Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Κοιμητήριο στην Mehringdamm


Έχουν περάσει πολλά πολλά χρόνια από τότε
Σ’ενα βασίλειο δίπλα στη θάλασσα
Που κάποια κόρη ζούσε, ίσως την ξέρετε
Άναμπελ Λη ήταν το όνομα της
Κι η κορη αυτή ζούσε με μόνο μια σκέψη
Να με αγαπά και να την αγαπώ.

Ήμαστε ακόμα τότε και οι δυο παιδιά
Σ’ενα βασίλειο δίπλα στη θάλασσα
αλλά αγαπιόμαστε με μιαν αγάπη μεγαλύτερη ακόμα κι από την αγάπη
εγώ και η δική μου Άναμπελ Λη .
Με μιαν αγάπη που τη ζήλευαν τα φτερωτά σεραφείμ στον ουρανό
Μας ζήλευαν εκείνη κι εμένα.

Κι αυτός ήταν ο λόγος που χρόνια πριν
Σε αυτό το βασίλειο δίπλα στη θάλασσα
Φύσηξε ένας άνεμος από ένα σύννεφο
και πάγωσε την όμορφη μου Άναμπελ Λη
Κι έτσι οι συγγενείς της ήρθαν και
την πήραν μακριά από εμένα
να την κλείσουν μέσα σε ένα μνήμα
Στο βασίλειο αυτό δίπλα στη θάλασσα

Οι άγγελοι, που δεν είχαν ούτε τη μισή δική μας ευτυχία
ζήλεψαν εμένα και εκείνη
Ναι! Αυτός ήταν ο λόγος (και το ξέρουν όλοι
στο βασίλειο αυτό δίπλα στη θάλασσα)
ότι ένας άνεμος από ένα σύννεφο τη νύχτα
παγώνοντας και σκοτώνοντας την Άναμπελ Λη.

Αλλά η αγάπη μας ήταν πιο δυνατή από την αγάπη
αυτών που είναι μεγαλύτεροι μας
Αυτών που είναι σοφότεροι από εμάς
Και ούτε οι άγγελοι στον παράδεισο ψηλά
ούτε οι δαίμονες κάτω από τη θάλασσα
μπορούν να χωρίσουν την ψυχή μου
από την ψυχή της Αναμπελ Λη
Γιατί το φεγγάρι ποτέ δε φέγγει χωρίς να μου φέρει όνειρα
της όμορφης Άναμπελ Λη
και τα αστέρια δε βγαίνουν ποτέ, αλλά νιώθω τα λαμπερά μάτια
της όμορφης Άναμπελ Λη

Και έτσι, όλη τη νύχτα, ξαπλώνω δίπλα από
την αγαπημένη μου, τη ζωή μου και τη γυναίκα μου
στο μνήμα δίπλα από τη θάλασσα
στον τάφο της εκεί που σκάει το κύμα. 
Edgar Allan Poe (Annabel Lee)


Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Ακατοίκητη πόλη


Νά ’ναι ως να ’χης φύγει – με τους ανέμους – 
καβάλα στο άτι της σιγής 
κι’ όλα να πάης και vά ’ν’ πολλά καράβια, 
πολλή θάλασσα – μεγάλα σύγνεφα πάνω
 – οι άνθρωποι κι’ ο Μάης. 

Κι’ εντός μου εμένα να βρυχιέται 
– όλο να τρέμει – βαρύ ένα βαπόρι 
και κατόπι πάλι εσύ κι’ ο Μάης κι’ οι ανέμοι 
κι’ έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι. 

Και νά ’ναι όλα απ’ ό,τι φεύγει – και δε μένει – 
σε μια πόλη ακατοίκητη, κι’ εντός μου ακυβέρνητο, 
όλο να σε πηγαίνει το καράβι 
όξω απ’ την τρικυμία τούτου του κόσμου. 
Γιάννης Σκαρίμπας (Το βαπόρι)

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Girona


Μερικές φορές ξεκινώ να κοιτώ μια πέτρα.
Δεν αρχίζω να σκέφτομαι, Έχει αισθήσεις;
Δεν κάνω φασαρία ονομάζοντας την αδελφή μου.
Αλλά παίρνω ευχαρίστηση από την ύπαρξη της,
Τη χαίρομαι γιατί δεν νιώθει τίποτα,
Τη χαίρομαι γιατί δεν έχει καμία σχέση μ' εμένα.


Καμιά φορά ακούω τον άνεμο να φυσά,
Και βρίσκω ότι απλά να ακούς τον άνεμο να φυσά, τον καθιστά άξιο να έχει γεννηθεί.

Δεν ξέρω τι θα σκεφτούν οι άλλοι διαβάζοντας αυτό·
Αλλά νομίζω ότι πρέπει να είναι καλό αφού είναι αυτό που σκέφτομαι χωρίς προσπάθεια,
Χωρίς καμιά ιδέα του τι σκέφτονται οι άλλοι ακούγοντας με,
Γιατί το σκέφτομαι χωρίς σκέψεις,
Γιατί το λέω όπως το λένε οι λέξεις μου.
Fernado Pessoa (Μερικές φορές ξεκινώ να κοιτώ μια πέτρα)