Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Εικόνες της ειρήνης

Γι’ αυτόν ο κόσμος είναι ένα βιβλίο της Ιστορίας.
Κάθε μέρα
κατεβαίνει τα σκαλοπάτια
και πατάει το πόδι του στη γη
Διαβάζει ανθρώπους
σαν τις παλιές σελίδες αυτού του βιβλίου
και λέει:
"Πόσο αγαπώ τα κεφάλαια της γονιμότητας,
πόσο αγαπώ τα κεφάλαια του Έρωτα,
τα κεφάλαια της φιλίας,
τα κεφάλαια της πρασινάδας..."

Φτάνει κοντά στα ερείπια,
μυρίζεται το μπαρούτι,
βλέπει τα φύλλα των δένδρων
είναι από μολύβι.

Η καρδιά του νυχτώνει και φωνάζει: Ω,
τούτος ο κόσμος είναι ένα βιβλίο πολυσέλιδο
πόσο αγαπώ τα κεφάλαια της ειρήνης.
Fereydoun Faryad (Εικόνες της ειρήνης)

Τα τραγούδια των ανθρώπων

Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων
εἶναι πιὸ ὄμορφα ἀπ᾿ τοὺς ἴδιους
πιὸ βαριὰ ἀπὸ ἐλπίδα
πιὸ λυπημένα
πιὸ διαρκῆ.


Πιότερο ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους, τὰ τραγούδια τους ἀγάπησα.
Χωρὶς ἀνθρώπους μπόρεσα νὰ ζήσω,
ὅμως ποτὲ χωρὶς τραγούδια·
μοὔτυχε ν᾿ ἀπιστήσω κάποτε
στὴν πολυαγαπημένη μου,
ὅμως ποτέ μου στὸ τραγούδι
ποὺ τραγούδησα γι᾿ αὐτήν·
οὔτε ποτὲ καὶ τὰ τραγούδια
μ᾿ ἀπατήσανε.


Ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ γλῶσσα τους 
πάντοτε τὰ τραγούδια τὰ κατάλαβα. 
Σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο τίποτα ἀπ᾿ ὅσα μπόρεσα νὰ πιῶ
καὶ νὰ γευτῶ
ἀπ᾿ ὅσες χῶρες γνώρισα
ἀπ᾿ ὅσα μπόρεσα ν᾿ ἀγγίξω
καὶ νὰ νιώσω
τίποτα, τίποτα
δὲ μ᾿ ἔκανε ἔτσι εὐτυχισμένον
ὅσο τὰ τραγούδια...


Nazim Hikmet (Τα τραγούδια των ανθρώπων)

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Μεθύστε


Πρέπει νά ῾σαι πάντα μεθυσμένος.
Ἐκεῖ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία: εἶναι τὸ μοναδικὸ πρόβλημα.
Γιὰ νὰ μὴ νιώθετε τὸ φριχτὸ φορτίο τοῦ Χρόνου
ποὺ σπάζει τοὺς ὤμους σας καὶ σᾶς γέρνει στὴ γῆ,
πρέπει νὰ μεθᾶτε ἀδιάκοπα. Ἀλλὰ μὲ τί;
Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.
Ἀλλὰ μεθύστε.
Καὶ ἂν μερικὲς φορές, στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ,
στὸ πράσινο χορτάρι ἑνὸς χαντακιοῦ,
μέσα στὴ σκυθρωπὴ μοναξιὰ τῆς κάμαράς σας,
ξυπνᾶτε, μὲ τὸ μεθύσι κιόλα ἐλαττωμένο ἢ χαμένο,
ρωτῆστε τὸν ἀέρα, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
τὸ κάθε τι ποὺ φεύγει, τὸ κάθε τι ποὺ βογκᾶ,
τὸ κάθε τι ποὺ κυλᾶ, τὸ κάθε τι ποὺ τραγουδᾶ,
ρωτῆστε τί ὥρα εἶναι,
καὶ ὁ ἀέρας, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
θὰ σᾶς ἀπαντήσουν:
-Εἶναι ἡ ὥρα νὰ μεθύσετε!
Γιὰ νὰ μὴν εἴσαστε οἱ βασανισμένοι σκλάβοι τοῦ Χρόνου,
μεθύστε, μεθύστε χωρὶς διακοπή!
Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.

Charles Pierre Baudelaire (Μεθύστε)

Δωμάτιο στο Άμστερνταμ

Δωμάτιο, δωμάτιο στο Άμστερνταμ
χασίς και μια, χασίς και μια γυναίκα
γρουσούζης ήσουν άνθρωπε,
και σου 'δινα, και σου 'κλεβα πακέτα.

Αλλά εσύ, αντί να θες
να πας να τα, να πας να τα καπνίσεις,
εσύ τα μοσχοπούλαγες
να πας για να, να πας για να γαμήσεις.

Δωμάτιο, δωμάτιο στο Άμστερνταμ
ρηχά τα ο..., ρηχά τα όνειρά σου,
όπως αυτοί που βίδωσαν
τη μαλθακή, τη μαλθακή καρδιά σου.

Κι ήθελες όλο το φαί
λαγούς και πέ..., λαγούς και πετραχήλια
και νόμιζες πως θα 'πιανές
και τον παπά, και τον παπά απ' τ' αρχίδια.
Νικόλας Άσιμος (Δωμάτιο στο Άμστερνταμ)

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Ηλιοβασίλεμα

Κανείς δε λυπάται που φεύγω
ούτε ακόμα κι εγώ
όμως θα πρέπει να υπάρξει κάποιος τροβαδούρος
ή τουλάχιστον ένα ποτήρι κρασί.
ενοχλεί πιστεύω τους νεώτερους κυρίως.
ένας μη βίαιος, αργός θάνατος,
κι όμως κάνει τον κάθε άνθρωπο να ονειρεύεται.
εύχεσαι να υπήρχε ένα παλιό καράβι
με πανιά άσπρα απ' τ΄αλάτι
και η θάλασσα να σκορπά υπαινιγμούς αθανασίας.
θάλασσα στη μύτη
θάλασσα στα μαλλιά
θάλασσα στο μεδούλι, στα μάτια
και ναι, εκεί στο στήθος
θα μας λείψει άραγε
η αγάπη της γυναίκας, η μουσική, το φαγητό,
ή το χοροπήδημα του μεγάλου μειώδους αλόγου
να κλωτσά λάσπη και πεπρωμένα
ψηλά και μακριά
σε μια μόνο στιγμή
την ώρα της δύσης;
όμως τώρα είναι η σειρά μου
και δεν υπάρχει τίποτα το μεγαλειώδες σ'αυτό
γιατί δεν υπήρχε τίποτα το μεγαλειώδες
πιο πριν
και σε κανένα μας, όπως τα σκουλήκια
που τα'χουν απομακρύνει απ' το μήλο,
δεν του αξίζει καμιά αναστολή,
ο θάνατος εισέρχεται στο στόμα μου
και σα φίδι τυλίγεται στα δόντια μου
κι αναρωτιέμαι εάν με τρομάζει
ο σιωπηλός αλύπητος θάνατος
που μοιάζει με τριαντάφυλλο
που ξεραίνεται...
Charles Bukowski (Ηλιοβασίλεμα)

Μόνος τις νύχτες

Ἴσκιοι βουβοὶ ἀραγμένοι στὴ σκάλα
Μάτια θολὰ ποὺ κράτησαν εἰκόνες θαλασσινὲς
Γυμνὸς κυλίστηκα μέσα στὴν ἄμμο μὰ δὲν ὑποτάχτηκα 
Τὶς νύχτες ποὺ μόνος γυρνοῦσα χωρὶς κανεὶς νὰ μὲ νιώσει
Κύματα μὲ τὴ γλυκιὰν ἀγωνία στὴν κάτασπρη ράχη 

Καὶ δὲν ἀγάπησα μόνον ἐσένα ποὺ τόσο μὲ κράτησες
Ὅπως ἀγάπησα τὰ ναυαγισμένα καράβια μὲ τὰ τραγικὰ ὀνόματα
Τοὺς μακρινοὺς φάρους, τὰ φῶτα ἑνὸς ἀπίθανου ὁρίζοντα
Τὶς νύχτες ποὺ γύρευα μόνος νὰ βρῶ τὸ χαμένο ἑαυτό μου
Τὶς νύχτες ποὺ σκότωσα μέσα μου κάθε παλιά μου αὐταπάτη.
Μανόλης Αναγνωστάκης (Πέντε μικρά θέματα, ΙΙ)

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

Η λίμνη

Ηταν προχθές κορίτσια στο χορό 
όλα λουλούδια, όλα μυρωδιά, αχ! τ’ αγαπούσα όλα,
 και θαρρώ και γι’ άλλα τόσα μού’μενε καρδιά. 
Το κρίμα μου το λέγω, δεν μπορώ
 ατάραχος να δω την ομορφιά. 
Αχ! με της λίμνης μοιάζω το νερό 
που ό,τι περνά αφήνει ζωγραφιά. 
Μ’ αν ζωγραφίζ’ η λίμνη καθετί, 
περνάει αυτό κι’ η ζωγραφιά περνά. 
Και μοναχά του ουρανού κρατεί τη ζωγραφιά πιστά,
 παντοτινά. Άφησε όλοι να με λεν τρελό
 και μη σε μέλλει, αγάπη μου χρυσή. 
Αν είμαι λίμνη, μ’ όλες αν γελώ, 
ο ουρανός της λίμνης είσ’ εσύ. 
Νίκος Καμπάς (Η λίμνη)