιο αίμα)