Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Λάδωνας

Ένα ποτάμι ν’ ατενίζεις από χρόνο και νερό
και να θυμάσαι πως ο χρόνος είν’ άλλο ποτάμι,
να ξέρεις πως χανόμαστ’ όπως το ποτάμι
κι ότ’ οι μορφές περνούνε καθώς το νερό.

Να νοιώθεις πως η αγρύπνια είν’ άλλος ύπνος
που νείρεται πως δε νείρεται, κι ο θάνατος
που η σάρκα μας φοβάται – νάν’ ο θάνατος
της κάθε νύχτας π’ ονομάζετ’ ύπνος.

Να βλέπεις στην ημέραν ή στο χρόνον ένα σύμβολο
των ημερών του ανθρώπου και των χρόνων,
να μεταλλάζεις τη συντέλεια των χρόνων
σε μουσική, σε μύθο και σε σύμβολο.

Να βλέπεις μες στο θάνατο τον ύπνο και στη δύση
ένα χρυσό θλιμένο, τέτοια είναι κ’ η ποίηση
που είναι φτωχή κι αθάνατη. Ναι, κ’ η ποίηση
καθώς η αυγή επιστρέφει, κι ως η δύση.

Κάποτε προς τις βραδυνές ώρες κάποια μορφή
από το βάθος μας κοιτάζει ενός καθρέφτη,
Ωσάν αυτόν η τέχνη πρέπει νάναι τον καθρέφτη
που μας αποκαλύπτει την ίδια μας μορφή.

Λένε πως ο Οδυσσέας, κορεσμένος απ’ τα θαύματα,
από έρωτα έκλαψε ξεκρίνοντας την Ιθάκη
πράσινη, ταπεινή. Κι’ η τέχνη ’ναι κι αυτή μια Ιθάκη
από πράσινη αιωνιότητα κι όχι θαύματα.

Είν’ ακριβώς καθώς τ’ ατέρμονο ποτάμι
που μένει και περνά, κάτοπτρον απ’ τον ίδιο
άστατο εκείνο Ηράκλειτο, που και ίδιο
κι άλλον τον ξέρουμε, καθώς τ’ ατέρμονο ποτάμι.
Jorge Luis Borges (Ποιητική Τέχνη)



Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

Λίμνη Τσιβλού

Κοιτάζω τη σιωπηλή λίμνη
Που το νερό της η πνοή του αέρα ρυτιδώνει
Μη γνωρίζοντας αν τα επινοώ όλα εγώ
Ή εάν όλα ανίδεα είναι.

Η λίμνη τίποτα δε λέει. Τ' αεράκι
Σαλεύει, μα δε με αγγίζει.
Δεν ξέρω αν είμαι ευτυχής
Ούτε αν επιθυμώ να είμαι.

Οι ρυτίδες τρεμουλιάζουν, χαμογελούν
Πάνω στα κοιμισμένα νερά.
Γιατί να έχω φτιάξει από όνειρα
Τη μόνη ζωή που έχω;

Μ' αρέσει να ταξιδεύω, ν' αλλάζω χώρες
Να είμαι πάντα άλλος,
Ψυχή χωρίς ρίζες,
Να ζω έξω από αυτά που βλέπω.

Να μην ανήκω σε κανέναν. Ούτε στον εαυτό μου.
Να πηγαίνω μπροστά, ξοπίσω να παίρνω
Την απουσία κάθε σκοπού.
Και την επιθυμία μου να τον πετύχω.

Αυτό είναι για μένα το ταξίδι.
Αλλά εκτός από το όνειρο για το ταξίδι
Τίποτα από μένα δεν υπάρχει σ' αυτό.
Όλα τα άλλα, γη είναι κι ουρανός.
Fernando Pessoa (Σιωπηλή λίμνη)

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Calle de Ferran


Ένα ποίημα είναι μια πόλη γεμάτη δρόμους και υπόνομους
γεμάτη αγίους, ήρωες, ζητιάνους, παλαβούς,
γεμάτη κοινοτοπίες και ποτά,
γεμάτη βροχή αστραπές και περιόδους
ξηρασίας,ένα ποίημα είναι μια πόλη εμπόλεμη.
ένα ποίημα είναι μια πόλη που ρωτάει γιατί το ρολόι,
ένα ποίημα είναι μια πόλη παραδομένη στη φωτιά.
ένα ποίημα είναι μια πόλη κατεχόμενη,
τα κουρεία της γεμάτα με κυνικούς μπεκρήδες.
ένα ποίημα είναι μια πόλη όπου ο Θεός διατρέχει
τους δρόμους με άλογο, γυμνός, σαν τη Λαίδη Γκοντίβα,
εκεί που σκύλοι γαβγίζουν μες στη νύχτα, κυνηγώντας
τη σημαία, ένα ποίημα είναι μια πόλη ποιητών,
σχεδόν όλοι όμοιοι μεταξύ τους,
και ζηλιάρηδες, και πικρόχολοι...
ένα ποίημα είναι τώρα αυτή η πόλη,
50 μίλια πιο πέρα από το πουθενά,
στις 9.09 το πρωί,
η γεύση του ποτού και του τσιγάρου,
δίχως αστυνόμους, δίχως εραστές στους δρόμους,
αυτό το ποίημα, αυτή η πόλη, τις πόρτες της κλείνει,
οχυρωμένη, σχεδόν αδειανή,
πένθιμη δίχως δάκρυα, γερνώντας δίχως λύπηση, 
τα άγρια βουνά,
ο ωκεανός σαν φλόγα μαβιά,
ένα φεγγάρι που τη δόξα του στερείται,
μια αμυδρή μουσική από τσακισμένα παράθυρα...
ένα ποίημα είναι μια πόλη, ένα ποίημα είναι ένα έθνος,
ένα ποίημα είναι ο κόσμος...
και τώρα τούτο βάζω κάτω από το μικροσκόπιο
ο παλαβός εκδότης να το αξιολογήσει,
και η νύχτα είναι αλλού
και γριές κατάκοπες στέκονται στη σειρά,
στις εκβολές οι σκύλοι σε παράταξη,
οι σάλπιγγες αναγγέλουν κρεμάλες,
καθώς ασήμαντοι άνθρωποι κομπάζουν 
για πράγματα που δεν μπορούν να κάνουν.
Charles Bukowski (Ένα ποίημα είναι μια πόλη)

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Ο βοσκός

Την ώρα που ξημέρωνε κοντά στη Δαμασκό
αντάμωσα στο δρόμο μου παράξενο βοσκό.
Τα δέντρα είχε πρόβατα τα φύλλα είχε αρνιά
δεν είτανε στα μέτρα σου ανήμπορη γενιά.
Δεν είτανε στα μέτρα σου
σάπια γενιά.

Ποιός να ’ναι είπα μέσα μου κι απόκριση καμιά.
Μα κάποιο φως απόκοσμο εκεί στην ερημιά
με πήγε σ’ αμαρτήματα και κρίματα παλιά:
τον κοίταξα με κοίταξε δε βγάλαμε μιλιά.
Τον κοίταξα με κοίταξε
κι ούτε μιλιά.

Μονάχα σαν ξεκίνησα ν’ ανέβω στο βουνό
εκείνος με τα μάτια του βαθιά στον ουρανό
εσήκωσε το χέρι του και μέσ’ απ’ την καρδιά
μού είπε χαιρετίσματα στ’ αγέννητα παιδιά.
Μού είπε χαιρετίσματα
για σάς παιδιά.
Νίκος Γκάτσος (Ένας παράξενος βοσκός)

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

η λάμπα

Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμισε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή— τι τολμηρή ηδονή!
Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια. 
Κ.Π. Καβάφης (Απ'τες Εννιά)



Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Φορτηγά καράβια, αυγή στον κόλπο του Σάρωνα

Τὰ φορτηγὰ καράβια συλλογίζομαι
ποῦ γέρασαν κὰ τώρα, λαβωμένα,
χωρὶς οὔτε μία βάρδια στὸ κατάστρωμα,
σαπίζουν στ᾿ ἀκρολίμανα δεμένα.

Τὰ φορτηγὰ καράβια: ποὺ ταξίδεψαν
στῶν πέντε τῶν ἠπείρων τὰ πελάγη
-ἀπ᾿ τοῦ Μουρμὰνκ τὴ παγερὴ τὴ θάλασσα
ἴσαμε τοῦ Ἀμαζόνα τὰ τενάγη.

Τοὺς ναυτικούς τους γέρους συλλογίζομαι
ποῦ στὰ μεγάλα τῶν χειμώνων βράδια 
μ᾿ ὑπομονὴ κι ἀγάπη -γιὰ τὰ ἐγγόνια του
(εἴτε γι᾿ αὐτούς;-) μικρὰ φτιάχνουν καράβια,

καὶ δὲν μποροῦνε πιὰ νὰ ταξιδέψουνε
μὰ κάθε μέρα ὡς τὸ λιμάνι πᾶνε
καί, ἄνεργοι, ἀνώφελοι καὶ πένθιμοι
σὰν κάτι τὶς νὰ χάσανε κοιτᾶνε.
Κώστας Ουράνης (Τα φορτηγά καράβια συλλογίζομαι)



Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Εκδρομή στη Καστανιά



Οι λεύκες παρουσιάζουν όπλα
Καθώς περνάμε με ταχύτητα μεγάλη
Πάνω στη λίμνη που 'γινε πεδιάδα
Κι αντί για βάρκες και καΐκια
Eνα τρακτέρ χρωμιούχο περπατά.

Γυμνό κλαρί 
Σα μια χορδή βιολιού σπασμένη
Στον αέρα
Κι η δόξα του πελάγου δόγμα.
Πολυεδρικό τοπίο
Το Αιγαίο δεξιά

Κι αριστερά
Κορφές που ανεβαίνουν, θούρια
Μέσα στην πράσινη πλειοψηφία
Κίτρινοι πλάτανοι
Και καστανιές με φύλλα του χαλκού
Αλληλούια

Τάσος Δενέγρης (Εικόνες απο την εκδρομή)





Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Sevilla II

Με ανθρώπους σαν εσένα το εμπόριο θα ήταν
Πράγμα ελάχιστο και τόσο καθαρό που, αγορασμένο
χωρίς ιδρώτα ούτε αίμα κανενός, θα άφηνε στη γη
Ανέγγιχτες τις φλέβες της. Αλλά στη φτώχεια σου
Το εμπόριο θα μπορούσε να ανοίξει ένα δρόμο.

Τα νότια μεσημέρια του καλοκαιριού,
Μέσα από μια πόλη ολόφωτη, άδειοι οι δρόμοι,
Θα κρατούσες σε καλάθι στεφάνια από γιασεμιά,
Και μανόλιες, από μια ευωδιαστή φωλιά πράσινων φύλλων
κρυμμένη η λευκότητά τους, σαν φτερά περιστεριού.

Πίσω από τα χαμηλά κάγκελα, αν μια γυναίκα ήθελε
Ίσως για τη σκοτεινή της χάρη το δροσερό στολίδι
Ενός λουλουδιού, να το πιάσει στα μαλλιά ή στο στήθος της,
Όπου θα ’μοιαζε χιόνι πάνω στο χώμα,
Ένα νόμισμα για αντάλλαγμα θα άφηνε στα χέρια σου.

Έτσι, πέφτοντας το σούρουπο, θα μπορούσες εσύ
Από ένα διάφανο κρασί να πιεις τη χρυσαφένια ζέστη,
Δαγκώνοντας την απόλαυση ενός ψωμιού κι ενός φρούτου,
Και μετά σιωπηλός, ξαπλωμένος δίπλα στο ποτάμι,
Να βλέπεις να πάλλονται στη βαθιά νύχτα τα αστέρια.
Luis Cernuda (Ο Νωθρός)



Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Λίμνη Δόξα




Από θεούς και ανθρώπους μισημένοι,
σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οι Βερλέν· τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.
Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι.

Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,
και αν οι Μποντλέρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τους είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι.

Του κόσμου η καταφρόνια τους βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι και ωχροί,
στην τραγική απάτη τους δοσμένοι
που κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τους ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι.

Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε
«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι;» 
Κώστας Καρυωτάκης (Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων)


Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

El Escorial


Όχι μόνο το μυρωδάτο σήμερα αγαπώ των ματιών σου

αλλά και το μυστικό κορίτσι που εκεί μέσα
κοιτάει την απλωσιά του κόσμου με αμηχανία στρογγυλή,
κι αγαπώ το παράξενο γκρίζο που μου θυμίζει
σε μια γωνιά του χρόνου πως ο χειμώνας υποθάλπει..

Το πλήθος από σένα, τη φούγκα των ωρών σου,
αγαπώ τις χίλιες σου εικόνες σε πτήση
σαν μιαν αναγγελία από άγρια πουλιά.
Όχι μόνο την Κυριακή σου τη σύντομη από χάρες
αλλά επίσης και μια τραγική Παρασκευή, ποιος ξέρει,
κι ένα Σάββατο από θρίαμβο και δόξα
που δεν θα δω ποτέ, αλλά επαινώ.

Κορίτσι κοριτσάκι και νεαρά ήδη γυναίκα, εσύ όλες,
γεμίζουν την καρδιά μου, και ήσυχος σας αγαπώ.
Eliseo Diego (Τραγούδι για όσες είσαι)

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Salzburg II

Ω, ο μαύρος άγγελος που φάνηκε σιγά μέσα απ’ το δέ-
ντρο,
πράοι όταν μαζί, το βράδυ, παίζαμε
στο χείλος του γαλάζιου πηγαδιού.
Ήσυχο ήταν το βήμα μας και τα στρογγυλά μάτια μες
στη σκούρα παγωνιά του φθινοπώρου,
κι αχ η πορφυρή γλυκύτητα των άστρων.

Αυτός όμως κατέβηκε τα πέτρινα σκαλιά του Μένχ-
σμπεργκ:
γαλάζιο χαμόγελο στην όψη, παράξενα κουκουλωμέ-
νος
στα πιο ήσυχα παιδικά του χρόνια’ και πέθανε
κι απέμεινε η ασημένια όψη του φίλου στον κήπο
να κρυφακούει στη φυλλωσιά ή στο παλιό πέτρωμα.

Η ψυχή τραγούδησε το θάνατο, την πράσινη σήψη της
σάρκας,
κι ήταν το θρόισμα του δάσους,
κι ο φλογερός ο θρήνος του αγριμιού.
Διαρκώς ηχούσαν από μισοσκότεινους πύργους οι γα-
λάζιες καμπάνες του βραδινού.

Κι ήρθε η ώρα, όταν εκείνος είδε τους ίσκιους στον
πορφυρό ήλιο,
τους ίσκιους της σαπίλας στο γυμνό κλαδί’
βράδυ, όταν σε μισοσκότεινα τείχη τραγούδησε ο κό-
τσυφας,
γαλήνια στο δωμάτιο φάνηκε το πνεύμα του πρώιμα
νεκρού.

Ω το αίμα, που τρέχει απ’ το λαρύγγι εκείνου που α-
κούστηκε,
γαλάζιο λουλούδι’ ω το πύρινο
δάκρυ μες στη νύχτα.

Σύννεφο χρυσό και χρόνος. Συχνά στο έρημο δωμάτιο
προσκαλείς τον νεκρό,
βαδίζεις κάτω από φτελιές κι εμπιστευτικά συνο-
μιλείς κατεβαίνοντας τον πράσινο ποταμό.
Georg Trakl (Σ'εναν πρώιμα νεκρό)

Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

Ποδηλάτης

Ερχόταν από μακριά πολύ μακριά
σαν υπνοβάτης σαν αερικό
στη σέλλα ενός φανταστικού ποδήλατου

δίχως φτερά
ποδηλατάρης-ποιητάρης
ώσπου με μια ορθοπεταλιά μπήκε
και χάθηκε πίσω
απ’ τα σύδεντρα ενός σύννεφου
Γιάννης Δάλλας (Ποδηλάτης)

Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Καλοκαιρινές Άλπεις










Ωραιότερος και από την αξιοπρόσεκτη σελήνη και
Ωραιότερος από τα διάσημα παράσημα, τα’ αστέρια

Ωραιότερος από το φλογερό θέαμα ενός κομήτη
Ταγμένος όσο κανένας άλλος αστερισμός για τα Ωραία
Είναι ο Ήλιος.


Ωραίος ήλιος, ήλιος που ανατέλλει και το έργο του ποτέ

Δεν το’ χει λησμονήσει

Και το ολοκληρώνει ομορφότερα το καλοκαίρι, όταν η μέρα
Στ’ ακρογιάλια αργοσβήνει κι αδύναμη τα ιστία αντανακλά
Αυτά που μπρος στα μάτια σου αρμενίζουν, μέχρι να κουραστείς
Και γίνει ελάχιστο το τελευταίο.


Χωρίς τον ήλιο η Τέχνη τα πέπλα της ξαναφορά
Πια δεν μου φανερώνεσαι, κι η θάλασσα κι η άμμος

Από σκιές μαστιγωμένες φεύγουν και χάνονται
Κάτω από το βλέφαρό μου μακριά


Ωραίο φως που μας ζεσταίνει, μας προφυλάσσει και μεριμνά
Θαυμάσια για μας

Να έβλεπα ξανά, να σ’ έβλεπα ξανά!

Τίποτε ωραιότερο κάτω απ’ τον ήλιο από το να είσαι κάτω απ’ τον ήλιο…
Τίποτε ωραιότερο απ’ το ραβδί μες στο νερό και το πουλί ψηλά

Που συλλογίζεται το πέταγμά του, και κάτω το σμάρι των ψαριών
Πολύχρωμο, σχηματισμένο, γεννιέται από μια εκπομπή φωτός.


Και να θωρείς το κυκλικό, το τετραμερές σχήμα των αγρών
Το χιλιόγωνο της χώρας μου.

Και το φόρεμα που φόρεσες. Το φόρεμά σου γαλάζιο στο σχήμα της καμπάνας.

Ωραίο γαλάζιο, μέσα του παγώνια περπατούν και υποκλίνονται
Γαλάζιο των αποστάσεων, των πεδίων ευτυχίας με θύελλες

Για το αίσθημά μου.
Γαλάζια σύμπτωση του ορίζοντα! Και τα έκθαμβά μου μάτια
Ανοίγουν διάπλατα και βλεφαρίζουν, φλέγονται και γίνονται πληγές


Ωραίος ήλιος, ακόμα και η σκόνη τού οφείλει θαυμασμό.
Γι’ αυτό δεν θα παραπονεθώ

Για τη σελήνη και τ’ αστέρια και για τη νύχτα που για τ’ άστρα της καυχιέται
Και σε μένα ψάχνει τον τρελό.
Αλλά για σένα και σύντομα πολύ
Και όσο για τίποτε άλλο,
Για την αναπόφευκτη απώλεια των ματιών μου 

Ingeborg Bachmann (Προς τον Ήλιο)

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Εγκατάλειψη II








1
Τίποτα πια δεν ταράζει τη σιωπή της εγκατάλειψης. Τα σύννεφα ταξιδεύουν πάνω από τις σκούρες πανάρχαιες κορφές των δέντρων και καθρεφτίζονται στα γαλαζοπράσινα νερά της λίμνης που μοιάζει με άβυσσο. Βυθισμένη σε πένθιμη αφοσίωση, η ακίνητη επιφάνειά της ηρεμεί - μέρα νύχτα.
Στο κέντρο της σιωπηλής λίμνης υψώνεται ένα κάστρο ως τα σύννεφα, με τους αιχμηρούς, φθαρμένους πύργους και τις σκεπές του. Οι μαύρες ρωγμές του περιβόλου του είναι γεμάτες αγριόχορτα, και στα στρογγυλά παράθυρα πάλλεται το φως του ήλιου. Περιστέρια πετούν κάτω στις σκοτεινές αυλές, ψάχνοντας για κρυψώνες στους ερειπωμένους τοίχους.
Μοιάζουν κάτι πάντα να φοβούνται, γιατί πετάνε δειλά και βιαστικά ως τα παράθυρα. Κάτω στην αυλή στάζει η κρήνη ήρεμα και όμορφα. Τα διψασμένα περιστέρια πίνουν ξανά και ξανά από τη μπρούντζινη λεκάνη της.
Μες στους στενούς, σκονισμένους διαδρόμους του κάστρου, κάποιες στιγμές πλανιέται μια ζεστή ανάσα που κάνει τις νυχτερίδες να φτερουγίζουν τρομαγμένες.
Όμως τίποτα άλλο δεν ταράζει τη βαθιά σιωπή.
Τα δωμάτια είναι όλα μαύρα απ’ τη σκόνη. Ψηλοτάβανα και γυμνά και κρύα και γεμάτα με νεκρά αντικείμενα.
Μέσα από τα τυφλά παράθυρα φτάνει που και που μια απειροελάχιστη φωτεινή αχτίδα που την καταπίνει το σκοτάδι. Εδώ βρίσκεται το νεκρό παρελθόν.
Το παρελθόν που έγινε το απολίθωμα ενός μαδημένου τριαντάφυλλου. Ο χρόνος δεν λογαριάζει την απουσία του.
Και όλα τα διαπερνά η σιωπή της εγκατάλειψης.


2
Κανείς πια δεν τριγυρνά στον κήπο. Τα κλαδιά των δέντρων κρατιούνται αγκαλιασμένα, και ολόκληρος έχει γίνει μια γιγάντια ζωντανή παρουσία.
Αιώνια νύχτα διαρκεί κάτω από την πελώρια φυλλοσκεπή. Και βαθιά σιγή! Και ο αέρας είναι ποτισμένος με ατμούς σήψης!
Υπάρχουν όμως φορές που ο κήπος ξυπνά από πικρά όνειρα. Τότε μια ανάμνηση γλιστρά τις ψυχρές ξάστερες νύχτες, μέσα σε βαθείς κρυψώνες, γιατί ο κήπος ήταν κάποτε μάρτυρας σε πυρετώδη φιλιά και αγκαλιές, τις καλοκαιρινές βραδιές που έσφυζαν από λαμπρό μεγαλείο, όταν το φεγγάρι μάγευε με ανάμικτες εικόνες στο σκοτάδι τους ανθρώπους που τριγυρνούσαν ερωτικά, ναζιάρικα, με ρυθμικές κινήσεις, κάτω από τη φυλλοσκεπή, και σιγοκουβέντιαζαν λόγια γλυκά, εξαίρετα, και αντάλλαζαν όμορφα ζεστά χαμόγελα.
Και ο κήπος βυθίζεται πάλι στον ύπνο του θανάτου.
Πάνω στα νερά της λίμνης αιωρούνται σκιές από έλατα και οξιές, ενώ ένα υπόκωφο θλιμμένο μουρμουρητό ακούγεται από τον βυθό.
Κύκνοι ταξιδεύουν ανάμεσα σε λάμψεις κυμάτων, αργά, δίχως κινήσεις, ορθώνοντας τους λεπτούς λαιμούς τους. Και ταξιδεύουν! Γύρω από το νεκρό κάστρο! Μέρα νύχτα!
Στην όχθη της λίμνης, μέσα από το ζωηρόχρωμο χορτάρι ξεπετιούνται χλωμά κρίνα. Οι σκιές τους στο νερό είναι ακόμη πιο χλωμές.
Και όταν πεθαίνουν, γεννιούνται και άλλα κρίνα που μοιάζουν με νεκρά γυναικεία χεράκια.
Γύρω από τα χλωμά λουλούδια κολυμπούν, όλο περιέργεια, μεγάλα ψάρια, με στιλπνά ορθάνοικτα μάτια, και μετά εξαφανίζονται - δίχως τον παραμικρό ήχο!
Και όλα τα διαπερνά η σιωπή της εγκατάλειψης.

3
Σε ένα πελώριο πύργο απάνω στέκεται ο κόμης. Μέρα νύχτα.
Κοιτά τα σύννεφα που ταξιδεύουν πέρα από τις κορφές των δέντρων, και είναι φωτεινά και καθάρια. Του αρέσει να τα κοιτά, όταν ο ήλιος λάμπει ανάμεσά τους, απογεύματα, με το ηλιοβασίλεμα. Ακούει τους ήχους από τα ύψη: την κραυγή ενός πτηνού, καθώς πετά πάνω από τον πύργο, ακούει τα βουητά του ανέμου, που τον περιζώνουν.
Κοιτά τον κήπο που κοιμάται βαριά, και τους κύκνους που κολυμπούν τριγύρω, ανάμεσα σε λάμψεις κυμάτων. Μέρα! Νύχτα!
Και τα γαλαζοπράσινα νερά της λίμνης αχνολάμπουν. Πάνω τους καθρεφτίζονται τα σύννεφα που τραβούν προς το κάστρο. Και οι διαυγείς σκιές τους στην επιφάνεια της λίμνης φεγγοβολούν, όπως και τα ίδια. Τα νερόκρινα γνέφουν στον κόμη, λες και είναι νεκρά γυναικεία χεράκια, και λικνίζονται στο ψιθύρισμα του ανέμου, ονειρικά και θλιμμένα.
Ο φτωχός κόμης κοιτά τον θάνατο γύρω του, κοιτά σαν χαμένο μικρό παιδί που απειλείται από τη μοίρα, που δεν έχει πια τη δύναμη να ζήσει, και έτσι αποχωρεί σα σκιά του μεσημεριού.
Ακούει μονάχα τη μικρή θλιβερή μελωδία της ψυχής του: το παρελθόν!
Όταν βραδιάζει, ανάβει μια παλιά σκουριασμένη λάμπα και διαβάζει από χοντρά κιτρινισμένα βιβλία για το ένδοξο μεγαλείο περασμένων εποχών.
Διαβάζει με πυρετώδεις χτύπους στην καρδιά, ώσπου να αφανιστεί το παρόν, στο οποίο δεν ανήκει πια. Τότε υψώνονται οι πελώριες σκιές του παρελθόντος. Και ζει την υπέροχη ζωή των προγόνων του.
Τις νύχτες που ο άνεμος σημαδεύει τον πύργο, και οι τοίχοι βροντούν συθέμελα, και τα πουλιά στριγγλίζουν τρομαγμένα στο παράθυρό του, ο κόμης παραδίδεται σε μια άφατη μελαγχολία.
Την πανάρχαια εξαντλημένη ψυχή του τη βαραίνει μια μοιραία απειλή. Και με το πρόσωπο να ακουμπά στο παράθυρο, κοιτά έξω τη νύχτα. Και του φαίνονται όλα τεράστια, ονειρικά, στοιχειωμένα! Και τρομαχτικά. Ακούει τη θύελλα να λυσσομανάει, σαν να προσπαθεί να απομακρύνει καθετί νεκρό και να το σκορπίσει στην ατμόσφαιρα.
Όταν όμως το πλανεμένο φάντασμα της νύχτας φύγει σαν ξορκισμένη σκιά, τότε πάλι τα διαπερνά όλα η σιωπή της εγκατάλειψης.

Georg Trakl (Εγκατάλειψη)