Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Sorbonne (φωτογραφίζοντας)

Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
σ᾿ αὐτὰ ἐδῶ τὰ μερὴ
ὁ φωτογράφος θά ῾πρεπε
νὰ ἤτανε ξεφτέρι
νά ῾ταν τεχνίτης, μερακλὴς
κι ἀπ᾿ ὀμορφιὰ νὰ ξέρει.
Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
ἂς ἤμουν φωτογράφος
νὰ ὑπηρετῶ τὴν ὀμορφιὰ
μὲ τέχνη καὶ μὲ πάθος.
Νά ῾ρχοντ᾿ ὀμορφοκόριτσα
καὶ λαϊκὲς παρέες
νὰ παίρνουν πόζες ὄμορφες
καμαρωτὲς κι ὡραῖες
γιὰ εἰκοσιτετράωρες
καὶ ἑβδομαδιαῖες.

Ντίνος Χριστιανόπουλος (Ο Φωτογράφος)

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Προποντίδα


Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα
μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα
λυπητερά,
πώς η ψυχή μου σέρνεται μαζί σας!
Είναι χυμένη από τη μουσική σας
και πάει με τα δικά σας τα φτερά.
Σας γέννησε και μέσα σας μιλάει
και βογγάει και βαριά μοσκοβολάει
μια μάνα, καίει το λάγνο της φιλί
κι είναι της Μοίρας λάτρισσα και τρέμει
ψυχή όλη σάρκα, σκλάβα σε χαρέμι
η λαγγεμένη Ανατολή.
Μέσα σας κλαίει το μαύρο φτωχολόι,
κι όλα σας, κι η χαρά σας, μοιρολόι
πικρό κι αργό,
μαύρος, φτωχός και σκλάβος και ακαμάτης
στενόκαρδος, αδούλευτος,. – διαβάτης
μ’ εσάς κι εγώ.
Στο γιαλό που του φύγαν τα καϊκια
και του μειναν τα κρίνα και τα φύκια,
στ’ όνειρο του πελάου και τ’ ουρανού
άνεργη τη ζωή να ζούσα κι έρμη,
βουβός, χωρίς καμιάς φροντίδας θέρμη,
με τόσο νου,
όσος φτάνει σα δέντρο για να στέκω
και καπνιστής με τον καπνό να πλέκω
δαχτυλιδάκια γαλανά
και κάποτε το στόμα να σαλεύω
κι απάνω του να ξαναζωντανεύω
τον καημό που βαριά σας τυραννά
κι όλο αρχίζει, γυρίζει, δεν τελειώνει.
Και μια φυλή ζει μέσα σας και λιώνει
και μια ζωή δεμένη σπαρταρά,
γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα,
λυπητερά.
Κωστής Παλαμάς (Ανατολή)

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Ερειπωμένο σοκακι

Γι’ αυτόν ο κόσμος είναι ένα βιβλίο της Ιστορίας.
Κάθε μέρα
κατεβαίνει τα σκαλοπάτια
και πατάει το πόδι του στη γη
Διαβάζει ανθρώπους
σαν τις παλιές σελίδες αυτού του βιβλίου
και λέει:
"Πόσο αγαπώ τα κεφάλαια της γονιμότητας,
πόσο αγαπώ τα κεφάλαια του Έρωτα,
τα κεφάλαια της φιλίας,
τα κεφάλαια της πρασινάδας..."

Φτάνει κοντά στα ερείπια,
μυρίζεται το μπαρούτι,
βλέπει τα φύλλα των δένδρων
είναι από μολύβι.

Η καρδιά του νυχτώνει και φωνάζει: Ω,
τούτος ο κόσμος είναι ένα βιβλίο πολυσέλιδο
πόσο αγαπώ τα κεφάλαια της ειρήνης.
Fereydoun Faryad (Εικόνες της ειρήνης)

Τραγούδια του δρόμου

Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων
εἶναι πιὸ ὄμορφα ἀπ᾿ τοὺς ἴδιους
πιὸ βαριὰ ἀπὸ ἐλπίδα
πιὸ λυπημένα
πιὸ διαρκῆ.


Πιότερο ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους, τὰ τραγούδια τους ἀγάπησα.
Χωρὶς ἀνθρώπους μπόρεσα νὰ ζήσω,
ὅμως ποτὲ χωρὶς τραγούδια·
μοὔτυχε ν᾿ ἀπιστήσω κάποτε
στὴν πολυαγαπημένη μου,
ὅμως ποτέ μου στὸ τραγούδι
ποὺ τραγούδησα γι᾿ αὐτήν·
οὔτε ποτὲ καὶ τὰ τραγούδια
μ᾿ ἀπατήσανε.


Ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ γλῶσσα τους 
πάντοτε τὰ τραγούδια τὰ κατάλαβα. 
Σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο τίποτα ἀπ᾿ ὅσα μπόρεσα νὰ πιῶ
καὶ νὰ γευτῶ
ἀπ᾿ ὅσες χῶρες γνώρισα
ἀπ᾿ ὅσα μπόρεσα ν᾿ ἀγγίξω
καὶ νὰ νιώσω
τίποτα, τίποτα
δὲ μ᾿ ἔκανε ἔτσι εὐτυχισμένον
ὅσο τὰ τραγούδια...


Nazim Hikmet (Τα τραγούδια των ανθρώπων)

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

l'Opéra de Paris

Στον πάγκο του μπαρ μπορείς ν’ αστειευτείς  με οποιονδήποτε, 
να τσουγκρίσεις το ποτήρι σου με όποιον θέλεις.
 Μα ο άγγελος αναγγέλλει τον ερχομό του. 
Μείνε μονάχος να τον υποδεχτείς. 
Και άγγελος μας είναι η νύχτα που πέφτει στην εκθαμβωτική πίστα. Ακόμα κι αν η δική σου μοναξιά είναι πλημμυρισμένη στο φως
 ενώ σκοτάδι τα χιλιάδες μάτια που σε κρίνουν,
 που φοβούνται και προσδοκούν τη πτώση σου, 
θα χορέψεις πάνω και μέσα στην άνυδρη μοναξιά, 
με τα μάτια δεμένα και εί δυνατόν τα βλέφαρα ραμμένα. 
Τίποτε όμως δε θα σε εμποδίσει να χορέψεις για την εικόνα σου, και προπαντός χειροκροτήματα ή γέλια. 
Αλίμονο , είσαι καλλιτέχνης, 
και δε γίνεται πια να αγνοήσεις
 την  ανελέητη άβυσσο των ματιών σου. 
Νάρκισσος χορεύει;  
Δεν είναι ωστόσο  φιλαρέσκεια, εγωισμός και φιλαυτία, 
μα κάτι άλλο. Χόρευε λοιπόν ολομόναχος.
 Χλωμός , πελιδνός, γεμάτος αγωνία αν θα αρέσεις στην εικόνα σου—δηλαδή  θα χορέψει η εικόνα σου για σένα.
Jean Genet (Ο σχοινοβάτης)

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

Βροχή

Βρέχει φωνές γυναικών σα να ήταν πεθαμένες ακόμα
και μες στην ανάμνηση
κι εσάς είναι που βρέχει εξαίσιες συναντήσεις της
ζωής μου ω σταγονίτσες
κι αυτά τα αφηνιασμένα σύννεφα χλιμιντρίζουν ένα
σύμπαν αυτηκόων πολιτειών
άκου αν βρέχει καθώς η λύπη και η περιφρόνηση
κλαίνε μια αρχαία μουσική
άκου που στάζουν οι δεσμοί που σε κρατούν ψηλά
και χαμηλά
Guillaume Apollinaire (Βρέχει)

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Córdoba

Μακρινή μου Κόρδοβα
μοναχική μου Κόρδοβα.

Άλογο μαύρο μεγάλο φεγγάρι
ελιές μες στο ταγάρι μου.
Ξέρω τους δρόμους σαν την παλάμη μου
κι όμως ποτέ δε θα φτάσω
στη μακρινή μου Κόρδοβα.

Μεσ' απ' τον κάμπο μέσ' απ τον άνεμο
άλογο μαύρο κόκκινο φεγγάρι.
Είναι ο θάνατος εκεί και με παραμονεύει
ψηλά απ' τους πύργους πάνω
της μακρινής μου Κόρδοβας.

Αχ, τι μακρύς που είναι ο δρόμος
αχ, το μαύρο το άξιο τ' άλογό μου.
Αχ κι ο θάνατος εκεί να με προσμένει
ώσπου να φτάσω κάποτε
στη μακρινή μου Κόρδοβα.

Μακρινή μου Κόρδοβα
μοναχική μου Κόρδοβα
Federico Garcia Lorca (Το τραγούδι του καβαλάρη)

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Τραγουδιστής στην Μονμάρτη


Πρέπει νά ῾σαι πάντα μεθυσμένος.
Ἐκεῖ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία: εἶναι τὸ μοναδικὸ πρόβλημα.
Γιὰ νὰ μὴ νιώθετε τὸ φριχτὸ φορτίο τοῦ Χρόνου
ποὺ σπάζει τοὺς ὤμους σας καὶ σᾶς γέρνει στὴ γῆ,
πρέπει νὰ μεθᾶτε ἀδιάκοπα. Ἀλλὰ μὲ τί;
Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.
Ἀλλὰ μεθύστε.
Καὶ ἂν μερικὲς φορές, στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ,
στὸ πράσινο χορτάρι ἑνὸς χαντακιοῦ,
μέσα στὴ σκυθρωπὴ μοναξιὰ τῆς κάμαράς σας,
ξυπνᾶτε, μὲ τὸ μεθύσι κιόλα ἐλαττωμένο ἢ χαμένο,
ρωτῆστε τὸν ἀέρα, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
τὸ κάθε τι ποὺ φεύγει, τὸ κάθε τι ποὺ βογκᾶ,
τὸ κάθε τι ποὺ κυλᾶ, τὸ κάθε τι ποὺ τραγουδᾶ,
ρωτῆστε τί ὥρα εἶναι,
καὶ ὁ ἀέρας, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
θὰ σᾶς ἀπαντήσουν:
-Εἶναι ἡ ὥρα νὰ μεθύσετε!
Γιὰ νὰ μὴν εἴσαστε οἱ βασανισμένοι σκλάβοι τοῦ Χρόνου,
μεθύστε, μεθύστε χωρὶς διακοπή!
Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.

Charles Pierre Baudelaire (Μεθύστε)

Amsterdam II

Δωμάτιο, δωμάτιο στο Άμστερνταμ
χασίς και μια, χασίς και μια γυναίκα
γρουσούζης ήσουν άνθρωπε,
και σου 'δινα, και σου 'κλεβα πακέτα.

Αλλά εσύ, αντί να θες
να πας να τα, να πας να τα καπνίσεις,
εσύ τα μοσχοπούλαγες
να πας για να, να πας για να γαμήσεις.

Δωμάτιο, δωμάτιο στο Άμστερνταμ
ρηχά τα ο..., ρηχά τα όνειρά σου,
όπως αυτοί που βίδωσαν
τη μαλθακή, τη μαλθακή καρδιά σου.

Κι ήθελες όλο το φαί
λαγούς και πέ..., λαγούς και πετραχήλια
και νόμιζες πως θα 'πιανές
και τον παπά, και τον παπά απ' τ' αρχίδια.
Νικόλας Άσιμος (Δωμάτιο στο Άμστερνταμ)

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Σπέτσες

Ἕνας Σπετσιώτης γέροντας, σκυφτὸς ἀπὸ τὰ χρόνια,
μὲ κάτασπρα μακριὰ μαλλιά, μὲ πύρινη ματιά,
σὰν πλάτανος θεόρατος γυρμένος ἀπ᾿ τὰ χιόνια,
περνοῦσε πάντα στὸ νησὶ τὰ μαῦρα γηρατειά.
Εἶναι ἀπὸ κείνη τὴ γενιὰ κι ὁ γερο-καπετάνος
ποὺ ἀκόμα καὶ στὸν ὕπνο του τὴν ἔτρεμε ὁ Σουλτάνος.
Γεώργιος Στρατήγης (Ο Ματρόζος)

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Ηλιοβασίλεμα

Κανείς δε λυπάται που φεύγω
ούτε ακόμα κι εγώ
όμως θα πρέπει να υπάρξει κάποιος τροβαδούρος
ή τουλάχιστον ένα ποτήρι κρασί.
ενοχλεί πιστεύω τους νεώτερους κυρίως.
ένας μη βίαιος, αργός θάνατος,
κι όμως κάνει τον κάθε άνθρωπο να ονειρεύεται.
εύχεσαι να υπήρχε ένα παλιό καράβι
με πανιά άσπρα απ' τ΄αλάτι
και η θάλασσα να σκορπά υπαινιγμούς αθανασίας.
θάλασσα στη μύτη
θάλασσα στα μαλλιά
θάλασσα στο μεδούλι, στα μάτια
και ναι, εκεί στο στήθος
θα μας λείψει άραγε
η αγάπη της γυναίκας, η μουσική, το φαγητό,
ή το χοροπήδημα του μεγάλου μειώδους αλόγου
να κλωτσά λάσπη και πεπρωμένα
ψηλά και μακριά
σε μια μόνο στιγμή
την ώρα της δύσης;
όμως τώρα είναι η σειρά μου
και δεν υπάρχει τίποτα το μεγαλειώδες σ'αυτό
γιατί δεν υπήρχε τίποτα το μεγαλειώδες
πιο πριν
και σε κανένα μας, όπως τα σκουλήκια
που τα'χουν απομακρύνει απ' το μήλο,
δεν του αξίζει καμιά αναστολή,
ο θάνατος εισέρχεται στο στόμα μου
και σα φίδι τυλίγεται στα δόντια μου
κι αναρωτιέμαι εάν με τρομάζει
ο σιωπηλός αλύπητος θάνατος
που μοιάζει με τριαντάφυλλο
που ξεραίνεται...
Charles Bukowski (Ηλιοβασίλεμα)

Μόνος τις νύχτες

Ἴσκιοι βουβοὶ ἀραγμένοι στὴ σκάλα
Μάτια θολὰ ποὺ κράτησαν εἰκόνες θαλασσινὲς
Γυμνὸς κυλίστηκα μέσα στὴν ἄμμο μὰ δὲν ὑποτάχτηκα 
Τὶς νύχτες ποὺ μόνος γυρνοῦσα χωρὶς κανεὶς νὰ μὲ νιώσει
Κύματα μὲ τὴ γλυκιὰν ἀγωνία στὴν κάτασπρη ράχη 

Καὶ δὲν ἀγάπησα μόνον ἐσένα ποὺ τόσο μὲ κράτησες
Ὅπως ἀγάπησα τὰ ναυαγισμένα καράβια μὲ τὰ τραγικὰ ὀνόματα
Τοὺς μακρινοὺς φάρους, τὰ φῶτα ἑνὸς ἀπίθανου ὁρίζοντα
Τὶς νύχτες ποὺ γύρευα μόνος νὰ βρῶ τὸ χαμένο ἑαυτό μου
Τὶς νύχτες ποὺ σκότωσα μέσα μου κάθε παλιά μου αὐταπάτη.
Μανόλης Αναγνωστάκης (Πέντε μικρά θέματα, ΙΙ)

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

Hallstatt

Ηταν προχθές κορίτσια στο χορό 
όλα λουλούδια, όλα μυρωδιά, αχ! τ’ αγαπούσα όλα,
 και θαρρώ και γι’ άλλα τόσα μού’μενε καρδιά. 
Το κρίμα μου το λέγω, δεν μπορώ
 ατάραχος να δω την ομορφιά. 
Αχ! με της λίμνης μοιάζω το νερό 
που ό,τι περνά αφήνει ζωγραφιά. 
Μ’ αν ζωγραφίζ’ η λίμνη καθετί, 
περνάει αυτό κι’ η ζωγραφιά περνά. 
Και μοναχά του ουρανού κρατεί τη ζωγραφιά πιστά,
 παντοτινά. Άφησε όλοι να με λεν τρελό
 και μη σε μέλλει, αγάπη μου χρυσή. 
Αν είμαι λίμνη, μ’ όλες αν γελώ, 
ο ουρανός της λίμνης είσ’ εσύ. 
Νίκος Καμπάς (Η λίμνη)