Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Paris

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μες την κρύα μου κάμαρα όπως έζησα: μόνος
στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν' ακούω
και τους γνώριμους θόρυβους που σκορπάει ο δρόμος.

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μέσα σ' έπιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία,
θα με βρουν στο κρεβάτι μου, θε να 'ρθει ο αστυνόμος,
θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία.

Απ' τους φίλους που παίζαμε πότε πότε χαρτιά,
θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: «Τον Ουράνη
μην τον είδε κανείς; Έχει μέρες που χάθηκε...».
Θ' απαντήσει άλλος παίζοντας: «Μ' αυτός έχει πεθάνει!».

Μια στιγμή θ' απομείνουνε τα χαρτιά τους κρατώντας,
θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι
θε να πουν: «Τι 'ναι ο άνθρωπος! Χθες ακόμα εζούσε...»
και βουβοί στο παιχνίδι τους θα βαλθούνε και πάλι.

Κάποιος θα 'ναι συνάδελφος στα «ψιλά» που θα γράψη
πως «προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένην,
νέος γνωστός στους κύκλους μας, που κάποτε είχε εκδώσει
μια συλλογή ποιήματα πολλά υποσχομένην».

Κι αυτή θα 'ναι η μόνη του θανάτου μου μνεία.
Στο χωριό μου θα κλάψουνε μόνο οι γέροι γονιοί μου
και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσσιους παπάδες,
όπου θα' ναι όλοι οι φίλοι μου - κι ίσως ίσως οι οχτροί μου.

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
σε μια κάμαρα ξένη, στο πολύβοο Παρίσι
και μια Καίτη, θαρρώντας πως την ξέχασα γι' άλλην,
θα μου γράψει ένα γράμμα - και νεκρό θα με βρίσει...
Κώστας Ουράνης (Θα πεθάνω ενα πένθιμο...)

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Pont Neuf

Είμαστε ο χρόνος.
Εκείνη είμαστε η περίφημη παραβολή του Σκοτεινού Ηράκλειτου.
Είμαστε το νερό, όχι το σκληρό διαμάντι,
αυτό που χάνεται, όχι αυτό που μένει.
Είμαστε το ποτάμι κι ο Έλληνας εκείνος που κοιτάζεται στο ποτάμι.
Η αντανάκλαση του αλλάζει στο νερό του εναλλασσόμενου καθρεύτη
στο κρύσταλλο που αλλάζει σαν τη φωτιά.
Είμαστε το μάταιο προκαθορισμένο ποτάμι όπως κυλά προς τη θάλασσα.
Το σκέπασε η σκιά.
Όλα μας αποχαιρετούν, όλα μακραίνουν.
Η μνήμη δεν εξαργυρώνει το νόμισμα της.
Και ασφαλώς κάτι υπάρχει που απομένει
και ασφαλώς κάτι υπάρχει που θρηνεί
Jorge Luis Borges (Τα Ποτάμια)


Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Κρυμμένη Ομορφιά



Σε μια καλημέρα απο χείλη που ποτέ δεν διαβάσαμε
Σ'ενα λουλούδι που τ'αγκάθια του απλά φοβηθήκαμε
Σε μια άκρη τ'ουρανού που ποτέ δεν κοιτάξαμε
Σ'ενα κοχύλι στην αμμουδιά που μιλάει γι'αγάπη μέσα στο χειμώνα
Σ'εκείνη τη σταγόνα της βροχής που πήρε το δάκρυ μας να μή φανεί στα μάτια μας
Κρυμμένη ομορφιά
Σ'ένα χαμόγελο που δεν περιμέναμε
Σ'ένα δάκρυ χαράς που έμεινε στα μάτια μας
Κρυμμένη ομορφιά
Σ'ένα γράμμα που με λαχτάρα ανοίξαμε
Στο βιβλίο που ποτέ δεν τελειώσαμε
Κρυμμένη ομορφιά
όπου κι αν είσαι ασε ενα σημάδι για να σε νοιώσουμε
Ένα σημάδι μιας κρυμμένης ευτυχίας...
Ελένη Εφορακοπούλου (Κρυμμένη Ομορφιά)

Centrum


Είπες «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη απο αυτή.

 προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή

κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θά βρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
Κ. Καβάφης (Η Πόλις)

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Kardesimsin Alexis


Θά ‘θελα αυτήν την μνήμη να την πω...
Μα έτσι εσβύσθη πια... σαν τίποτε δεν απομένει –
γιατί μακρυά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.

Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί...
Εκείνη του Αυγούστου – Αύγουστος ήταν; – η βραδιά...
Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια∙ ήσαν, θαρρώ, μαβιά...
Α ναί, μαβιά∙ ένα σαπφείρινο μαβί.
Κ. Καβάφης (Μακρυά)


Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Παλαιοπωλείο

Καλά ξεκίνησες
Πήρες αμπάριζα τα παλαιοπωλεία και τα στενά
τα πρόστυχα κουτούκια και τα μπορντέλα
τις φυλακές και τα άσυλα.
Ποδοβολητό και λάσπες σιντριβάνι
στο θολωμένο σου μυαλό.
Στο τέλος γύρισες ρημάδι
με κάτι σκουριασμένα μπακίρια
και μερικές φωτογραφίες που σου χάρισαν
οι πόρνες.

Τώρα, μέσα στον πυρετό και στη σήψη
μιας απέραντης πολιτείας
ισοβίτης με τελεσίδικη απόφαση στο χέρι
δίχως έλεος για παραγραφές και χάρες
σέρνεις μια νύχτα στα μάτια σου
ένα θαμπό ακρογιάλι κάτω απ' τις λέξεις σου.
Το βάρος σου εξαργυρώνεται κάθε πρώτη του μηνός
με κολλαριστά χαρτονομίσματα.
Θανάσης Βενέτης (Τέσσερα Αχιλλέως, τρία Αίαντος)

Άνθρωποι


Ανάσκαψα όλη τη γη για να σε βρω.

Κοσκίνισα μες την καρδιά μου την έρημο, ήξερα

πως δίχως τον άνθρωπο δεν είναι πλήρες
του ήλιου το φως. Ενώ, τώρα κοιτάζοντας
μες από τόση διαύγεια τον κόσμο,
μες από σένα – πλησιάζουν τα πράγματα 
γίνονται ευδιάκριτα, γίνονται διάφανα –
τώρα μπορώ
ν’ αρθρώσω την τάξη του σ’ ένα μου ποίημα.
Παίρνοντας μία σελίδα θα βάλω
σ’ ευθείες το φως.
Νικιφόρος Βρεττάκος (Ο άνθρωπος, ο κόσμος και η ποιήση)

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Συντριβάνι

Το περιβόλι με τα συντριβάνια του στη βροχή

θα το βλέπεις μόνο από το χαμηλό παράθυρο
πίσω από το θολό τζάμι. Η κάμαρά σου
θα φωτίζεται μόνο από τη φλόγα του τζακιού
και κάποτε, στις μακρινές αστραπές θα φαίνουνται
οι ρυτίδες του μετώπου σου, παλιέ μου Φίλε.

Το περιβόλι με τα συντριβάνια που ήταν στο χέρι σου

ρυθμός της άλλης ζωής, έξω από τα σπασμένα
μάρμαρα και τις κολόνες τις τραγικές
κι ένας χορός μέσα στις πικροδάφνες
κοντά στα καινούργια λατομεία,
ένα γυαλί θαμπό θα το ‘χει κόψει από τις ώρες σου.
Δε θ’ ανασάνεις, το χώμα κι ο χυμός των δέντρων
θα ορμούν από τη μνήμη σου για να χτυπήσουν
πάνω στο τζάμι αυτό που το χτυπά η βροχή
από τον έξω κόσμο.
Γιώργος Σεφέρης (Μυθιστόρημα ΣΤ΄)


Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Ψάρεμα

Ἔρχετ᾿ ἡ ψαρόβαρκα, ἔρχεται ὁλοΐσια 
πέρα ἀπ᾿ τὸν Ἀσπρόπυργο κι ἀπ᾿ τὰ Πετρονήσια 
σὰ νεράιδα ἀφρόπλαστη, νύφη φτερωτή, 
τὴ χαϊδεύει ὁ μπάτης· 

μύρια πλούτη ἀτίμητα στὴν ποδιὰ κρατεῖ, 
ἔρχεται ἀσημόζωστη καὶ ροδοντυμένη,

 ἔχει καὶ φορεῖ ζηλευτὰ προικιά της.
Ἔρχετ᾿ ἡ ψαρόβαρκα χρυσοστολισμένη, 

τοῦ πελάου ἀρχόντισσα βεργολυγερή, 

μὲ πολλὰ καμάρια· πλούτη καὶ στολίδια της 
τοῦ γιαλοῦ τὰ ψάρια!
Γεώργιος Δροσίνης (Η Ψαρόβαρκα)


Πόρος II

Κάθε χρόνο κατὰ τὸ μήνα Αὔγουστο
εἰσβάλλει στὸ προαύλιο τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Πόρου
ἡ μαύρη πεταλούδα τοῦ Μοναστηριοῦ 
πετάει ἀπὸ πέτρα σὲ πέτρα 
τὰ παιδιὰ προσπαθοῦν νὰ τὴν πιάσουν
ἀλλὰ δὲν τὸ κατορθώνουν
εἶναι ἡ Ἅγια-Πεταλούδα τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Πόρου
πετάει ἀπὸ πέτρα σὲ πέτρα μόνο γιὰ λίγες μέρες
κι ὕστερα χάνεται γιὰ νὰ ξαναεμφανιστεῖ πάλι

 τὸν ἄλλο Αὔγουστο ἡ Ἅγια μαύρη-Πεταλούδα


τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Πόρου...
Μίλτος Σαχτούρης (Η εισβολή της Μαύρης Πεταλούδας του Πόρου)


Ουρανός

Πουλιὰ μαῦρες σαΐτες τῆς δύσκολης πίκρας
δὲν εἶν᾿ εὔκολο πράμα ν᾿ ἀγαπήσετε τὸν οὐρανὸ
πολὺ μάθατε νὰ λέτε πὼς εἶναι γαλάζιος
ξέρετε τὶς σπηλιές του τὸ δάσος τοὺς βράχους του;
ἔτσι καθὼς περνᾶτε φτερωτὲς σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τὴ σάρκα σας πάνω στὰ τζάμια του
κολλοῦν τὰ πούπουλά σας στὴν καρδιά του
Καὶ σὰν ἔρχεται ἡ νύχτα μὲ φόβο ἀπ᾿ τὰ δέντρα
κοιτᾶτε τ᾿ ἄσπρο μαντίλι τὸ φεγγάρι του
τὴ γυμνὴ παρθένα ποὺ οὐρλιάζει στὴν ἀγκαλιά του
τὸ στόμα τῆς γριᾶς μὲ τὰ σάπια τὰ δόντια του 
τ᾿ ἄστρα μὲ τὰ σπαθιὰ καὶ μὲ τοὺς χρυσοὺς σπάγγους
τὴν ἀστραπὴ τὸν κεραυνὸ τὴ βροχή του


τὴ μακριὰ ἡδονὴ τοῦ γαλαξία του

Μίλτος Σαχτούρης (Ο ουρανός)