Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Άνεμος


Έλα κοντά μου, δεν είμαι η φωτιά.
Τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια.
Τις πνίγουν οι νεροποντές.
Τις κυνηγούν οι βοριάδες.
Δεν είμαι, δεν είμαι η φωτιά.

Έλα κοντά μου δεν είμαι άνεμος.
Τους ανέμους τους κόβουν τα βουνά.
Τους βουβαίνουν τα λιοπύρια.
Τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί.
Δεν είμαι, δεν είμαι ο άνεμος.

Εγώ δεν είμαι παρα ένας στρατολάτης
ένας αποσταμένος περπατητής
που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
ν'ακούσει το τραγούδι των γρύλων
Κι αν θέλεις, έλα να τ'ακούσουμε μαζί.
Μενέλαος Λουντέμης (Ερωτικό κάλεσμα)


Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Το άγαλμα της ελευθερίας

Λευτεριά, Λευτεριά σχίζει, δαγκάνει
τους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου,
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου.
Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,
λογαριάζουν, πόσα δολάρια κάνει
σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.
Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ' αγοράσουν
έμποροι και κονσόρτια κι εβραίοι.
Είναι πολλά του αιώνος μας τα χρέη,
πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουν
οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
με το πορτραίτο του Dorian Gray.
Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε,
μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι,
όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπη
σαν έπαθλο του αγώνος, και μοχθούνε,
και τη ζωή τους εξακολουθούνε,
νεκροί που η καθιέρωσις του λείπει.
Κώστας Καρυωτάκης (Στο άγαλμα της ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο)

Seine

Πέστε μου που, σε ποιό μέρος της γης,
είναι η Φλώρα, η ωραία από τη Ρώμη,
η Αλκιβιάδα κι ύστερα η Θαΐς,
η ξαδέλφη της με τη χρυσή κόμη;
Ηχώ απαλή, σκια σε λίμνη, τρόμοι
των φύλλων, ροδοσύννεφα πρωινά,
η εμορφιά τους δεν έδυσεν ακόμη.
Μα που 'ναι τα χιόνια τ' αλλοτινά;

Που 'ν' η αγνή και φρόνιμη Ελοΐς;
Γι' αυτήν είχε τότε καλογερέψει
ο Πέτρος Αμπαγιάρ. 'Αλλος κανείς
όμοια στον έρωτα δε θα δουλέψει.
Κι η βασίλισσα που έκαμε τη σκέψη
κι έριξε στον Σηκουάνα, αληθινά,
το σοφό Μπουριντάν για να μουσκέψει;
Μα που 'ναι τα χιόνια τ' αλλοτινά;

Η ρήγισσα Λευκή, ρόδον αυγής,
με τη φωνή της τη γλυκακουσμένη,
η Βέρθα, η Βεατρίκη, η Αρεμβουργίς
του Μάιν, η Σπαρτιάτισσα Ελένη
κι η καλή Ιωάννα από τη Λοραίνη,
όλες ανοίξεως όνειρα τερπνά,
η ανάμνηση τους ζωηρή απομένει.
Μα που 'ναι τα χιόνια τ' αλλοτινά;

Πρίγκηψ, αν τις αναζητείτε τώρα,
τάχα θα τις έβρετε πουθενά,
τάχα θα υπάρχουν σε καμιά χώρα;
Μα που 'ναι τα χιόνια τ' αλλοτινά;
Villon Francois(η μπαλάντα των κυριών του παλιού καιρού) 

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Firenze

Είμαι άραγε κάποιος ποιητής;
Όχι, βέβαια.
Δεν γράφει παρά μια λέξη, εντελώς παράξενη,
η πένα της ψυχής μου:«τρέλα».
Είμαι επομένως κάποιος ζωγράφος;
Ούτε κι αυτό.
Δεν έχει παρά ένα χρώμαη παλέτα της ψυχής μου:«μελαγχολία».
Κάποιος μουσικός, επομένως;
Επ’ ουδενί.
Δεν υπάρχει παρά μια νόταστην ταστιέρα της ψυχής μου:«νοσταλγία».
Είμαι επομένως…τι;
Βάζω έναν μεγεθυντικό φακόμπροστά απ’ την καρδιά μου για να τη βλέπει ο κόσμος.
Ποιος είμαι;
Ο σαλτιμπάγκος της ψυχής μου.

Aldo Palazzeschi (Ποιός είμαι;)

Πεταλούδα

Ὁ Ἀπρίλης μὲ τὸν Ἔρωτα χορεύουν καὶ γελοῦνε...
...
Λευκὸ βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
καὶ μὲς στὴ θάλασσα βαθιὰ ξαναπετιέται πάλι,
π’ ὁλονυχτὶς ἐσύσμιξε μὲ τ’ οὐρανοῦ τὰ κάλλη.

Καὶ μὲς στῆς λίμνης τὰ νερά, ὂπ’ ἔφθασε μ’ ἀσπούδα,
ἔπαιξε μὲ τὸν ἴσκιο τῆς γαλάζια πεταλούδα,

ποῦ εὐωδίασε τὸν ὕπνο τῆς μέσα στὸν ἄγριο κρίνο
τὸ σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ὤρα γλυκειὰ κι ἐκεῖνο.

Μάγεμα ἡ φύσις κι ὄνειρο στὴν ὀμορφιὰ καὶ χάρη
ἡ μαύρη πέτρα ὁλόχρυση καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι.

Διονύσιος Σολωμός (Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι)

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Ρεμπέτικα στους δρόμους της Πόλης


Μες στης πόλης το χαμάμ
ένα χαρέμι κολυμπά
Αραπάδες το φυλάνε
στον Aλή Πασά το πάνε

Διατάζει τη φρουρά του
να τις φέρουνε μπροστά του
Να τις βάλει να χορέψουν
και μπουζούκι να του παίξουν

Αργιλέδες να φουμάρει
με χασίσι τούρκικο
Και χανούμια να χορεύουν
τσιφτετέλι γύφτικο

Έτσι την περνάνε όλοι
οι πασάδες του ντουνιά
Μ' άργιλέδες, με τσιμπούκια
μ' αγκαλιές και με φιλιά

Ανέστης Δελιάς, Αρτέμης

Γενεές

Χωρίς απογόνους και δίχως προγόνους,
Χωρίς την εκπλήρωση και δίχως τον πόθο,
για κανέναν δεν είμαι,
για κανέναν δεν είμαι.


Καθώς όλοι οι άνθρωποι, η ανήλιαγη θάλασσα,
το μυστήριο κι η απώτατη Θούλη,
μια φεύγουσα αχτίδα φωτός,
μια φεύγουσα αχτίδα φωτός.


Μα να κοιτάξω πρέπει γι αδέρφια και φίλους·
ότι θέλω τον εαυτό μου να δείξω και σ’ άλλους,
ότι βλέποντας μόνο θα δουν,
ότι βλέποντας μόνο θα δουν.


Γι αυτά κι ο λυρικός μου μαζοχισμός·
ότι προσμένω το χάσμα χαίνων να κλείσω
κι επιτέλους κάπου ν’ ανήκω,
κι επιτέλους κάπου ν’ ανήκω.
Ady Endre (Αγάπη Προσμένοντας)

Φάρος Μελαγκάβι

Το σώμα του μας κυβερνά
Το φώς του μας δυναμώνει
Η καρδιά μας πάλλεται μαζί του
Οι λογισμοί που επανέρχονται είναι καράβια
...
Και η σφίγξ μας συνθλίβει επι του στήθους της
Στην στίλβουσα σιωπή του Φάρου
Ανδρέας Εμπιρίκος (Η στιλβηδών)

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

το Λιοντάρι

Έξω, ίσως και να έβρεχε. Ένα από τα χρωματιστά τζάμια ήταν ανοιχτό και στο ρυθμό των σταγόνων συνεχίσαμε να ανεβαίνουμε τη σκάλα. Όμως, από τις καρυάτιδες και τις ατλαντίδες, τους ερωτιδείς και τις πομόνες, που τότε με αντίκριζαν, πιο προσφιλείς μού ήταν τώρα εκείνες οι σκονισμένες ενάρετες γυναίκες του κατωφλιού, που φυλάσσουν την είσοδο στο Είναι ή στην Εστία. Γιατί ήταν εκεί για να προσμένουν. Τους ήταν αδιάφορο αν αυτός που περίμεναν ήταν ξένος, η επιστροφή των αρχαίων θεών, ή το παιδί που τριάντα χρόνια πριν έσερνε τη σάκα του μπροστά στα πόδια τους. Με το συμβολισμό τους, η παλιά Δύση έγινε η αρχαία Δύση, αυτή από την οποία φτάνουν οι δυτικοί άνεμοι στους ναυτικούς, που απαλά κωπηλατούν τη λέμβο τους με τα μήλα των Εσπερίδων πάνω στα νερά του Λάντβερκανάλ , για να τα αποθέσουν στη γέφυρα του Ηρακλή. Και πάλι, όπως στα παιδικά μου χρόνια, η Λερναία Ύδρα και το Λιοντάρι της Νεμέας πήραν τη θέση τους στο δάσος, γύρω από την πλατεία Γκρόσερ Στέρν.
Walter Benjamin (Τίαργκαρντεν)

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

Αναπολώντας το ανελεύθερο καθεστώς

Αισθήματα έχω αδερφικά για της ασφάλειας
τα φτωχά λαγωνικά που με χιόνια και βροχές
 να με φυλάνε έχουν διαταγές.
Μικρόφωνα βάζουν για ν' ακούν
όσα από το στόμα μου περνούν
τραγούδια και βρισιές κι αστεία
στον καμπινέ και στην τραπεζαρία.
Αδέρφια μου ασφαλίτες, εσείς μόνο
τον δικό μου ξέρετε τον πόνο.Εσείς ξέρετε πως
η σκέψη μου είναι διαρκώς
τρυφερή και παθιασμένη
στον αγώνα αφιερωμένη.
Λόγια που αλλιώς θα 'χαν χαθεί
στα μαγνητόφωνά σας έχουνε γραφτεί.
Και για ύπνο όταν πάτε
τα τραγούδια μου ξέρω τραγουδάτε.Ευχαριστώ γι αυτό πολύ
συνεργάτες μου πιστοί.
Wolf Biermann (Μπαλάντα για τους ασφαλίτες)

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

Σούνιο

Εδώ στο ελληνικό το χώμα,
το στοιχειωμένο και ιερό,
που το ίδιο χώμα μένει ακόμα κι απ’ τον αρχαίο τον καιρό,
στο χώμα τούτο πάντα ανθούνε
κ’ έχουν αθάνατη ζωή
και μας θαμπώνουν, μας μεθούνε
νεράιδες, ήρωες, θεοί!
Κωστής Παλαμάς (η νίκη)

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Granada

I
Το φονικό

Τον είδαν, προχωρώντας ανάμεσα στα τουφέκια,
από ένα δρόμο μακρύ,
να βγαίνει στο κρύο χωράφι,
της έναστρης, ακόμη, αυγής.
Σκότωσαν το Φεδερίκο
με το γλυκοχάραμα.
Το απόσπασμα των φονιάδων
δεν τόλμησε να τον κοιτάξει καταπρόσωπο.
Όλοι κλείσαν τα μάτια τους·
προσεύχονταν: μήτε ο Θεός σε γλιτώνει!
Ο Φεδερίκο σωριάστηκε νεκρός.
-αίμα στο μέτωπο και μολύβι στα σπλάχνα-
... όταν έγινε το φονικό στη Γρανάδα
ξέρετε- καημένη Γρανάδα! -στη Γρανάδα του...


ΙΙ
Ο ποιητής και ο θάνατος

Τον είδαν να προχωρεί μόνο μ' Εκείνον
χωρίς να σκιάζεται απ' το δρεπάνι του.
Κιόλας ο ήλιος από πύργο σε πύργο· τα σφυριά
πάνω στ' αμόνι -αμόνια κι αμόνια μες στα σιδεράδικα.
Μιλούσε ο Φεδερίκο,
και χαριεντίζονταν με το θάνατο. Εκείνος πρόσεχε.
"Σύντροφε, επειδή χτες μέσα στο στίχο μου
ακούστηκε ο χτύπος της ξερής σου παλάμης,
κι έδωσες την παγωνιά στο τραγούδι μου, και την κόψη
του ασημένιου σου δρεπανιού στην τραγωδία μου,
θα σου τραγουδήσω τη σάρκα που δεν έχεις,
τα μάτια που σου λείπουν,
τα μαλλιά σου που τα 'παιζε ο άνεμος,
τα κόκκινα χείλη που σ' τα φίλησαν...
Σήμερα όπως χτες, γύφτε μου, θάνατε,
τι όμορφα να ήμασταν μαζί,
σ' αυτούς τους αγέρηδες της Γρανάδας, της Γρανάδας μου".


ΙΙΙ
Τον είδαν να προχωρεί...

Φτιάξετε, φίλοι,
από πέτρα και όνειρο, στην Αλάμπρα,
ένα τύμβο για τον ποιητή,
πάνω από μια βρύση που θρηνεί το νερό,
κι αδιάκοπα λέει :
το φονικό έγινε στη Γρανάδα, στη Γρανάδα του!
Antonio Machado (Το φονικό έγινε στη Γρανάδα)

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Ακαδημία


Η αρχή της φιλοσοφίας είναι το θαυμάζειν 
Πλάτωνας

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Άνοιξη

Πώς σβήνετε, πικροί ξενιτεμένοι!
Ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν...
Βιολέτες κι ανεμώνες, ξεχασμένες
στα ξένα που πεθαίνετε παρτέρια,
κρατώντας, αργυρή δροσοσταλίδα,
βαθιά σας την ελπίδα της πατρίδας...
Χτυπιούνται, πληγωμένες πεταλούδες,
στο χώμα σας οι θύμησες κι οι πόθοι.
Το φως, που κατεβαίνει, της ημέρας,
κι απλώνεται γλυκύτατο και παίζει
μ' όλα τριγύρω τ' άλλα λουλουδάκια,
περνάει από κοντά σας και δε βλέπει
τον πόνο σας ωραίο, για να χαϊδέψει
τα πορφυρά θρηνητικά μαλλιά σας.
Ειδυλλιακές οι νύχτες σας σκεπάζουν,
κι η καλοσύνη αν χύνεται των άστρων,
ταπεινοί καθώς είστε, δε σας φτάνει.
Ολούθε πνέει, σα λίβας, των ανθρώπων
η τόση μοχθηρία και σας μαραίνει,
ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν.
Κώστας Καρυωτάκης (Ποιητές)

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

Το πέμπτο Φλαμίνγκο


Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι-κάποτε ὁλόκληρα ποιήματα-
ποὺ μήτε ἐγὼ δὲν ξέρω τί σημαίνουν. Αὐτὸ ποὺ δὲν ξέρω
ἀκόμη μὲ κρατάει. Κι ἐσὺ ἔχεις δίκιο νὰ ρωτᾷς.
Μὴ μὲ ρωτᾷς.Δὲν ξέρω σοῦ λέω.
Δυὸ παράλληλα φῶτα ἀπ᾿ τὸ ἴδιο κέντρο. Ὁ ἦχος τοῦ νεροῦ
ποὺ πέφτει τὸν χειμῶνα, ἀπ᾿ τὸ ξεχειλισμένο λοῦκι
ἢ ὁ ἦχος μιᾶς σταγόνας καθὼς πέφτει
ἀπό ῾να τριαντάφυλλο στὸν ποτισμένο κῆπο
ἀργὰ-ἀργὰ ἕνα ἀνοιξιάτικο ἀπόβραδο
σὰν τὸν λυγμὸ ἑνὸς πουλιοῦ. Δὲν ξέρω
τί σημαίνει αὐτὸς ὁ ἦχος-ὡστόσο ἐγὼ τὸν παραδέχομαι.
Τ᾿ ἄλλα ποὺ ξέρω στὰ ἐξηγῶ. Δὲν τὸ ἀμελῶ.
Ὅμως κι αὐτὰ προσθέτουν στὴ ζωή μας. Κοιτοῦσα
ὅπως κοιμότανε, τὸ γόνατό της νὰ γωνιάζει τὸ σεντόνι-
Δὲν ἦταν μόνο ὁ ἔρωτας. Αὐτὴ ἡ γωνία
εἶναι ἡ κορυφογραμμὴ τῆς τρυφερότητας, καὶ τὸ ἄρωμα
τοῦ σεντονιοῦ, τοῦ λευκοῦ καὶ τῆς ἄνοιξης, συμπλήρωναν

ἐκεῖνο τὸ ἀνεξήγητο ποὺ ζήτησα,

 ἄσκοπα καὶ πάλι, νὰ στὸ ἐξηγήσω.

Γιάννης Ρίτσος (Είναι ορισμένοι στίχοι)